Ξέρετε τι θέλω να κάνω σήμερα;

«Ο Ιρλανδός»: Το αριστουργηματικό γκανγκστερικό ρέκβιεμ του Μάρτιν Σκορσέζε

Από -

Ο ανοιχτός δρόμος απλώνεται στο βάθος και σε ένα μεγάλο, στιλάτο αυτοκίνητο δύο βλοσυροί ηλικιωμένοι με μαύρα γυαλιά κάθονται στις μπροστινές θέσεις. Το τιμόνι κρατάει αποφασιστικά ο Ρόμπερτ ντε Νίρο και δίπλα του, σκεπτικός, ο Τζο Πέσι. Μια εικόνα που θα μπορούσε να είναι βγαλμένη από τα «Καλά Παιδιά» ή το «Καζίνο», ειδικά αν ακούγονταν οι θλιμμένες μελωδίες του Μάντι Γουότερς από το ράδιο, είναι όμως το πλάνο που βάζει μπρος τον κινητήρα του «Ιρλανδού». Η ταινία που έμοιαζε γραφτό να γυρίσει ο Σκορσέζε δεν είναι μια ωδή στο κινηματογραφικό του παρελθόν ή ένα αναμάσημα των δοκιμασμένων ιδεών που τον έκαναν σπουδαίο.

Αντίθετα, αφού πέρασε από χίλια κύματα για να φτάσει έστω και πρόσκαιρα στις σκοτεινές αίθουσες, ο «Ιρλανδός» είναι ένα μεγαλειώδες φιλμ, που απογυμνώνει το αμερικανικό συλλογικό ασυνείδητο και τη βία με την οποία είναι ταυτισμένο, μέσα από μια άρτια, παθιασμένη σκηνοθεσία γεμάτη ανθρωπιά. Και όπως σε όλες τις ταινίες του Σκορσέζε, γινόμαστε μάρτυρες μιας ιλιγγιώδους πτώσης ηρώων οι οποίοι αρνούνται να συμβιβαστούν με το πεπρωμένο· γεννημένων για να χάσουν, αλλά ζώντας με στόχο να κερδίσουν, αγνοώντας το αναπόφευκτο μοιραίο τέλος τους.

«Έμαθα πως βάφεις σπίτια»

Πριν από περίπου μία δεκαετία ο Ντε Νίρο επισκέφτηκε τον Σκορσέζε με ένα αντίγραφο του βιβλίου «I heard you paint houses» του Τσαρλς Μπραντ στα χέρια. Σε αυτό αποκαλυπτόταν η σκοτεινή πλευρά της μεταπολεμικής Αμερικής, στην οποία η οικονομική μεγέθυνση προχωρούσε χέρι χέρι με τη διαφθορά και τις παρασκηνιακές συνεργασίες του πολιτικού κατεστημένου με το οργανωμένο έγκλημα. Στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα οι γκάνγκστερ έζησαν την τελευταία χρυσή εποχή της μαφίας και ο άνθρωπος που διηγείται όσα συνέβησαν στο βιβλίο δεν ήταν τυχαίος.

Ο σκληροτράχηλος Φρανκ «ο Ιρλανδός» Σίραν, βετεράνος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και τέκνο της εργατικής τάξης της Φιλαδέλφειας, «ευτύχησε» να υπηρετήσει για δεκαετίες τον περίφημο νονό Ράσελ Μπαφαλίνο, εκτελώντας πάνω από είκοσι χτυπήματα για λογαριασμό του, ενώ παράλληλα ανέπτυξε μια ιδιαίτερη φιλία με τον Τζίμι Χόφα. Πανίσχυρος συνδικαλιστής και ένα από τα διασημότερα πρόσωπα στην Αμερική τη δεκαετία του ’60, ο τελευταίος ήταν το απόλυτο αφεντικό στο σωματείο φορτηγατζήδων με το όνομα «Teamsters», το οποίο έστηνε επικερδείς δουλειές σε αγαστή συνεργασία με τη μαφία του Μπαφαλίνο. Τα προσωπικά λάθη του Χόφα όμως, σε συνδυασμό με μια σύντομη παραμονή στη φυλακή, οδήγησαν το συνδικαλιστή στο περιθώριο και ταυτόχρονα στο στόχαστρο του νονού, ο οποίος είχε χάσει πια την υπομονή του. Ο Σίραν ήταν εκείνος που ανέλαβε να «κανονίσει» τον Χόφα στις 30 Ιουλίου 1975. Έκτοτε ο πάλαι ποτέ συνδικαλιστής ηγέτης αγνοείται, ενώ θεωρείται επίσημα νεκρός από το 1982.

Η τύχη του «Ιρλανδού»

Ο Σκορσέζε έχει υποστηρίξει πως δεν χρειάστηκε να διαβάσει τη δεύτερη σελίδα του βιβλίου για να πειστεί πως αυτή η ιστορία είναι μια φλέβα χρυσού. Ήδη η ζέση με την οποία μίλαγε ο Ντε Νίρο για τον Σίραν τον είχε συνεπάρει. Μιλάμε, εξάλλου, για μια ιστορία που εντάσσεται οργανικά στο βίαιο, άπληστο σύμπαν των αθυρόστομων σκορσεζικών κακοποιών, όπου το αμερικανικό όνειρο μετατρέπεται σε προσωπικό εφιάλτη. Ωστόσο, για να συνεργαστούν ξανά οι δύο άντρες, είκοσι και πλέον χρόνια μετά το «Καζίνο», θα έπρεπε όλα να γίνουν σωστά. Ο οσκαρικός σεναριογράφος Στίβεν Ζαΐλιαν («Η Λίστα του Σίντλερ») να διασκευάσει το βιβλίο, ο Τζο Πέσι να ενσαρκώσει τον αθόρυβα αμείλικτο Μπαφαλίνο και να βρεθεί ο ηθοποιός με αυτοπεποίθηση αντάξια του Χόφα για να τον υποδυθεί. Αυτή ήταν η ιδανική αφορμή να επιλεγεί για το ρόλο ο Αλ Πατσίνο, ο οποίος δίνει μια ερμηνεία κοφτερή σαν μαχαίρι στην παρθενική συνεργασία του με τον Σκορσέζε. Τα μεγάλα ονόματα, λοιπόν, ήταν εκεί, υπήρχε όμως ακόμη ένα ζήτημα.

Καθώς η ιστορία εξελίσσεται κατά τη διάρκεια πέντε δεκαετιών, ο σκηνοθέτης ήθελε οι ίδιοι ηθοποιοί να ενσαρκώνουν τους πρωταγωνιστικούς χαρακτήρες σε όλες τις ηλικίες, από τα 20κάτι μέχρι τα βαθιά γεράματα, όπως στην περίπτωση του Ντε Νίρο στο ρόλο του Σίραν. Για να συμβεί αυτό, χρειάζονταν υψηλής τεχνολογίας ειδικά εφέ ώστε η επεξεργασία να φαίνεται ρεαλιστική και οι ηθοποιοί στο γύρισμα να ερμηνεύουν ελεύθερα, δίχως τους τεχνικούς περιορισμούς που συνήθως είναι αναγκαίοι σε αυτές τις περιπτώσεις. Έτσι, το κόστος παραγωγής εκτοξεύτηκε στα 159 εκατομμύρια δολάρια, ενώ η διάρκεια του «Ιρλανδού» –με 209 λεπτά είναι η μεγαλύτερη στη φιλμογραφία του Σκορσέζε– «τρόμαξε» τα χολιγουντιανά στούντιο που αρνούνταν να πάρουν το ρίσκο της χρηματοδότησης του πρότζεκτ.

Αλλά και ο Σκορσέζε δεν φαινόταν διατεθειμένος να κάνει εκπτώσεις στο όραμά του. Και τότε ήρθε το Netflix. O streaming κολοσσός πρόσφερε την καλλιτεχνική ελευθερία και την οικονομική άνεση ώστε να ολοκληρωθεί ανεμπόδιστα ο «Ιρλανδός», με τίμημα τη συμμόρφωση στην πολιτική διανομών του, δηλαδή λίγες εβδομάδες προβολών στις μεγάλες οθόνες και έπειτα «πρεμιέρα» στην πλατφόρμα. The times they are a-changin’...

No more mr. Wiseguy

Σε τελική ανάλυση, πάντως, ο συμβιβασμός άξιζε τον κόπο και με το παραπάνω, καθώς ο «Ιρλανδός» αποτελεί την επιτομή του γκανγκστερικού σκορσεζικού έργου. Μέσα του συνυπάρχουν οι φερέλπιδες μικροκακοποιοί των «Κακόφημων Δρόμων», οι εξυπνάκηδες κομπιναδόροι των «Καλών Παιδιών» και οι ανήθικοι ήρωες του «Καζίνο». Μάλιστα, ο χαρακτήρας του Πέσι στον «Ιρλανδό» θα μπορούσε να είναι μια αισιόδοξη εκδοχή του «made man» που προδόθηκε στα «Καλά Παιδιά». Ενώ ίσως θυμάστε πως οι «Teamsters» χρηματοδοτούν το χαρακτήρα του Ντε Νίρο στο «Καζίνο» για να γίνει βασιλιάς του Λας Βέγκας, φυσικά με τις ευλογίες της μαφίας. Όλα λοιπόν συνδέονται στον «Ιρλανδό», όμως όπως γράφτηκε στην αρχή, ο Σκορσέζε δεν αναπολεί το παρελθόν και απορρίπτει οποιαδήποτε διάθεση ρομαντισμού, διότι εδώ απουσιάζει το πιο βασικό όλων: η ελπίδα.

Η ζωή του Σίραν εξελίσσεται σαν ένα βραδυφλεγές ρέκβιεμ. Πλάι στη γεμάτη ψυχή σκηνοθεσία, με τα φρενήρη μονοπλάνα και τους σπαρταριστούς διαλόγους, βρίσκεται η μελαγχολική μουσική του διαχρονικού συνεργάτη του σκηνοθέτη Ρόμπι Ρόμπερτσον, η οποία παίζει καθοριστικό ρόλο ώστε να ενταθεί ο ενδοσκοπικός τόνος της ταινίας. Ο ίδιος ο Σίραν, ένας working class hero που πασχίζει για αναγνώριση περισσότερο από τα πλούτη, γίνεται θεατής και συμμέτοχος ενός αμοραλιστικού σόου. Από τη μία ο λαοφιλής Χόφα δεν είναι παρά ένας εγωιστής δημαγωγός και, από την άλλη, ο Μπαφαλίνο θυσιάζει τα πάντα για το συμφέρον της οργάνωσής του. Εξ ου και το αίσθημα ματαιότητας που σταδιακά «βαραίνει» όλο και περισσότερο τα πλάνα του «Ιρλανδού», ενός αριστοτεχνικού φιλμ, το οποίο την ίδια στιγμή που παρασύρει με την εκρηκτικότητα και το απροσδόκητο χιούμορ του, συνθλίβει με το βάρος της μοναξιάς που αναδίδει. Διότι όταν όλα τα παιχνίδια είναι στημένα και η μία προδοσία διαδέχεται την άλλη, ποιος αντέχει να μείνει στο κόλπο μέχρι το τέλος;

Αποχαιρετισμός στα όπλα

Το τίμημα που πληρώνει ο Σίραν για την αφοσίωσή του είναι η αποξένωση από την οικογένειά του, την πραγματική φαμίλια, μια διάσταση της ιστορίας που υπογραμμίζεται έντονα στον «Ιρλανδό». Ο Ντε Νίρο ενσταλάζει στην ερμηνεία του τον αφοπλισμό που συνοδεύει τη συνειδητοποίηση πως έζησε περισσότερο από όσο θα έπρεπε, έχοντας καταφέρει λίγα στο ενδιάμεσο και παραμελώντας όσα αγαπούσε. Αυτή η πτυχή σε συνδυασμό με το συγκινητικό φινάλε δημιουργούν την αίσθηση πως ο Σκορσέζε αναγνωρίζει ότι ήρθε η στιγμή για μια τελευταία υπόκλιση στους θεατές και τους συνεργάτες με τους οποίους έζησε πολλές έντονες στιγμές· για μια ύστατη απόπειρα εξομολόγησης του μαέστρου ο οποίος υπηρέτησε ολοκληρωτικά το σινεμά, κάνοντας τα δικά του προσωπικά λάθη στην πορεία. Γι’ αυτό και όταν εντέλει αποκαλύπτεται η ευάλωτη φύση του «Ιρλανδού», δεν διεκδικεί την εξιλέωση, αλλά το περιθώριο μιας συγχώρεσης. Όπως λέει ο Τζο Πέσι στην ταινία, «it is what it is».


Ο αληθινός Τζίμι Χόφα

Στις ΗΠΑ των ’60s ο ηγέτης ενός συνδικάτου μπορούσε να συναγωνιστεί σε δημοφιλία τον πρόεδρο της χώρας, ακόμη και τον Έλβις. Αυτός ήταν ο Τζίμι Χόφα, ο οποίος υπήρξε αδιαμφισβήτητος κυρίαρχος του σωματείου των οδηγών φορτηγών επί 14 χρόνια, παρότι ο ίδιος ποτέ στη ζωή του δεν βρέθηκε πίσω από το τιμόνι. Ικανότατος ομιλητής, πανούργος διαπραγματευτής και ακούραστος κομπιναδόρος, ο Χόφα έκοβε κι έραβε στα αμερικανικά συνδικάτα με απώτερο σκοπό την ικανοποίηση των χωρίς όρια πολιτικών φιλοδοξιών του. Εκείνες τον ώθησαν να αποκτήσει στενές επαφές με Ρεπουμπλικάνους και τον ίδιο τον Ρίτσαρντ Νίξον, αλλά και πάρε δώσε με το οργανωμένο έγκλημα, στο οποίο άλλωστε χρεώνεται η «εξαφάνισή» του τον Ιούλιο του 1975. Ο Τζακ Νίκολσον είναι η πιο γνωστή κινηματογραφική ενσάρκωσή του στο φιλμ «Χόφα» του 1992.

Σχετικά Θέματα

Θρίαμβος με ανατροπή για «1917» και «Κάποτε στο... Χόλιγουντ» στις Χρυσές Σφαίρες

06/01/2020

Θρίαμβος με ανατροπή για «1917» και «Κάποτε στο... Χόλιγουντ» στις Χρυσές Σφαίρες

Οι ταινίες των Σαμ Μέντες και Κουέντιν Ταραντίνο έφεραν τα πάνω κάτω στην απονομή. Δείτε αναλυτικά τους νικητές.

Η Ένωση Κριτικών της Νέας Υόρκης ψηφίζει τον «Ιρλανδό» ως καλύτερη ταινία του 2019

05/12/2019

Η Ένωση Κριτικών της Νέας Υόρκης ψηφίζει τον «Ιρλανδό» ως καλύτερη ταινία του 2019

Νέο «χτύπημα» για το μαφιόζικο φιλμ του Σκορσέζε το οποίο καταφέρνει αυτό που ξέφυγε πέρσι στο «Ρόμα».

Καλύτερη ταινία του 2019 ο «Ιρλανδός» σύμφωνα με το National Board of Review

04/12/2019

Καλύτερη ταινία του 2019 ο «Ιρλανδός» σύμφωνα με το National Board of Review

Δύο βραβεία συνολικά για το γκανγκστερικό έπος του Μάρτιν Σκορσέζε. Δείτε αναλυτικά τους νικητές.

Οι καλύτερες ταινίες του 2019 από το Sight & Sound

29/11/2019

Οι καλύτερες ταινίες του 2019 από το Sight & Sound

Το σινεφίλ περιοδικό επιλέγει μια αναπάντεχη ταινία για το νούμερο 1 της λίστας.

Ο Ιρλανδός

21/11/2019

Ο Ιρλανδός

Το magnus opus του Σκορσέζε είναι μια θεαματική και πικρά χιουμοριστική γκανγκστερική περιπέτεια, μια πολιτικά τολμηρή τοιχογραφία εποχής κι ένα συγκινητικό ρέκβιεμ πάνω στο πέρασμα του χρόνου: η μεγάλη αμερικανική ταινία του 21ου αιώνα.

O Σκορτσέζε από το Α ως το Ω: Όλες οι ταινίες του σε αξιολογική σειρά

05/01/2017

O Σκορτσέζε από το Α ως το Ω: Όλες οι ταινίες του σε αξιολογική σειρά

Φτιάξαμε το απόλυτο σκορσεζικό αλφάβητο βάζοντας σε αξιολογική σειρά, από την καλύτερη στη χειρότερη, τις 25 ταινίες μυθοπλασίας που έχει γυρίσει μέχρι σήμερα ο αγαπημένος μας Μάρτιν.