Ο Iθαν Χοκ, η Ζιλί Ντελπί και ο Ρίτσαρντ Λινκλέιτερ μιλούν για το «Πριν τα Μεσάνυχτα»

Από -

Από τη Βιένη στο Παρίσι και από εκεί στην Πύλο. Ο Iθαν Χοκ
η Ζιλί Ντελπί και ο Ρίτσαρντ Λινκλέιτερ μιλούν στον Χρήστο Μήτση
για την τρίτη κινηματογραφική συνάντηση των παντρεμένων πλέον
Σελίν και Τζέσι, αυτήν τη φορά κάτω από τον ελληνικό ήλιο και δίπλα στις μεσσηνιακές παραλίες.

Τό 1995 ο ανερχόμενος τότε σκηνοθέτης Ρίτσαρντ Λινκλέιτερ, σε σεναριακή συνεργασία με τη συγγρα­φέα και ηθοποιό Κιμ Κρίζαν, ένωσε τις τύχες του Τζέσι και της Σελίν, μιας Γαλλίδας κι ενός Αμερικανού τουρίστα τους οποίους ερμήνευαν οι Ίθαν Χοκ και Ζιλί Ντελπί και οι οποίοι συναντιούνται τυχαία στο τρένο, στη διαδρομή Βουδαπέστη-Βιένη. Οι δύο νέοι θα περάσουν μια νύχτα μαζί περπατώντας και συζητώντας, προτού οι δρόμοι τους αναπόφευκτα χωρίσουν. Το ρομαντικό «Πριν το Ξημέρωμα», συνδυασμός ανεξάρτητου αμερικανικού δράματος και «περιπέτειας της σκέψης» αλά Ερίκ Ρομέρ, γνώρισε απρόσμενη επιτυχία, απέκτησε φανατικούς θαυμαστές και χάρισε στον δημιουργό του την Αργυρή Άρκτο σκηνοθεσίας στο Φεστιβάλ Βερολίνου. 

Εννιά χρόνια αργότερα το «Πριν το Ηλιοβασίλεμα» θέλει τον Τζέσι να πέφτει πάνω στη Σελίν σε ένα παρισινό βιβλιοπωλείο και τους δυο τους να περνούν μια μέρα στη γαλλική πρωτεύουσα αναζητώντας τη δεύτερη ευκαιρία σε έναν έρωτα που κάποτε άφησαν να φύγει μέσα από τα χέρια τους.
Γραμμένη από τον σκηνοθέτη και τους δύο πρωταγωνιστές, η ταινία συνέχισε τον cult μύθο της προηγούμενης κι έφτασε μέχρι τα Όσκαρ ως υποψήφια για το ευρηματικό σενάριό της.
Τώρα, το «Πριν τα Μεσάνυχτα» συναντά ύστερα από άλλα εννιά χρόνια το παντρεμένο και με παιδιά ζευγάρι στη Νότια Ελλάδα, αντιμέτωπο με τη φθορά της καθημερινότητας και το βάρος του χρόνου. Μια σεναριακή αλλαγή που «ήταν επιβεβλημένη, καθώς δεν μπορούσαμε να επαναλάβουμε ακόμη μία φορά το εύρημα της τυχαίας συνάντησης και της ρομαντικής δοκιμασίας», λέει ο Ίθαν Χοκ. «Οι ήρωές μας μεγάλωσαν, ωρίμασαν και καλούνται πλέον να λύσουν τα προβλήματα που συναντά ο έρωτας μέσα στην καθημερινή συμβίωση». «Ίσως η ταινία έχει ένα σκοτεινότερο τόνο σε σχέση με τις προηγούμενες, αλλά θέλει να αντιμετωπίσει το θέμα ρεαλιστικά», συμπληρώνει η Ζιλί Ντελπί. «Όχι όπως στις περισσότερες αμερικανικές κομεντί, ή ακόμη και δράματα, που οι παντρεμένοι πρωταγωνιστές συμπεριφέρονται σχεδόν πάντα σαν 20χρονοι που αρνούνται να ενηλικιωθούν».

Στο πέρασμα του χρόνου

Στο «Ritz Hotel» του Βερολίνου, από το φεστιβάλ του οποίου πέρασε όλη η κινηματογραφική δια­δρομή των Τζέσι και Σελίν, οι τρεις συνδημιουργοί μιλούν για το πιο πρόσφατο κι ελληνικό κεφάλαιο της κοινής περιπέτειάς τους. Οι Χοκ και Ντελπί δίνουν μαζί τις συνεντεύξεις, γνωρίζοντας πως ο ένας μπορεί να συμπληρώνει τον άλλον, να του πασάρει ατάκες, να ελαφραίνει το κλίμα. Διανοούμενος Τεξανός (κι όμως γίνεται…) αυτός, αποκαλεί την Ντελπί Τζούλι, όπως άλλωστε και ο «κοντοχωριανός» του, γεννημένος στο Χιούστον Λινκλέιτερ. Κοσμοπολίτισσα Γαλλίδα εκείνη, της αρέσει να μιλάει και να εξηγεί αναλυτικά, ενώ είναι φανερό πως απολαμβάνει την άνεση και την αμεσότητα των πάντα γελαστών συνεργατών της…
Ρωτάω τον Ρίτσαρντ Λινκλέιτερ πότε γεννήθηκε η ιδέα του σίκουελ. «Μετά την πρώτη ταινία δεν υπήρχε σε κανέναν μας ανάλογη σκέψη», μου απαντά. «Ύστερα από το “Πριν τα Μεσάνυχτα”, ωστόσο, πολλοί με ρωτούσαν αν θα υπάρξει συνέχεια, τι απέγιναν η Σελίν και ο Τζέσι…
Το πέρασμα του χρόνου είναι βασικό θέμα και των τριών ταινιών, έτσι το να παρακολουθήσουμε τους δυο τους να μεγαλώνουν και να αλλάζουν μαζί με τη σχέση τους είναι κάτι φυσικό.
Δεν γίνεται εκβιαστικά. Για 18 χρόνια άλλωστε αυτό το πράγμα κυκλοφορούσε στο μυαλό μου. Διάβαζα βιβλία, κυρίως ιστορίες αγάπης που εξελίσσονται μέσα στο χρόνο, κι έκανα σκέψεις που αφορούσαν τους ήρωες». Και οι τρεις τους συμφωνούν ότι τα εννιά χρόνια που χωρίζουν το κάθε φιλμ από το άλλο είναι κάτι συμπτωματικό, αν και «είναι τόσο απαιτητικές ταινίες, που χρειαζόμαστε σχεδόν μια δεκαετία για να συνέλθουμε», όπως λέει η Ντελπί.
Προφανώς δεν είναι εύκολο να συνεννοηθούν τρεις άνθρωποι σε μια κοινή σεναριακή γραμμή, ενώ ο χαμηλός προϋπολογισμός δεν δίνει τη δυνατότητα για γυρίσματα δύο και τριών μηνών. «Το “Πριν τα Μεσάνυχτα” άρχισε να παίρνει μπροστά πριν από δυόμισι με τρία χρόνια», θυμάται ο σκηνοθέτης.
«Κάποια στιγμή άρχισα να γράφω τις πρώτες ιδέες, έστειλα mail στον Ίθαν και στην Τζούλι, ξεκίνησαν και αυτοί να σκέφτονται πού είναι οι χαρακτήρες τους και τι τους έχει συμβεί και το όλο πράγμα άρχισε να παίρνει μορφή». «Βρεθήκαμε τρεις φορές προτού φύγουμε για την Ελλάδα», προσθέτει ο Ίθαν Χοκ. «Η πρώτη ήταν για τέσσερις-πέντε ημέρες και είχαμε στα χέρια μας μια σύνοψη πέντε σελίδων. Την επόμενη είχαμε δέκα και συζητούσαμε, γράφαμε και σβήναμε για ένα τριήμερο, μετά ξαναβρεθήκαμε με 25 σελίδες έτοιμες. Πήγαμε στην Ελλάδα ένα μήνα πριν από το γύρισμα με 40 σελίδες σεναρίου για να το ολοκληρώσουμε εκεί».

Η ελληνική εμπειρία

«Ήταν να δούμε μερικές χώρες με τους παραγωγούς, αλλά όταν είδα την Ελλάδα από κοντά, καθώς είχα δει από πριν φωτογραφίες, είπα αμέσως ΟΚ. Δεν χρειάστηκε να συνεχίσουμε το ρεπεράζ. Έστειλα mail στην Τζούλι και στον Ίθαν, οι οποίοι συμφώνησαν αμέσως». Ο Χοκ επιβεβαιώνει τον Λινκλέιτερ: «Αν και είναι μια ταινία που θα μπορούσε να γυριστεί παντού, από τη Ρωσία μέχρι τη Νέα Υόρκη, όταν είδαμε τις φωτογραφίες είπαμε “αυτό είναι”. Εκ των υστέρων καταλαβαίνεις πως ό,τι συμβαίνει στον Τζέσι και στη Σελίν αποκτά άλλη διάσταση με αυτόν το χώρο γύρω τους.
Το “αιώνιο” ντεκόρ που τους πλαισιώνει σηματοδοτεί διαφορετικά το εφήμερό τους πρόβλημα και σε κάνει να σκέφτεσαι τι είναι πραγματικά σπουδαίο στη ζωή και τι όχι, τι σύγχρονο και τι
διαχρονικό».
Το ότι η ταινία εξελίσσεται στην Ελλάδα έφερε αναγκαστικά και τις ανάλογες σεναριακές αλλαγές. «Προσαρμόσαμε μερικά μικροπράγματα, τα περισσότερα στη σκηνή του φαγητού με τους ντόπιους», λέει η Ντελπί. «Βασικά ήταν λεπτομέρειες που άλλαξαν στις πρόβες, όταν μας είπαν πως κάποιες λέξεις είναι δύσκολο να τις προφέρουν ή δεν ταιριάζουν σε Έλληνες που μιλάνε αγγλικά».
Από τη στιγμή που κάτι περνά στο σενάριο, πόσο αυτοσχεδιασμό επιτρέπουν άραγε τα γυρίσματα; «Σχεδόν κανέναν», συνεχίζει η κινηματογραφική Σελίν. «Ακολουθούμε με ακρίβεια ό,τι είναι γραμμένο, γιατί στα μεγάλης διάρκειας πλάνα, αντίθετα απ’ ό,τι ίσως πιστεύουν οι περισσότεροι, δεν μπορείς να αυτοσχεδιάσεις. Δεν μπορείς να έχεις πλάνο 13-14 λεπτών σε μια αφηγηματική ταινία και να αιφνιδιάσεις τον συμπρωταγωνιστή σου αλλά και τον σκηνοθέτη. Δεν έχεις τρόπο να σώσεις πράγματα στο μοντάζ. Η ταινία δίνει λοιπόν την αίσθηση του casual, του αυθόρμητου κι ενός ρεαλισμού που ζητούσαμε, αλλά είναι εξαιρετικά προσχεδιασμένη. Κάναμε πολλές πρόβες, γύρω στον ένα μήνα στην Πελοπόννησο, στους πραγματικούς χώρους, κι έτσι μπορέσαμε από το γύρισμα, το οποίο κράτησε μόλις 15 ημέρες, να πάρουμε αυτό που θέλαμε»

Ήταν τελικά αυτή η πιο απαιτητική ταινία της τριλογίας;
«Κάθε φορά ο πήχης μπαίνει και ψηλότερα», θεωρεί ο Χοκ. «Είμαστε μεν πιο πεπειραμένοι, από την άλλη έπρεπε να γίνουμε πιο εφευρετικοί, να μην επαναλάβουμε τον εαυτό μας. Γι’ αυτό, συν τοις άλλοις, εδώ έχουμε για πρώτη φορά μια ερωτική σκηνή ανάμεσα στους δύο πρωταγωνιστές».
«Αλήθεια, πώς αποφασίσατε να μπει επιτέλους μια τέτοια σκηνή στην ταινία», ρωτάω την Ντελπί. «Το είχαμε σκεφτεί και πιο παλιά, αλλά δεν ταίριαζε στην πλοκή. Αυτήν τη φορά έρχεται πολύ πιο φυσικά και όταν αρχίσαμε να το συζητάμε είπα και στους δυο τους πως αν είναι να γυρίσουμε κάτι τέτοιο τώρα είναι η ώρα, που το στήθος μου ακόμα βλέπεται. Μην έχετε αυταπάτες για τα επόμενα εννιά χρόνια».

H ελληνική συμπαραγωγή

Ο Κώστας Κεφάλας της εταιρείας παραγωγής Faliro House μιλά για την ταινία

Πώς βρέθηκε το αμερικανικό επιτελείο στην Ελλάδα… O Ρίτσαρντ Λινκλέιτερ βρέθηκε στη Μεσσηνία κάνοντας ρεπεράζ. Είδε το σπίτι του Πάτρικ Λι Φέρμορ, την Καρδαμύλη, τις παραλίες της Πύλου και αποφάσισε αμέσως ότι θέλει να γυρίσει την ταινία του στην Ελλάδα.

Σε μεγάλο ποσοστό μια ελληνική παραγωγή… Εκτός από τους σεναριογράφους, τον σκηνοθέτη, τους πρωταγωνιστές και την μοντέζ, όλοι οι υπόλοιποι στην ταινία ήταν Έλληνες. Και όταν λέμε όλοι, εννοούμε όλοι: διευθυντής φωτογραφίας ο Χρήστος Βουδούρης, σκηνογράφος η Άννα Γεωργιάδου, ενδυματολόγος η Βασιλεία Ροζάνα, μακιγιάζ η Εύη Ζαφειροπούλου και πάει λέγοντας. Στην ταινία έγινε κάτι που δεν έχουμε συνηθίσει στις ξένες παραγωγές και συμπαραγωγές που γυρίζουμε εδώ, δηλαδή Έλληνες δημιουργικοί συντελεστές να έχουν θέσεις-κλειδιά στην παραγωγή. Αυτό ήταν κάτι που ήθελε και ο σκηνοθέτης και το αποτέλεσμα τον δικαίωσε απ’ ό,τι φαίνεται, αφού αργότερα αυτός και οι πρωταγωνιστές δήλωσαν στην Αμερική ότι ήταν «η καλύτερη εμπειρία γυρίσματος που τους έχει τύχει ποτέ».

Για τις συμπαραγωγές…
Η λογική της οποιασδήποτε ελληνικής εταιρείας που θέλει να δραστηριοποιηθεί στον κινηματογράφο είναι αυτή των συμπαραγωγών. Δεν μπορεί να είναι κάτι άλλο. Ζούμε σε έναν κόσμο όπου μόνο οι συνεχείς συνεργασίες χωρίς σύνορα μπορεί να έχουν μέλλον.

Για τη βοήθεια από την ελληνική πολιτεία… Οι ξένοι παραγωγοί είναι επαγγελματίες και παίρνουν σοβαρά υπόψη τους τον οικονομικό παράγοντα. Όλες οι ευρωπαϊκές χώρες και οι αμερικανικές πολιτείες έχουν τρόπο να βοηθήσουν τις παραγωγές και να δώσουν πίσω ένα μέρος των χρημάτων που ξοδεύεται εκεί. Εδώ δεν υπάρχει κάτι τέτοιο.