Συνέντευξη

Ο Νίκος Λαμπό έκανε την πιο επίκαιρη ελληνική ταινία της χρονιάς

Από -

Ο Νίκος Λαμπό κάνει το σκηνοθετικό του ντεμπούτο στη μυθοπλασία με το «Η Δουλειά της», το βραβευμένο στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης κοινωνικό δράμα που έκανε παγκόσμια πρεμιέρα στο φεστιβάλ του Τορόντο. Ενόψει της κυκλοφορίας της ταινίας στις αίθουσας, μιλήσαμε με το σκηνοθέτη για το πώς γύρισε μια επίκαιρη και ανήσυχη ιστορία με αναφορές στη σύγχρονη Ελλάδα.

© Αθηνά Λιάσκου
© Αθηνά Λιάσκου

Η υπόθεση της ταινίας θα μπορούσε να είναι μια «ιστορία της διπλανής πόρτας». Βασίστηκες σε μια υπάρχουσα κατάσταση για να τη γράψεις μαζί με την Κατερίνα Κλειτσιώτη;
Ναι, υπάρχει μια οικογένεια που πέρασε από μια ανάλογη εμπειρία. Ο τρόπος που μια γυναίκα είδε να αλλάζει πλήρως η οπτική της για τον κόσμο μας ενέπνευσε στο να γυρίσουμε μια ταινία βασισμένοι στην περίπτωσή της. Το σενάριο ως ένα βαθμό είναι βασισμένο σε πραγματικά γεγονότα, αλλά με ενδιέφερε να πω κάτι βαθύτερο και όχι απλά να καταγράψω το γεγονός, για αυτό έκανα αρκετές δραματουργικές προσθήκες.

Ίσως το γεγονός πως η πρώτη σου ύλη ήταν ένα αληθινό πρόσωπο να σε οδήγησε να αποδόσεις με ρεαλισμό την ιστορία της Παναγιώτας (σ.σ.: Μαρίσσα Τριανταφυλλίδου). Γιατί η αισθητική της ταινίας θυμίζει για παράδειγμα το σινεμά των αδερφών Νταρντέν...
Πράγματι αυτό είναι κάτι που λένε πολλοί όταν βλέπουν πρώτη φορά την ταινία και το βρίσκω λογικό. Πάντως, ως προς το ύφος της ταινίας, δεν επιδίωξα κάποια αναφορά σε συγκεκριμένο σκηνοθέτη. Αυτό που μπορώ να πω είναι ότι ταινίες σκηνοθετών σαν τους Ασγκάρ Φαραντί και Στεφάν Μπριζέ, με βοήθησαν αρκετά στον τρόπο διαχείρισης των ερμηνειών. Γιατί στο «Η Δουλειά της» με ενδιέφερε οι χαρακτήρες να μοιάζουν με αληθινούς ανθρώπους και να μη θυμίζουν ήρωες μιας ταινίας. Προσπαθήσαμε να κατασκευάσουμε ένα δικό μας ρεαλισμό δουλεύοντας παρά πολύ στις πρόβες, με έμφαση στους διαλόγους.

Φαντάζομαι πως για να βγει ένα πειστικό αποτέλεσμα σε βοήθησε και η έρευνά σου ή οι συζητήσεις που είχες με αληθινές καθαρίστριες...
Φυσικά, έκανα επαφές με μέλη του σωματείου Π.Ε.Κ.Ο.Π. (σ.σ.: Παναττική Ένωση Καθαριστριών και Οικιακού Προσωπικού) αλλά και με γυναίκες που δεν ανήκουν εκεί. Πέρα από τις συζητήσεις που κάναμε τους έδωσα το σενάριο για παρατηρήσεις και διορθώσεις σε κάθε επίπεδο. Επιπλέον αναζητούσα τους τρόπους που υποστηρίζουν η μία την άλλη, πώς συνδιαλέγονται και συνεργάζονται είτε με αλληλεγγύη είτε και με καχυποψία μεταξύ τους. Έχει ιδιαίτερη σημασία δε το γεγονός πως πολλές από αυτές φοβόντουσαν να μου μιλήσουν για να μη χάσουν τη δουλειά τους. Παρόλο που δεν είχα μαγνητόφωνο τους άγχωνε το ενδεχόμενο να είμαι δημοσιογράφος.

Οι σκηνοθέτες που ανέφερες προηγουμένως διακρίνονται για το γεγονός πως οι ταινίες τους φέρνουν στο προσκήνιο περιπτώσεις καθημερινών ανθρώπων, συχνά εγκλωβισμένων σε τέσσερις τοίχους όπως η ηρωίδα σου. Αντιλαμβάνεσαι ως σημείο των καιρών πως τέτοιοι ήρωες έρχονται εκ νέου στην επιφάνεια;
Ως ένα βαθμό ναι, γιατί δέχομαι ένας σκηνοθέτης να θέλει να κάνει μια ταινία για ένα θέμα κοντινό σε εκείνον που τον αφορά άμεσα. Από την άλλη είναι και συγκυριακό, γιατί για παράδειγμα στην Ελλάδα πρόσφατα είχαμε την περίπτωση της καθαρίστριας με το πλαστό απολυτήριο που μπήκε στη φυλακή, προτού απελευθερωθεί μετά την κινητοποίηση του κόσμου. Προφανώς κάτι τέτοιο δεν μπορείς να το προβλέψεις...

Την ίδια στιγμή η ταινία σου αφηγείται μια ιστορία με καθολικό αντίκτυπο. Δεν είναι τυχαίο εξάλλου πως έκανε πρεμιέρα στο φεστιβάλ του Τορόντο. Ποιες ήταν οι εντυπώσεις όσων την είδαν εκεί;
Υπήρξαν άνθρωποι που συγκινήθηκαν και άλλοι που μου εκμυστηρεύτηκαν πως έχουν παρατηρήσει ανθρώπους σαν την Παναγιώτα σε λαϊκές γειτονιές, αλλά δε μαθαίνουν ποτέ τίποτα για εκείνους. Στο Βέλγιο επίσης ήταν μια γυναίκα η οποία μου είπε ότι ήταν καθαρίστρια και ζει όσα είδε στην ταινία χωρίς να βιώνει οικονομική κρίση η χώρα της.

Ως προς τη σκηνοθεσία σου, ενώ στέκεσαι ξεκάθαρα υπέρ της ηρωίδας, δεν κατευθύνεις ούτε την ίδια ούτε τον θεατή προς ένα συγκεκριμένο σκοπό. Ήταν κάτι που είχες υπόψη εξαρχής;
Ναι, αυτό ήταν ένα στοίχημα για μένα. Από τη μία ήθελα ο θεατής να νιώσει οικεία τα συναισθήματα της ηρωίδας αλλά και τον κόσμο της, όμως από την άλλη προσπάθησα να αποφύγω οποιαδήποτε διδακτικό μήνυμα. Ήθελα ο καθένας να κρίνει ανεξάρτητα τις πράξεις της Παναγιώτας. Ένας τρόπος να το πετύχω ήταν να επιλέγω κάθε φορά ποια πλάνα θα γυρίσω από κοντά και ποια από απόσταση. Ίσως αυτό δεν είναι ευδιάκριτο στη ροή του μοντάζ, ελπίζω όμως να γίνεται ενδόμυχα αντιληπτό.

© Αθηνά Λιάσκου
© Αθηνά Λιάσκου

Δε θα μπορούσα να μη σε ρωτήσω για τη συνεργασία σου με τη Μαρίσσα Τριανταφυλλίδου η οποία στην ταινία κάνει επίδειξη ερμηνευτικής δύναμης...
Το να κάνεις μια ταινία που έχει μια γυναίκα στο επίκεντρο απαιτεί μια πρωταγωνίστρια η οποία θα δώσει τα πάντα της στο ρόλο. Αυτό κάνει συνδημιουργό τον ηθοποιό, και το είχαμε συζητήσει εξαρχής με τη Μαρίσσα, γιατί μόνο έτσι θα πετύχαινε η ταινία, θα αποκτούσε ψυχή. Κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας κάναμε πολλές εκ βαθέων συζητήσεις για τα συναισθήματά μας, για διάφορες εμπειρίες που μας σμίλεψαν κ.λπ... Σκάψαμε μέσα μας, και εγώ προσωπικά στη θηλυκή πλευρά του εαυτού μου, ώστε να βρω τον τρόπο που θα κατευθύνω αυτήν την ηρωίδα.

Στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης μαζί με την ταινία σου έκανε ελληνική πρεμιέρα και η «Παύση» της Τώνιας Μισιαλή. Ένα δράμα που μιλά επίσης για τη γυναικεία χειραφέτηση. Βρίσκω πραγματικά ευχάριστη αυτήν τη σύμπτωση, καθώς δε βλέπουμε συχνά στο ελληνικό σινεμά ταινίες με αυτό το θέμα.
Εξεπλάγην ευχάριστα όταν είδα την «Παύση» και μου άρεσε το γεγονός πως υπάρχει ένας άτυπος διάλογος μεταξύ τους. Το συζήτησα μάλιστα με την Τώνια και συμφώνησε. Τώρα το γεγονός πως αυτά τα θέματα επανέρχονται στο σινεμά είναι και μια απόρροια της κρίσης. Κοιτάμε περισσότερο δίπλα μας, και πιστεύω τα τελευταία 10 χρόνια έχει ωριμάσει ο ελληνικός κινηματογράφος, άσχετα εάν οι σκηνοθέτες κάνουν αμιγώς κοινωνικές ταινίες ή όχι.

Δείτε το τρέιλερ της ταινίας εδώ:

Σχετικά Θέματα