Συνέντευξη

Ο καθόλου δυσάρεστος Γιώργος Γεωργόπουλος έχει κάτι σοβαρό να μας πει

Από -

Μιλάμε με το σκηνοθέτη της sui generis κωμωδίας «Δε Θέλω να Γίνω Δυσάρεστος, Αλλά Πρέπει να Μιλήσουμε για Κάτι Πολύ Σοβαρό», στην οποία ο Όμηρος Πουλάκης «προκαλεί» μια επιδημία μέσω… του σεξ.

Πάνε πια πάνω από δύο χρόνια αφότου έκανε πρεμιέρα η ταινία στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Πώς αισθάνεσαι που έφτασε επιτέλους η ώρα της κυκλοφορίας;
Πάρα πολύ ωραία, απλά, τις δύο προηγούμενες φορές που ετοιμαζόμασταν για έξοδο στις αίθουσες, λίγο μετά ανακοινώθηκαν τα lockdown. Ελπίζω μόνο να μην την πατήσουμε ξανά! (γέλια)

Πάντως, η συγκυρία είναι ευνοϊκή, αφού η ταινία έρχεται στη συνέχεια διαδοχικών καλοφτιαγμένων ελληνικών παραγωγών που, κιόλας, έχουν βρει ανταπόκριση στο κοινό.
Δεν ξέρω εάν πρόκειται πράγματι για συγκυρία, ωστόσο, συμφωνώ ότι τελευταία έχουμε δει αρκετές πολύ καλές ελληνικές ταινίες που απευθύνονται σε ένα ευρύτερο κοινό. Βέβαια, δεν είμαι σίγουρος εάν αυτά τα φιλμ είχαν συνειδητά υπόψη την προσέγγιση περισσότερων θεατών ή απλά πέτυχαν χάρη στην ποιότητά τους. Προσωπικά, θεωρώ πως κάθε χρόνο υπάρχουν ταινίες που έχουν αντίκτυπο και μας κερδίζουν, δεν είναι δηλαδή κάτι που συνέβη τώρα πρώτη φορά. Το ότι τώρα υπάρχει μια παραπάνω ανταπόκριση είναι κάτι πολύ χαρμόσυνο που πρέπει να το εξετάσουμε.

banner

Σε σχέση, τώρα, με την ίδια την ταινία, οφείλω να ομολογήσω πως ο χαρακτήρας του Όμηρου Πουλάκη, μου θύμισε αρκετά εκείνον του Κρίστιαν Μπέιλ στο «American Psycho». Πέφτω καθόλου μέσα;
Εντελώς! Εξάλλου υπήρξε μία από τις επιρροές μας. Συγκεκριμένα, η σκηνή του μπαρ με τα ηλεκτρονικά τσιγάρα, αποτελεί αναφορά σε εκείνη του «American Psycho» με τις επαγγελματικές κάρτες. Η μεταξύ τους διαφορά βρίσκεται στο ότι ο δικός μας ήρωας είναι πιο ρεαλιστικός. Πρόκειται για ένα καθαρματάκι που μπορείς να συναντήσεις στο δρόμο.

Γίνεται όμως; Γιατί σε κάτι τέτοιες περιπτώσεις νιώθω πως περισσότερο φαντασιωνόμαστε παρά συζητάμε για αληθινούς ανθρώπους.
Έναν τύπο ακριβώς όπως τον Άρη, φυσικά, δεν έχω γνωρίσει. Αλλά ξέρω πολλούς οι οποίοι έχουν διαβρωθεί από το μόχθο τους για κοινωνική ανέλιξη. Εν προκειμένω, η αδυναμία του ήρωα να διαχειριστεί όσα του επιβάλλει το κυνήγι μιας καριέρας, τον ωθούν στο να γίνει το καθαρματάκι που έλεγα.

Ως προς αυτό, παίρνεις το ρίσκο να βασίσεις το σενάριο πάνω σε έναν ήρωα ο οποίος είναι μάλλον αδύνατο να τον συμπαθήσεις.
Ήταν ένα στοίχημα αυτό, γιατί συνειδητά ο συγκεκριμένος χαρακτήρας γράφτηκε έτσι ώστε να είναι αναμφίβολα αρνητικός. Με αυτό, λοιπόν, ως δεδομένο μπήκε στο μυαλό μου ένα ηθικό δίλημμα ως πως τον τρόπο που θα τον διαχειριστώ και ταυτόχρονα να μη χάσω το κοινό. Αποφάσισα να κρατήσω μια απόσταση από εκείνον, ενώ διαμόρφωνα το σενάριο με τέτοιο τρόπο έτσι ώστε εάν κάποιος τον συμπονούσε, αυτό να συνέβαινε αβίαστα και όχι εκβιαστικά.

Βοηθάει και το γεγονός ότι η ταινία έχει στοιχεία ιδιότυπης μαύρης κωμωδίας.
Ακριβώς. Με δυσκόλεψε και εμένα πως έγραφα μια ιστορία η οποία δεν κατατάσσεται κάπου συγκεκριμένα. Όταν γνωρίζεις πού ανήκει το σενάριό σου, τα πράγματα είναι πολύ πιο απλά, κινείσαι σε γνώριμο πλαίσιο. Εδώ, ένα από τα ζητήματα που είχα ήταν να βρεθεί το όριο της πλάκας. Πόσο ακραίο, για παράδειγμα, μπορεί να είναι το χιούμορ ανά στιγμές, χωρίς να ξενίζει το κοινό. Ας πούμε, υπήρχαν φορές που ένιωθα ότι ο χαρακτήρας του Βαγγέλη Μουρίκη παραείναι αστείος.

Μιας και τον ανέφερες, η ιδέα του λαρυγγόφωνου πώς προέκυψε;
Πρέπει να πάμε πίσω μια δεκαετία περίπου, όταν ετοίμαζα το «Tungsten». Έψαχνα χώρους, ένα ενεχυροδανειστήριο συγκεκριμένα, οπότε πήγαινα παντού. Κάποια στιγμή, κατέληξα σε ένα από τα υπόγεια της Ομόνοιας και άρχισα να χτυπάω κουδούνια για να δω εάν μπορώ να βρω κάτι που να ταιριάζει. Μια πόρτα άνοιξε και προτού προλάβω να δω κάποιον άνθρωπο, άκουσα ξαφνικά τον ιδιοκτήτη να μιλάει με λαρυγγόφωνο. Όπως καταλαβαίνεις μου κόπηκε το αίμα, παρότι αποδείχθηκε συμπαθέστατος. Αλλά από τότε είχα στο μυαλό μου να γράψω ένα χαρακτήρα που να χρησιμοποιεί κάτι τέτοιο. Στην ταινία μου, η ύπαρξη του λαρυγγόφωνου βοηθά να στο να αντιληφθούμε λίγα παραπάνω πράγματα για το ρόλο του Μουρίκη. Ότι έχει κάποιες ευαισθησίες, έχει περάσει δυσκολίες. Έπειτα ήταν ένα σχόλιό μου για τη διαμεσολαβημένη επικοινωνία και τους τρόπους που σήμερα η τεχνολογία παρεμβαίνει μεταξύ της μιλιάς μας και της ανθρώπινης επαφής.

Εν τω μεταξύ τα ποιήματα που απαγγέλει γράφτηκαν για την ταινία;
Ναι, είναι εμπνεύσεις της συν-σεναριογράφου Μαρίας Φακίνου. Η μόνη κατεύθυνση που είχα δώσει ήταν πως θέλω να ξεκινάνε όλα με τη λέξη «φυσάει». Γενικότερα η Μαρία με βοήθησε πάρα πολύ, ειδικά όσον αφορά τη γραφή των γυναικείων χαρακτήρων.