Συνέντευξη

Ο Κώστας Χαραλάμπους οπλίζει το «Λούγκερ» του

Από -

Το «Λούγκερ» εξελίσσεται σαν ένα άτυπο ταξίδι στο χρόνο που ξεκινά λίγο μετά την Κατοχή και φτάνει έως τις αρχές της δεκαετίας του '80, όταν το ΠΑΣΟΚ βρέθηκε για πρώτη φορά στην εξουσία. Η νέα ταινία του Κώστα Χαραλάμπους, με πρωταγωνιστές μεταξύ άλλων τους Τάσο Νούσια και Στεφανία Γουλιώτη, αφορά την άνοδο και την πτώση μιας αυτοδημιούργητης πλούσιας οικογένειας η οποία βλέπει τις σχέσεις των συγγενών να διαβρώνονται εξαιτίας των πλούτου. Ο σκηνοθέτης μίλησε στο «α» αναλυτικά για το πώς έφτιαξε το φιλόδοξο φιλμ του.

«Αγάπη στα 16», «Δεμένη Κόκκινη Κλωστή» και τώρα «Λούγκερ». Υπάρχει, άραγε, κάτι που συνδέει τις τρεις ταινίες μεταξύ τους;
Ενδιαφέρουσα ερώτηση, γιατί έχω την αίσθηση πως στο ελληνικό σινεμά έχει επικρατήσει η άποψη ότι ο δημιουργός πρέπει να καθορίζεται από μία θεματική. Πρόκειται για μία συνέπεια της νεωτερικότητας, η οποία ορίζει πως ένας άνθρωπος έχει συγκεκριμένο χαρακτήρα, μια ξεκάθαρη ψυχοσύνθεση και κατ' επέκταση παράγει έργα με διακριτή ταυτότητα, έτσι ώστε να διαμορφώνουν ένα συνεκτικό καλλιτεχνικό σώμα. Είναι αυτό που αργότερα αναδείχθηκε από τη νουβέλ βαγκ, ο τρόπος δηλαδή που προσωπικότητα του δημιουργού διατρέχει όλο το έργο του, ακόμα και εάν δε φαίνεται εκ πρώτης όψεως. Προσωπικά, πάντως, δεν έχω στο μυαλό μου μια συγκεκριμένη φόρμα που υπηρετώ. Σε κάθε περίπτωση, θα σου πω αυτό που έλεγε ο Μπρους Λι: «Δεν έχω ένα στιλ, έχω όλα τα στιλ μαζί».

Παρόλα αυτά, οι τρεις ταινίες μοιράζονται τη διάθεση να απευθυνθούν στο ευρύ κοινό υιοθετώντας ένα καλλιτεχνικό ύφος.
Σωστά, γιατί θεωρώ πως δυνητικά κάθε ταινία αφορά τους πάντες. Τα τελευταία χρόνια έχει κυριαρχήσει μια ας την πούμε «φεστιβαλική» αισθητική, η οποία όμως δεν απευθύνεται στο κοινό. Οι ταινίες αυτές, συνήθως, έχουν ανερμάτιστους χαρακτήρες, αμφίσημες προθέσεις και ένα διφορούμενο τέλος. Το «Titane» είναι ένα παράδειγμα τέτοιου σινεμά. Ξεκινά διαφορετικά από το συνηθισμένο, η ηρωίδα έχει μια περίεργη εξέλιξη, δε συναρμολογείται σωστά η υπόλοιπη αφήγηση και το φινάλε είναι ανοιχτό σε ερμηνείες. Εάν, λοιπόν, θεωρήσουμε πως αυτό είναι ένα τυπικό δείγμα φεστιβαλικού φιλμ, τότε αισθητικά το «Λούγκερ» σίγουρα βρίσκεται μακριά του. Ακόμα και έτσι, δεν θα έπρεπε να χωρίζονται οι ταινίες ανάμεσα σε αυτές που απευθύνονται στο θεατή και σε όσες όχι. Σε σχέση με τα φεστιβάλ του εξωτερικού, πάντως, η Ελλάδα έχει συνδεθεί άρρηκτα με το σινεμά του Γιώργου Λάνθιμου και έτσι οι διοργανώσεις συνεχίζουν να αναζητούν ταινίες οι οποίες υιοθετούν αυτό το ύφος ώστε να επιβεβαιώνεται η εντύπωση που έχουν για τον ελληνικό κινηματογράφο. Ενώ ξέρουμε πως κάτι τέτοιο δεν ισχύει. Αποτέλεσμα, αρκετοί δημιουργοί να υποφέρουν αναζητώντας ένα διεθνές φεστιβάλ για να τους επιλέξει. Είναι ένα φαινόμενο που έχει ξανασυμβεί στο παρελθόν, με το ιρανικό σινεμά ενδεχομένως, το οποίο ταυτίστηκε με τις ταινίες του Αμπάς Κιαροστάμι. Επομένως, οι ταμπέλες πολύ συχνά χάνουν την αξία τους. Σε όλα αυτά, να προσθέσουμε και μια νέα μεταστροφή στο θέαμα όπου τη μεγαλύτερη μερίδα της προσοχής αποσπούν οι streaming πλατφόρμες.

Είναι ευχάριστο, επομένως, ότι κάνατε υπομονή ώστε το «Λούγκερ» να κυκλοφορήσει στους κινηματογράφους.
Η διανομή της ταινίας είχε περιπέτειες. Όταν δρομολογήθηκε για πρώτη φορά η κυκλοφορία της, ανακοινώθηκε το πρώτο lockdown. Στη συνέχεια καθυστέρησε το άνοιγμα τον κινηματογράφων, ήρθε η επόμενη καραντίνα, οπότε χρειάστηκε να περιμένουμε κι άλλο. Ακόμα και τώρα, που υπολογίζαμε η είσοδος στα σινεμά να γίνεται και με αρνητικά rapid test, οι εξελίξεις μας διέψευσαν. Υπό αυτήν την έννοια, το «Λούγκερ» είναι μια άτυχη ταινία.

Πώς, λοιπόν, ξεκίνησε η περιπέτεια του «Λούγκερ»; Πώς το εμπνευστήκατε;
Μετά τη «Δεμένη Κόκκινη Κλωστή» ήθελα να κάνω μια ταινία γύρω από το χρήμα. Είχα δύο σενάρια τα οποία δούλευα εκείνη την περίοδο, ώσπου βρέθηκε ένας άνθρωπος ο οποίος προθυμοποιήθηκε να με χρηματοδοτήσει. Προοδευτικά, ξεχώρισε το σχέδιο που πήρε τη μορφή του «Λούγκερ». Είναι μια ιστορία που όπως την έζησα απέδειξε ότι εάν είσαι αποφασισμένος να κάνεις κάτι, μπορείς να το καταφέρεις παρά τις όποιες αντιξοότητες.

Για μια ταινία η οποία αφορά στον πυρήνα της το χρήμα, έχει ενδιαφέρον πως δεν απεικονίζεται ποτέ, παρά μόνο σε μία σκηνή. Και μάλιστα, εξελίσσεται σε ένα βραχνά για τους ήρωες παρά σε κάτι το απελευθερωτικό.
Και εγώ πιστεύω πως η κατοχή χρήματος σε τέτοια κλίμακα, περισσότερο δημιουργεί παρά λύνει προβλήματα. Αλλάζει ακόμα και τον τρόπο που αντιλαμβάνεσαι τους ανθρώπους. Διότι εάν χαθεί το «μαζί», η δύναμη της συλλογικότητας, καταλήγεις δυστυχισμένος. Η λάθος διαχείριση του πλούτου αναπόφευκτα κάνει τους ανθρώπους εγωιστές και με περισσότερα υπαρξιακά αδιέξοδα.

banner

Στην Ελλάδα, νομίζω, πως έχουμε την τάση να εξιδανικεύουμε όσους αποκτούν αμύθητο πλούτο. Κατ' επέκταση, φαντασιωνόμαστε την καθημερινότητά τους με ουτοπικούς όρους, σα να ζουν μια ανέφελη ρουτίνα. Επομένως, πώς κάποιος προσεγγίζει αυτήν την πραγματικότητα σεναριακά; Προσπαθώντας, δηλαδή, να είναι πιο κοντά στην αλήθεια αυτών των ανθρώπων.
Το κλειδί είναι η εκτενέστατη έρευνα. Σα να θες να γυρίσεις μια ταινία που διαδραματίζεται στο Μεσαίωνα. Παρόμοια λογική ακολούθησα και όταν έκανα τη «Δεμένη Κόκκινη Κλώστη», γιατί πρέπει να ψηλαφίσεις το παραμικρό· από το πώς κινούνταν τότε αυτοί οι άνθρωποι, μέχρι το πώς μίλαγαν και σκέφτονταν. Η μελέτη σου αποκαλύπτει έναν κόσμο τον οποίο μπορείς να εξερευνήσεις, έστω και φαντασιακά. Χωρίς, δηλαδή, να είναι απαραίτητα σωστή η οπτική με την οποία θα τον αποδώσεις. Γιατί πρόκειται για τη δική σου συμβολή στην απεικόνιση μιας εποχής^ είναι ουσιαστικά μια ακόμα ερμηνεία.

Πράγματι διότι, επιπλέον, ενώ υπάρχει ένα σαφώς οριοθετημένο ιστορικό πλαίσιο στο «Λούγκερ» δεν γίνονται ευθείς αναφορές π.χ. σε πολιτικά πρόσωπα, παρόλο που υπαινίσσονται στην αφήγηση.
Για αυτό η ταινία χρειάζεται προσεκτικούς θεατές, οι οποίες θα παρατηρήσουν τις λεπτομέρειες και θα αντιληφθούν τα περισσότερα επίπεδα της υπόθεσης. Διότι, όντως, δεν κατονομάζονται καταστάσεις αλλά χρησιμοποιούνται στο σενάριο ευφημισμοί που τις φωτογραφίζουν.

Για να αναφέρω ακόμα ένα κοινό σημείο μεταξύ των ταινιών σας, φαίνεται και εδώ πως δείχνετε μεγάλη εμπιστοσύνη στους ηθοποιούς. Κάθε σκηνή απαιτεί κάτι έντονα δραματικό από την ερμηνεία τους, είτε πρόκειται για ενήλικες επαγγελματίες είτε παιδιά.
Η μισή δουλειά είναι το σωστό cast. Να μιλάς λίγο με τον ηθοποιό και να αντιλαμβάνεσαι πως είναι ο κατάλληλος για ένα ρόλο. Έχω την αυτοπεποίθηση να πω ότι σε αυτή τη διαδικασία είμαι καλός. Γιατί ο καθένας τους έχει μια γκάμα, έχει σημασία να μπορείς να τη διακρίνεις και να την εκμεταλλευτείς ώστε να δουλέψει ιδανικά για το χαρακτήρα που θες.

Αναλυτικές πληροφορίες από τον οδηγό σινεμά

Σχετικά Θέματα