Συνέντευξη

Ο Κίμων Τσακίρης και το γλυκόπικρο παρασκήνιο του «Sugartown: Για Μια Χούφτα Ψήφους»

Από -

Καθίσαμε με τον ταλαντούχο ντοκιμαντερίστα Κίμωνα Τσακίρη, για να μάθουμε πώς ολοκλήρωσε την τριλογία ταινιών «Sugartown», με το τελευταίο κεφάλαιο «Για μια Χούφτα Ψήφους» να κυκλοφορεί στις αίθουσες. Η Ζαχάρω, ο περιβόητος δήμαρχός Πανταζής Χρονόπουλος και όλο το πολιτικό παρασκήνιο αποκαλύπτονται γλαφυρά και αποστομωτικά σε ένα ακόμα απολαυστικό όσο και προειδοποιητικό ντοκιμαντέρ…

Όσα συμβαίνουν στο ντοκιμαντέρ, αλλά και στα δύο προηγούμενα, είναι τόσο απίστευτα που από ένα σημείο και μετά απλά σταματά η λογική…
Ακριβώς αυτό, είμαστε απέναντι σε μια περίπτωση υπαρκτού σουρεαλισμού! (γέλια) Πέρα όμως από οτιδήποτε χιουμοριστικό μπορεί να προκύπτει στα ντοκιμαντέρ, εμένα το ενδιαφέρον μου ξεκίνησε από κάτι εντελώς σοβαρό. Γιατί αρχικά το θέμα της Ζαχάρως και του δημάρχου το έμαθα εξαιτίας ενός ρεπορτάζ για παράξενα, αστεία πράγματα. Κανείς όμως δεν ενδιαφέρθηκε να μάθει ποια είναι η σχέση των κατοίκων με την τοπική εξουσία, την επαφή πολίτη και πολιτικού δηλαδή, η οποία αποτελεί και το θέμα των «Sugartown».

Και κυρίως γίνεται αμέσως εμφανές πόσο, μεγάλη πλειονότητα ψηφοφόρων ήταν ιδεολογικά μετέωρη. Γιατί μόλις έπαψαν οι παροχές του δημάρχου άρχισαν οι μουρμούρες και οι αμφισβητήσεις…
Εγώ δε νομίζω πως έχουμε μια σύγχρονη δημοκρατία, εάν λάβουμε υπόψη πως αδυνατούμε να υπολογίσουμε κάτι άλλο πέρα από το προσωπικό μας συμφέρον, και πολιτικά κινούμαστε αναλόγως. Ενώ στην πραγματικότητα εμείς έχουμε τη δύναμη, εναποθέτουμε τις προσδοκίες μας στους πολιτικούς, τους οποίους αργότερα αποκαλούμε απατεώνες εάν δεν τις εκπληρώσουν. Για αυτό ακούγονται πολλοί στο ντοκιμαντέρ που λένε απογοητευμένοι πως πλέον ψηφίζουν «μικρά κόμματα».

Δεν παύει από την άλλη, όσο αφελές και εάν ακούγεται, να με εκπλήσσει το γεγονός πως ακόμα ψηφίζουν τον Πανταζή Χρονόπουλο, ενώ γνωρίζουν όλα όσα έχει κάνει. Έχεις καταλήξει σε μια προσωπική εξήγηση;
Μια άποψη που ενστερνίζομαι γενικά είναι πως την αισθητική τους οι πολιτικοί τη διαμορφώνουν μέσα από εκείνη της κοινωνίας από την οποία προέρχονται. Άρα από τη στιγμή που κάποιοι πολιτικοί ηγούνται, αυτοί μοιράζονται ορισμένα στοιχεία με τους ανθρώπους στους οποίους απευθύνονται. Έτσι καταλαβαίνουμε πως υπάρχει μια αμφίδρομη επικοινωνία ανάμεσα στα δύο μέρη, και πως ο πολίτης βλέπει στοιχεία του εαυτού του σε εκείνον που υποστηρίζει.
Ταυτόχρονα οι σχέσεις μεταξύ των κατοίκων και η επικοινωνία τους εκεί, αλλά και σε πολλά άλλα μέρη της ελληνικής επαρχίας, δύσκολα μπορούμε να την αντιληφθούμε απόλυτα όντας απ’ έξω. Πιστεύω πως αυτό που συμβαίνει στη Ζαχάρω, πάντως, δεν είναι εξαίρεση αλλά ο κανόνας.

Τι σε κινητοποίησε να γυρίσεις ένα τρίτο κεφάλαιο στην ιστορία του Χρονόπουλου;
Στα χρόνια που μεσολάβησαν μετά το δεύτερο «Sugar Town» αναζήτησα ανθρώπους οι οποίοι με έναν δικό τους τρόπο πήγαιναν κόντρα στο ρεύμα, ακόμα και εάν δεν τα κατάφερναν εν τέλει. Γνώρισα έτσι έναν αγρότη – φιλόσοφο στη Μεσσηνία που κατέγραψα στο «Ομορφιές και Δυσκολίες (Μίτσιγκαν)», επίσης αργότερα τη Γεωργία Καραμήτρου-Μεντεσίδη που κινηματογράφησα στην «Αρχαιολόγο», έψαχνα δηλαδή λαϊκούς ανθρώπους αποφασισμένους να κάνουν πράγματα με το δικό τους τρόπο.
Κάποια στιγμή μου έκανε εντύπωση πώς μιλάγαμε για τη δημοκρατία του σήμερα σα να μην έχει προβλήματα, σα να μην την εκμεταλλεύονται άνθρωποι για δικούς τους σκοπούς. Τώρα, λοιπόν, που θεωρούμε πως τα δύσκολα έχουν περάσει, ήταν η κατάλληλη στιγμή για εμένα να επιστρέψω στη Ζαχάρω, και να καταγράψω μια διάσταση της σχέσης πολίτη – πολιτικού που επιλέγουμε να αγνοούμε. Γιατί αν δεν αλλάξουμε εμείς νοοτροπία είμαστε καταδικασμένοι να μην αλλάξει ποτέ και η κατάσταση που ζούμε.

Από την άλλη είναι εντυπωσιακό πώς ο Χρονόπουλος σου δίνει το ελεύθερο να κινηματογραφήσεις τα πάντα, με ελάχιστες εξαιρέσεις.
Η σχέση μου μαζί του είναι μακροχρόνια και έχει περάσει από διάφορες φάσεις. Στο δεύτερο ντοκιμαντέρ είχαμε μια σύγκρουση και έπειτα κάναμε καιρό να μιλήσουμε. Όταν όμως ήρθε η ώρα για το «Μια Χούφτα Ψήφους», πήρα την απόφαση τόσο γρήγορα, ώστε από τη στιγμή που του είπα ότι έρχομαι Ζαχάρω ήταν κάπως ξεκάθαρο πως ο καθένας θα έκανε τη δουλειά του. Από τη στιγμή λοιπόν που συμφωνήσαμε πρακτικά να μην ενοχλούμε ο ένας τον άλλο, το γύρισμα κύλισε ομαλά.
Έχει επίσης σημασία πως εμένα με ενδιέφερε ο Χρονόπουλος ως μορφή, ως μια αμφιλεγόμενη προσωπικότητα την οποία εάν βλέπαμε σε ταινία μυθοπλασίας δε θα  μας προξενούσε τόση εντύπωση. Με ιντριγκάρει να γίνομαι μάρτυρας των σχέσεων εξουσίας στην πραγματική τους διάσταση.

Σχετικά Θέματα