Συνέντευξη

Ο Κιμ Κι - Ντουκ είναι ένας ποιητής του... σοκ!

Από , -

Η νέα ταινία του διάσημου Νοτιοκορεάτη τον φέρνει απέναντι σε ένα ακανθώδες πολιτικό ζήτημα που απεικονίζεται με όρους καφκικού εφιάλτη. Ο ίδιος μιλάει στο «α» ξετυλίγοντας το κινηματογραφικό του «Δίχτυ», ενώ ταυτόχρονα εμείς κάνουμε μια αναδρομή στη συναρπαστικά απρόβλεπτη καριέρα του.

Από το «Νησί» (2000) και το «Bad Guy» (2001) μέχρι τα πρόσφατα «Pieta» (2012) και «Moebius» (2013), οι ταινίες του Κιμ Κι-Ντουκ είναι συνυφασμένες με το σοκ που προκαλούν οι αριστοτεχνικά σκηνοθετημένες εικόνες βίας. Καθώς η φήμη­ προηγείται του ονόματος, συχνά παραβλέπεται η ικανότητα του σκηνοθέτη να κάνει έντονο σχόλιο στη σύγχρονη νοτιοκορεάτικη κατάσταση πραγμάτων. «Η αλήθεια είναι πως στο παρελθόν με απασχολούσαν πιο πολύ υπαρξιακά και ψυχολογικά ερωτήματα. Πρόσφατα όμως ασχολούμαι εντατικότερα με οικολογικά και πολιτικά θέματα, με ενδο-κορεατικά προβλήματα. Είναι θέματα που με φοβίζουν όλο και περισσότερο. Και η καλλιτεχνική δημιουργία ξεκινάει από τις ανασφάλειες και τα αναπάντητα ερωτήματα του καθενός. Αυτή η ενδο-κορεατική ένταση αποτελεί για μένα μείζον θέμα και κάτι που επηρεάζει άμεσα την καθημερινότητα όλων των συμπολιτών μου», λέει χαρακτηριστικά ο ίδιος. Με έναν πιο κατασταλαγμένο τρόπο αυτό περιγράφει και στη νέα του ταινία «Το Δίχτυ», όπου ένας ψαράς παγιδεύεται στα ψυχροπολεμικά παιχνίδια μεταξύ Νότιας και Βόρειας Κορέας. Αλλά ακριβώς πώς γίνεται ο Κιμ Κι-Ντουκ να είναι ταυτόχρονα ένας γνήσιος αμφισβητίας κι ένας auteur απαράμιλλης κινηματογραφικής ομορφιάς;



Η σιωπή είναι θηρίο
Βασικό χαρακτηριστικό στο σινεμά του Κιμ Κι-Ντουκ είναι η απουσία έκφρασης των ηρώων του. Η σιωπή τους οφείλεται στην κοινωνική τους προέλευση. Εκπροσωπούν τους ανθρώπους εκείνους που βιώνουν καθημερινά τον αποκλεισμό από το κυρίαρχο οικονομικό μοντέλο κι εντέλει από τη δυνατότητα στην ευτυχία. Βρίσκονται σε ένα διαρκές τέλμα συσσωρεύοντας μέσα τους μίσος και φθόνο προς όσους απολαμβάνουν τη ζωή, μα πάνω απ’ όλα τον έρωτα. Έτσι το σώμα τους μετατρέπεται σε ένα σκεύος αποθήκευσης δυσαρέσκειας, την οποία το σφιγμένο στόμα αδυνατεί να εκφράσει. Άλαλοι, επιδίδονται σε μια αέναη μάχη κόντρα στον εαυτό τους μέχρι την... υπερχείλιση, οπότε ξεσπούν με μια αδιανόητα βίαιη πράξη που έχει στόχο είτε τους ίδιους είτε το πρόσωπο που θεωρούν υπεύθυνο για την τύχη τους.

Ο Κιμ Κι-Ντουκ, όπως είναι φυσικό για όσους ξέρουν το σινεμά του, δεν μπορεί παρά να επικεντρωθεί στη βία, αφού «αυτή είναι αναπόσπαστο κομμάτι της φύσης αλλά και της ανθρώπινης κοινωνίας. Οι λόγοι εκδήλωσής της όμως είναι διαφορετικοί. Με ενδιαφέρει όλο και περισσότερο ο τρόπος με τον οποίο την αντιμετωπίζουν οι άνθρωποι, πώς καταπιέζουν αρχικά και πως κατόπιν μοιάζουν ανίκανοι να ελέγξουν τα συναισθήματά τους. Γι’ αυτό και με το πέρασμα του χρόνου προτιμώ πλέον να εστιάζει η κάμερα στα συναισθήματα των ηθοποιών και όχι σε περίπλοκες σκηνοθετικές τεχνικές, κάτι που βοηθάει το κοινό να συγκεντρωθεί πιο προσεκτικά στην ιστορία της ταινίας».

banner

Αγνότητα των αντιθέσεων
Ο κατεξοχήν αρνητισμός που συνοδεύει τους ήρωες του Κιμ Κι-Ντουκ οδηγεί τις ταινίες του σε ένα αναπάντεχο χάπι εντ, το οποίο όσο παράξενο κι αν μοιάζει προκύπτει νομοτελειακά μέσα από τις λιτές δραματουργίες του Νοτιοκορεάτη. Το ανδρόγυνο ως μονάδα είναι ο σταθερός πρωταγωνιστής, του οποίου η σεξουαλική ένταση οδηγεί σε μια αξεπέραστη συναισθηματική εξάρτηση. Γαντζώνονται ο ένας από τον άλλον, γιατί μαζί αποτελούν τη μοναδική σωσίβια λέμβο επιβίωσης σε έναν εχθρικό και απειλητικό κόσμο. Οι συνέπειες των πράξεών τους δεν προκύπτουν ως ένα ηθικό δίδαγμα, αλλά ως μια ευκαιρία για εξαγνισμό της ψυχής, σαν και αυτόν που αναζητά ο μοναχός στο ελεγειακό «Άνοιξη, Καλοκαίρι, Φθινόπωρο, Χειμώνας και… Άνοιξη». Μια ταινία που έκανε τον Κιμ Κι-Ντουκ γνωστό και ιδιαίτερα αγαπητό στην Ελλάδα το 2004, καθώς ξεπέρασε τα 60.000 εισιτήρια!

Σε αυτήν τη διαδικασία κάθαρσης συμμετέχει και ο ίδιος ο Κιμ Κι-Ντουκ, καθιστώντας έτσι το σινεμά του ένα καθαρά προσωπικό βίωμα. Όταν ο ίδιος, ύστερα από τρία χρόνια απόσυρσης από την κοσμική ζωή, επέστρεψε στο σινεμά, το έκανε με ένα σπαρακτικό, εξομολογητικό ντοκιμαντέρ («Arirang», 2011) που απέσπασε το βραβείο καλύτερης ταινίας του τμήματος Ένα Κάποιο Βλέμμα στις Κάνες. «Πιστεύω ότι αυτό το φιλμ αποτελεί σημείο καμπής στην καριέρα μου. Νομίζω πως η αλλαγή είναι ένα ανθρώπινο στοιχείο, κάτι συνυφασμένο με την ύπαρξή μας. Στο μέλλον μπορεί να αλλάξω και πάλι με ανάλογα δραστικό τρόπο. Δεν θα ήθελα να χάσω αυτό το προνόμιο, το οποίο είναι ταυτόσημο με την ουσιαστική ανθρώπινη διάστασή μας». Τάδε έφη Κιμ...

Σχετικά Θέματα