Θέμα

Ο Λαρς φον Τρίερ επιστρέφει σοκάροντας και διχάζοντας κοινό και κριτικούς

Από -

Πριν από μερικά χρόνια, αμέσως μετά την προβολή μιας ταινίας του Λαρς φον Τρίερ, ο Δανός σκηνοθέτης εμφανίστηκε στην οθόνη του κινηματογράφου για μια σύντομη συζήτηση με τους θεατές μέσω Skype. Ένας εξ αυτών του απευθύνθηκε λέγοντας: «Δεν μου άρεσε η ταινία. Είμαι εκνευρισμένος γιατί νιώθω πως με εκμεταλλεύτηκε συναισθηματικά η ταινία σας. Εσείς πώς νιώθετε γι’ αυτό;». «Υπέροχα», απάντησε ο Τρίερ.

Η κυνική του απόκριση αντικατοπτρίζει τα συναισθήματα του ίδιου όσον αφορά όχι μόνο τις αντιδράσεις του κοινού αλλά και την ίδια την τέχνη του κινηματογράφου. Ο Λαρς φον Τρίερ έχει συνδέσει συνειδητά το όνομά του με ταινίες που προβοκάρουν, με σκηνές φτιαγμένες ακριβώς για να ταράξουν τον θεατή, με θεματικές που οποιοσδήποτε άλλος σκηνοθέτης θα απέφευγε πάση θυσία.

Ο δικός του τρόπος όμως δεν είναι απλώς γλαφυρός, ποντάροντας αποκλειστικά στην επίδραση του σοκ, αλλά κινηματογραφικά πρωτότυπος και νοηματικά ευρηματικός, δυσκολεύοντας αυτούς που θέλουν να τον απορρίψουν απερίφραστα. Μιλάμε άλλωστε για τον άνθρωπο που πιστεύει ότι μια ταινία πρέπει να ενοχλεί όσο μια πέτρα στο παπούτσι μας.

Το «Σπίτι που Έχτισε ο Τζακ», βέβαια, έχει προκαλέσει κάπως εντονότερες αντιδράσεις από ένα πετραδάκι, μια και πάνω από εκατό δημοσιογράφοι (όπως λένε τα κουτσομπολιά) αποχώρησαν κατά τη διάρκεια της προβολής στις Κάνες. Και αν κάτι τέτοιο δεν αποτελεί είδηση ούτε για τις Κάνες ούτε και για ταινία του Τρίερ, εγείρονται δύο καίρια ερωτήματα: πού ξεκινάει και πού τελειώνει η προβοκάτσια και μήπως ο κόσμος του σινεμά έχει χάσει την ανοχή του απέναντι σε έργα που σοκάρουν;

Η ελευθερία των κανόνων

Στην περιβόητη συνέντευξη Τύπου για το «Melancholia» στις Κάνες το 2011, όταν ο Τρίερ έκανε το κακόγουστο, βλακώδες και άστοχο αστείο να δηλώσει ότι είναι ναζί και καταλαβαίνει τον Χίτλερ, το φεστιβάλ αντέδρασε με πρωτοφανή τρόπο. Χαρακτήρισε ανεπιθύμητο έναν δημιουργό που είχε βραβεύσει στο παρελθόν με Χρυσό Φοίνικα («Χορεύοντας στο Σκοτάδι», 2000) και τον απέκλεισε από το πρόγραμμά του για επτά χρόνια.

Μέχρι όμως να επιστρέψει ο Δανός στις Κάνες με το «Σπίτι...» σκηνοθέτησε ένα σεξουαλικά φορτισμένο έπος με θετική υποδοχή («Nymphomaniac: Μέρος Α΄& Β΄», 2013). Μάλιστα, έκλεισε ειρωνικά το μάτι στη γαλλική διοργάνωση παρουσιάζοντας τα δύο κεφάλαια της ταινίας για πρώτη φορά στο Φεστιβάλ Βερολίνου κι έπειτα της Βενετίας, τα οποία δεν αντιμετώπισαν τον Τρίερ ως persona non grata. Και αυτό γιατί θεώρησαν προεξάρχον χαρακτηριστικό των ταινιών του την καλλιτεχνική αρτιότητα.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως ο Δανός είναι ένας από τους ελάχιστους σκηνοθέτες που εξελίσσουν συνεχώς το στιλ τους, διατηρώντας ταυτόχρονα την προσωπική τους ταυτότητα, ενώ οι ταινίες του είναι αδύνατο να ταξινομηθούν σε είδη. Στην 50χρονη καριέρα του, την οποία ξεκίνησε σε ηλικία 11 ετών, έχει συνδυάσει τη χρήση ασπρόμαυρου κι έγχρωμου φιλμ στην τριλογία της Ευρώπης («Το Στοιχείο του Εγκλήματος», «Epidemic», «Europa»), προτού περάσει στο απογυμνωμένο και αυστηρό ως προς τους κανόνες του Δόγμα 95, το οποίο ίδρυσε μαζί με τον συμπατριώτη και συνάδελφό του Τόμας Βίντερμπεργκ («Οικογενειακή Γιορτή», 1998).

Σε αυτήν του την περίοδο ο Τρίερ παρέδωσε δύο από τις σπουδαιότερες ταινίες του, το «Δαμάζοντας τα Κύματα» και το «Χορεύοντας στο Σκοτάδι», κι έφτασε στην κορυφή με το απίστευτης σύλληψης κι εκτέλεσης «Dogville» (2003), που ανέτρεψε ουκ ολίγους παραδοσιακούς κινηματογραφικούς κανόνες.

Την τελευταία δεκαετία ο Τρίερ παραδίδει μαθήματα σκηνοθετικής φαντασίας, ενσωματώνοντας σε ταινίες όπως ο «Αντίχριστος» (2009) όλες τις υπάρχουσες κινηματογραφικές τεχνικές (από αρχειακό υλικό μέχρι animation), ανάλογα με τις ανάγκες του σεναρίου. Δεν είναι πολλοί οι σκηνοθέτες που μπορούν να το καταφέρουν αυτό με επιτυχία και ο Δανός επιδεικνύει χαρακτηριστική άνεση σε αυτό το κομμάτι.

Το αθέατο τίμημα

Λαρς φον Τρίερ

Η υπερέκθεση στον Τύπο, με την ανάλυση για καθετί που λέει και κάνει, αλλά και το περιστατικό του 2011 δεν άφησαν ανεπηρέαστο τον Τρίερ, ο οποίος ανέκαθεν αντιμετώπιζε ψυχολογικά προβλήματα. Το χρόνιο άγχος σε συνδυασμό με τα διαστήματα κατάθλιψης και τις προσπάθειες να σταματήσει το αλκοόλ τον έχουν οδηγήσει να δηλώσει αφοπλιστικά: «Κάνω ταινίες γιατί φοβάμαι οτιδήποτε άλλο στη ζωή». Έτσι η υπερβολή, ο σαρκασμός και η πρόκληση που κυριαρχούν στη φιλμογραφία του μπορούν να ερμηνευτούν ως μια διέξοδος από πιεστικούς ψυχολογικούς φραγμούς.

Ο ίδιος, από την άλλη, μιλάει ανοιχτά για τα όσα του συμβαίνουν και δεν χρησιμοποιεί τους προσωπικούς του δαίμονες ως δικαιολογία για τις αμφιλεγόμενες πράξεις των ηρώων του. Αντιθέτως αναγνωρίζει τις ατέλειες του ίδιου όσο και αυτές των χαρακτήρων του και τις υπερτονίζει έτσι ώστε να δει μέχρι πού είναι διατεθειμένοι να φτάσουν.

Τα όρια ξεπερνά περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη φορά μέχρι σήμερα ο κεντρικός ήρωας στο «Σπίτι που Έχτισε ο Τζακ», ο οποίος φέρει πολλά από τα χαρακτηριστικά του ίδιου του δημιουργού. Αυτό οδήγησε πολλούς να απηυδήσουν με την ταινία, προσπέρασαν όμως το γεγονός ότι Τρίερ σκαρφίστηκε έναν θρασύ και ταυτόχρονα ευφυή τρόπο να κοιταχτεί στον καθρέφτη και να «λογοδοτήσει» στο κοινό του.

Η ακραία τέχνη

Στο «Σπίτι...» πρωταγωνιστεί ο Ματ Ντίλον στον ρόλο του Τζακ, ενός πανέξυπνου κατά συρροή δολοφόνου. Σε αφήγηση αντίστοιχη του «Nymphomaniac», ο Τζακ περιγράφει στον άγνωστό του Βερτζ (Μπρούνο Γκανζ) μερικές από τις δολοφονίες που διέπραξε σε διάστημα δώδεκα ετών, κατά τις δεκαετίες του ’70 και του ’80, τις οποίες έχει επιλέξει τυχαία.

Το κλειδί στις αφηγήσεις του δεν είναι οι λεπτομέρειες της εκτέλεσης των φόνων, οι οποίοι απεικονίζονται ρεαλιστικότατα, αλλά ο περφεξιονισμός με τον οποίο τους αντιμετωπίζει. Απόλυτα ψυχαναγκαστικός, ο Τζακ αντιλαμβάνεται τις αποτρόπαιες πράξεις του ως έργα τέχνης, τα οποία σκοπεύει να διαφυλάξει σε ένα σπίτι που χτίζει ο ίδιος.

Είναι ξεκάθαρος ο αλληγορικός τόνος του σεναρίου, το οποίο παραλληλίζει το δολοφονικό σερί του Τζακ με τη φιλμογραφία του Τρίερ, τις εμμονές, τα λάθη, ακόμη και την παιδική του ηλικία. Σε καμία περίπτωση όμως ο Δανός δεν ζητά «άφεση αμαρτιών». Την ίδια στιγμή που ο ήρωας προκαλεί τη συμπόνια, βλέπουμε μια σκηνή η οποία δοκιμάζει την ηθική ακόμη και του πιο ανοιχτόμυαλου θεατή. Στην ταινία υπάρχουν πολλές κυνικά γυρισμένες σκηνές, με διεστραμμένη αίσθηση του χιούμορ, οι οποίες βρίσκονται στα όρια του καλού γούστου.

Στην πραγματικότητα το «Σπίτι...» είναι ένα μπρα-ντε-φερ ανάμεσα στο επιτρεπτό και το μη επιτρεπτό, με τον Τρίερ να θολώνει τα όρια ειλικρίνειας και τεχνάσματος. Η βία που εξαπολύει ο Τζακ αποτελεί μια έκφανση του κακού που βρίσκεται διάσπαρτο στον κόσμο, με κύρια πηγή του τους ανθρώπους. Εδώ ο Τρίερ μοιάζει βαθιά απογοητευμένος από τη ζωή, ίσως και από τον ίδιο του τον εαυτό, αν κρίνουμε από το βαθιά αποκαρδιωτικό τέλος της ταινίας. Μπορεί όμως να γίνει πιστευτός ο νιχιλισμός ενός απροκάλυπτου ναρκισσιστή όπως ο Τρίερ;

Το τέλος (;) των enfants terribles

Στα 62 του ο σκηνοθέτης εξακολουθεί να εγείρει αντιδράσεις, να πυροδοτεί ατελείωτες συζητήσεις μεταξύ σινεφίλ και να επινοεί ταινίες που, αν μη τι άλλο, εμπλουτίζουν τις αφηγηματικές δυνατότητες του σινεμά. Η κινηματογραφική κοινότητα όμως δείχνει πλέον τα δόντια της στους δημιουργούς που ενοχλούν και ανακατεύουν την τράπουλα και μοιάζει ικανοποιημένη μόνο όταν τηρεί τους κανόνες (της αγοράς). Λιγοστεύουν έτσι όλο και περισσότερο οι ταινίες που ρισκάρουν και θίγουν αμφιλεγόμενα ζητήματα.

Στην ιστορία του σινεμά όμως αυτές ήταν οι ταινίες που άνοιγαν νέους δρόμους έκφρασης. Εκείνες που έσπαγαν τη φόρμα για να τη φτιάξουν από την αρχή με ανανεωμένα υλικά. Για παράδειγμα, ποια θα ήταν η τύχη του Τζον Γουότερς σήμερα; Κανείς δεν μπορεί να απαντήσει με ασφάλεια. Αν όμως χαθεί η ανοχή απέναντι σε αυτούς που τολμούν προς όφελος ενός σινεμά συγκεκριμένων προδιαγραφών, το οποίο δεν θα προκαλεί τον θεατή να αντιληφθεί μια εναλλακτική πραγματικότητα, το ίδιο το σινεμά χάνει την ουσία του. Ας μην ξεχνάμε και την ασύγκριτη ελευθερία που προσφέρει πάντα η σκοτεινή αίθουσα: όταν μια ταινία αποτυγχάνει παταγωδώς, μπορούμε πάντα να την εγκαταλείψουμε...


Αναλυτικές πληροφορίες από τον οδηγό σινεμά

Σχετικά Θέματα

Δώσε το σχόλιο σου

* Όνομα   * e-mail    
Σχόλιο

Έχω διαβάσει και αποδέχομαι τις οδηγίες και τους όρους χρήσης  
Επιθυμώ να λάβω ενημέρωση με email σε περίπτωση απάντησης

  • ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΤΣΙΓΚΡΗΣ πριν από 3 ημέρες

    Φύγαμε στο τέταρτο....

  • Βαγγελης πριν από 6 ημέρες

    Νομίζω ότι η ταινία αυτή είναι αίσχος κ ντροπή. Μην ψάχνετε για νοήματα σώνει κ καλα.

  • ANESTIS PLOUMIS πριν από 6 ημέρες

    Πολύ ορθή, κατανοητή και εις βάθος ανάλυση του ψυχογραφήματος για τον Λαρς φον Τρίερ. Μπράβο στον αρθρογράφο.