Συνέντευξη

Ο Μανώλης Μαυροματάκης μιλά για το ρόλο του στους all-star «Μεταφραστές»

Από -

Ενα γκρουπ μεταφραστών βρίσκεται κλεισμένο σε μια έπαυλη για να δουλέψει πάνω σε ένα πολυαναμενόμενο βιβλίο. Η υπόθεση της ταινίας έγινε κάπως επίκαιρη αναπάντεχα, έτσι;
Πράγματι, χωρίς κανείς να το περιμένει, η ταινία έχει όντως κάτι να μας πει για το θέμα: οι εγκλεισμοί, αλλά και κάθε είδους περιορισμός, δεν ενθαρρύνουν τα καλά ένστικτα του ανθρώπου και επιτρέπουν να αναδυθεί ο χειρότερος εαυτός του.

Είχα την τύχη πριν από μερικούς μήνες να μιλήσω με το σκηνοθέτη της ταινίας Ρεζί Ρουανσάρ στο Παρίσι, ο οποίος μου μίλησε κατενθουσιασμένος για σας. Μάλιστα μου περιέγραψε γλαφυρά τη συγκίνηση που ένιωσαν όλοι όταν τέλειωσαν τα δικά σας γυρίσματα.
Άσε, με τσακίσανε! Αφού έκανα το τελευταίο μου πλάνο, βγήκε μπροστά σε όλους ο Ρεζί και έβγαλε λόγο. Άρχισε να μιλάει για μένα με τόσο όμορφα λόγια που δεν άντεξα, δάκρυσα. Έπειτα, για δέκα λεπτά, χειροκροτούσε όλο το συνεργείο. Η αλήθεια είναι, βέβαια, πως είχα λάβει κάποια προμηνύματα για το πώς είχαν βιώσει τη συνεργασία μας.
Οι άνθρωποι ήταν πολύ γενναιόδωροι μαζί μου, ό,τι τους έδινα το επέστρεφαν στο διπλάσιο, από τον τελευταίο βοηθό μέχρι τη διευθύντρια παραγωγής. Μάλιστα, εκείνη κάποια στιγμή, αφού είδε μέρος του υλικού, μου είπε: «You are the champion!» (γέλια) Αργότερα, ο παραγωγός μού εκμυστηρεύτηκε ότι πάντα αναζητά κάτι που δεν έχει ξαναδεί στις ταινίες του και στους «Μεταφραστές» αυτό ήμουν εγώ. Ομολογώ πως όλα αυτά ικανοποιούν το ναρκισσισμό μου, αλλά, αν μη τι άλλο, αποτελούν και μια αναγνώριση.

Συνολικά τι κρατάτε από αυτή την εμπειρία;
Προτού πάω στη Γαλλία, μου είχαν πει πως η συγκεκριμένη εταιρεία παραγωγής έχει πολύ ανθρώπινη συμπεριφορά, οπότε κατά μία έννοια έπεσα στην καλύτερη περίπτωση. Εκεί το πλαίσιο δουλειάς είναι καθορισμένο με σαφήνεια, ξέρει ο καθένας ποιες είναι οι ευθύνες του και ποια τα όριά τους. Την ίδια στιγμή δεν αντιμετωπίζουν ο ένας τον άλλο ανταγωνιστικά, είτε βρίσκονται στο ίδιο πόστο είτε σε άλλο, συμπεριφέρονται περισσότερο σαν συνεργάτες. Πρόκειται για μια τεχνοκρατική αντίληψη η οποία φαίνεται να βοηθάει την κατάσταση σε αυτή την περίπτωση, σε απαλλάσσει από πολλά συμπλέγματα. Ταυτόχρονα επικρατεί η λογική πως όλοι θέλουν να κάνουν καλή δουλειά, μιλάμε εξάλλου για λεπτολόγους επαγγελματίες, άρα και το τελικό αποτέλεσμα θα είναι αντίστοιχο.

Ο Μανώλης Μαυροματάκης και το διεθνές καστ των «Μεταφραστών»
Ο Μανώλης Μαυροματάκης και το διεθνές καστ των «Μεταφραστών»

Επίσης ως ηθοποιός θα πρέπει να νιώσατε ενθουσιασμένος που παίξατε με καταξιωμένους Ευρωπαίους συναδέλφους σας όπως η Σίντσε Μπάμπετ Κνούτσεν.
Με την Κνούτσεν συγκεκριμένα είχα τρελαθεί, είναι εξαιρετική στη δουλειά της. Όμως και οι υπόλοιποι, για παράδειγμα ο Λάμπερτ Γουίλσον και η Όλγα Κιριλένκο που είναι σταρ, έχουν ταλέντο που δικαιολογεί τη διασημότητά τους. Έμαθα πολλά παρατηρώντας τις κινήσεις και τις αντιδράσεις τους στα σχόλια του σκηνοθέτη. Ήταν ένα ξεχωριστό σχολείο να βρίσκομαι σε αυτά τα γυρίσματα.

Κι εσείς, όμως, είναι εμφανές ότι προσπαθήσατε να αποδώσετε σε βάθος το χαρακτήρα σας, χωρίς να μείνετε στο στερεότυπο του Έλληνα της κρίσης που αναζητά αλλού την τύχη του.
Πιθανώς αυτό ήταν που αντιλήφθηκαν οι άνθρωποι της παραγωγής και τους άρεσε. Πιστεύω, όμως, ότι όσα έβγαλα στην ερμηνεία μου υπάρχουν στο σενάριο. Μέσα από την ουσιαστική συναναστροφή με το γραπτό οδηγήθηκα στο παίξιμο που βλέπεις στην ταινία. Δεν προσπάθησα να ταυτιστώ με το χαρακτήρα, δεν είναι κάτι που έτσι κι αλλιώς αναζητώ στην υποκριτική. Περί μίμησης πρόκειται, η οποία εδώ αφορούσε κάποιον που γνωρίζει πολύ καλά γαλλικά...

«Χρειάστηκε να με πείσουν οι συνάδελφοί μου για να ταξιδέψω στο Παρίσι. Στο αεροδρόμιο με περίμενε ένα ταξί πολυτελείας, με wi-fi και τέσσερα τάμπλετ στο πίσω κάθισμα. Είπα τότε στον εαυτό μου “δεν μπορεί να συμβαίνει σ’ εμένα αυτό”».

Φαίνεται πάντως να τα μιλάτε πάρα πολύ καλά.
Κι όμως, στην πραγματικότητα δεν είναι έτσι. Με έναν τρόπο η γλώσσα είναι σαν μάσκα, και στην περίπτωσή μου ίσως να ωφέλησε την ερμηνεία, καθώς απόκτησα άλλη σχέση με τα λόγια μου. Αλλά μιας και ξεσκόνισα τα γαλλικά μου, λέω να τα συνεχίσω με μαθήματα, γιατί επαγγελματικά η Γαλλία είναι πολύ καλή περίπτωση.

Ο σκηνοθέτης Ρεζί Ρουανσάρ (αριστερά) δίνει οδηγίες στο συνεργείο
Ο σκηνοθέτης Ρεζί Ρουανσάρ (αριστερά) δίνει οδηγίες στο συνεργείο

Αλήθεια, είχατε ποτέ υπόψη σας την προοπτική μιας διεθνούς καριέρας;
Είμαι λίγο κολλημένος με το θέατρο, επομένως περίμενα πως αν προκύψει η ευκαιρία για κάτι τέτοιο θα έρθει από εκεί. Αλλά λίγο ο ενδοιασμός μου να μιλήσω απευθείας με κάποιους σκηνοθέτες του εξωτερικού, λίγο ότι πάντα στην Ελλάδα βρισκόμουν σε πολύ ενδιαφέρουσες δουλειές, δεν το προχώρησα. Συγκεκριμένα, όμως, οι «Μεταφραστές» ήταν κάτι που το ήθελα πάρα πολύ, χωρίς να είμαι σίγουρος ότι πράγματι θα συμβεί.

Πώς ξεκίνησαν οι επαφές για την ταινία;
Έμαθα ότι μια γαλλική εταιρεία κάστινγκ ψάχνει τα στοιχεία επικοινωνίας μου και τα έδωσα χωρίς να το πολυσκεφτώ. Μέσα σε τρεις ημέρες μου ζήτησαν να προετοιμάσω και να στείλω ένα βίντεο, το οποίο μάλιστα γύρισα με ένα φίλο καθηγητή γαλλικών. Σκέψου πως από όλη την ταινία είχα μόνο τη μία σκηνή που μου ζήτησαν να παίξω και μία πρόταση που αφορούσε το χαρακτήρα. Επομένως χρειάστηκε να χρησιμοποιήσω τη φαντασία μου για να καταλάβω περί τίνος πρόκειται. Αντιλήφθηκα έτσι ότι, μαζί με μια καλή ερμηνεία, τους ενδιέφερε εξίσου η ικανότητα του ηθοποιού να συνειδητοποιεί τι ζητάει η ταινία διαθέτοντας ελάχιστες πληροφορίες.
Το όλο γύρισμα βγήκε άνετα, μάλλον επειδή δεν περίμενα να πάρουν εμένα. Δεν το πίστεψα ούτε αργότερα, όταν μου είπαν πως άρεσα πολύ στο σκηνοθέτη. Μόνο όταν έμαθα πως είμαι η πρώτη επιλογή άρχισα να το αποδέχομαι. Ακόμα και τότε όμως, επειδή δούλευα παράλληλα σε μια παράσταση, χρειάστηκε να με πείσουν οι συνάδελφοί μου να φύγω. Έτσι, λοιπόν, η συνέχεια έλαβε χώρα στο Παρίσι. Στο αεροδρόμιο με περίμενε ένα ταξί πολυτελείας, με wi-fi και τέσσερα τάμπλετ στο πίσω κάθισμα. Είπα τότε στον εαυτό μου «δεν μπορεί να συμβαίνει σ’ εμένα αυτό».

Είναι ενδιαφέρον που το αναφέρετε αυτό, γιατί στο σινεμά ξεκινήσατε ως ταξιτζής («Ήσυχες Μέρες του Αυγούστου», 1991) για να βρεθείτε, δεκαετίες μετά, σε μια διεθνή μεγάλη παραγωγή στο ρόλο ενός μεταφραστή. Έχετε σκεφτεί ποτέ αυτήν τη διαδρομή της καριέρας σας;
Καμιά φορά περνάει από το μυαλό μου φευγαλέα, αλλά τώρα με βάζεις σε μια διαδικασία ψυχαναλυτικού τύπου... (γέλια) Μου θυμίζει ένα στίχο του Σαββόπουλου που λέει «τα όνειρά σου μην τα λες, γιατί μια μέρα κρύα μπορεί και οι φροϊδιστές να 'ρθουν στην εξουσία» [σ.σ.: στο τραγούδι «Οι εκλογές μαντινάδα»]. Όμως, σοβαρά, αυτό που σκέφτομαι είναι ότι μοιάζει με την πορεία ενός ανθρώπου που ξεκίνησε από το χωριό και έφτασε σε μια ξένη μητρόπολη, ως εκπρόσωπος μιας ολόκληρης κουλτούρας. Πολλοί, όμως, δεν το έβλεπαν αυτό σ' εμένα.
Φαντάσου ότι για καιρό έλεγα χαριτολογώντας σε διάφορους σκηνοθέτες «πάλι για ρόλο ΤΕΒΕ με θέλετε;». (γέλια) Αγαπώ πολύ τους ρόλους των λαϊκών ανθρώπων, παρόλο που από τότε ήθελα να μην περιοριστώ σε αυτούς. Δε με παραξενεύει πάντως ότι συνέβη αυτό, εξάλλου βοηθά και την αγορά να κάνει τα πράγματα γρήγορα, σωστά και με λιγότερο κόστος.

Ο Ροϊνάρ, πάντως, είδε κάτι διαφορετικό σ’ εσάς.
Ναι, χωρίς κιόλας να τα πάω καλά στο διά ζώσης κάστινγκ, όπου πάλι είχα μόνο μία σκηνή από την ταινία. Από το άγχος μου χρειάστηκα σχεδόν μία ώρα για να τη βγάλω. Εκείνη τη στιγμή, όμως, σαν θεία φώτιση, ήρθε μια σκέψη στο μυαλό μου που έλεγε «δικαιούσαι να έχεις τρακ, αν δεν έχεις τώρα πότε θα έχεις;». Όταν στο τέλος τα κατάφερα, είδα την ανακούφιση του σκηνοθέτη, το πρόσωπό του έλαμψε.

Όταν τελικά μάθατε τι αφορά το σενάριο, πώς αντιδράσατε;
Από τη στιγμή που με πήραν, δεν με ένοιαζε να διαβάσω ακόμα και τον τηλεφωνικό κατάλογο. (γέλια) Βρισκόμουν σε μια παραγωγή υψηλού επιπέδου σε μια χώρα με ασύλληπτη κινηματογραφική ιστορία, κι αυτό αρκούσε. Στο διά ταύτα, πάντως, το σενάριο εξαρχής μου φάνηκε καλογραμμένο, παρόλο που χρειάστηκε να το διαβάσω τρεις-τέσσερις φορές για να καταλάβω ακριβώς τι συμβαίνει. Θα παρατήρησες κι εσύ πως ανακατεύεται επίτηδες η αφήγηση.
Επιπλέον, κάτι που μου άρεσε ιδιαίτερα σε όλους τους χαρακτήρες είναι ότι τα στερεοτυπικά στοιχεία τους υπονομεύονται και ανατρέπονται στην ταινία. Όσον αφορά τον δικό μου ρόλο, απόλαυσα το γεγονός ότι είναι ταυτόχρονα ένας παραπονιάρης Έλληνας, αλλά και ένας άνθρωπος που στοχάζεται και ξέρει πότε να σιωπά για ν’ ακούσει. Πάνω σε αυτά τα συστατικά πάτησα για να βρω τα πιο βαθιά σημεία του χαρακτήρα μου. Γιατί ένας σκηνοθέτης ή ένας σεναριογράφος δεν θα τα βάλει ποτέ στο στόμα σου, πρέπει να τα αναζητήσεις.

Την ίδια στιγμή ο ήρωας που υποδύεστε βρίσκεται εγκλωβισμένος σε ένα τοξικό, ουσιαστικά κανιβαλιστικό, περιβάλλον όπου πρέπει να επιβιώσει.
Πρόκειται για μια κατάσταση τεχνητής κρίσης, όπως η οικονομική που γνωρίζουμε καλά. Ως ένα βαθμό, η ταινία λειτουργεί ως μια μεταφορά της. Θίγεται έμμεσα στη σκηνή με το μονόλογο της Κνούτσεν, όπου αναρωτιέται αν θα λείψουμε σε κάποιον σε περίπτωση που πεθάνουμε. Αυτή η απορία εμένα με κάνει να αναρωτιέμαι αν τελικά η κρίση μάς έφερε πιο κοντά. Φοβάμαι πως όχι. Θυμήσου τι συνέβη πρόσφατα με τα σύνορα στον Έβρο, αμέσως χωριστήκαμε. Αλλά και στην καθημερινότητα, όταν έχεις χάσει όσα είχες πριν, μεταμορφώνεσαι σε πληγωμένο ζώο.

Μανώλης επί 3

Ο «ομορφάντρας»

Η διαφήμιση που απογείωσε τη δημοτικότητα του Μαυροματάκη. Με σύγχρονους όρους θα λέγαμε πως έγινε viral, αφού όλη η χώρα έμαθε την ατάκα «ομορφαίνει, δεν παχαίνει». Ο ηθοποιός μπορεί να έχει ταυτιστεί με τον συγκεκριμένο χαρακτήρα και να αδικείται η πολύπλευρη υποκριτική γκάμα του, αλλά όπως και να το κάνουμε, είναι τρομερά πετυχημένος...

Ο «Εχθρός μου»

Παραδόξως η ταινία του Γιώργου Τσεμπερόπουλου είναι η μοναδική μεγάλου μήκους που βασίζεται στην ερμηνεία του Μαυροματάκη, ο οποίος κρατά τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Ενσαρκώνει υποδειγματικά έναν οικογενειάρχη ο οποίος αναζητά τους εγκληματίες που εισέβαλλαν στο σπίτι του, το λήστεψαν και στη συνέχεια κακοποίησαν την κόρη του.

Ο «Καουμπόης»

Από τις πολλές μικρού μήκους που έχει εμφανιστεί, εκείνη του Γιάννη Χαριτίδη είναι με διαφορά η καλύτερη. Ένα mockumentary με ήρωα έναν μεσήλικο ο οποίος ζει σαν αληθινός καουμπόι, όπου το μαύρο χιούμορ αναμειγνύεται με το συγκινητικό και βαθιά ανθρώπινο παίξιμο του Μαυροματάκη.

Αναλυτικές πληροφορίες από τον οδηγό σινεμά

Σχετικά Θέματα