Θέμα

Ο Γκιγιέρμο ντελ Τόρο, τα τέρατά του και οι 13 οσκαρικές υποψηφιότητες της νέας του μορφής

Από -

Μετά το Χρυσό Λιοντάρι της Βενετίας, τη Χρυσή Σφαίρα σκηνοθεσίας και την αναγνώριση του Σωματείου Σκηνοθετών, ο Μεξικανός σκοτεινός παραμυθάς προβάρει τον οσκαρικό του λόγο για την υπέροχα λυρική και υποψήφια σε 13 ­κατηγορίες της ακαδημίας «Μορφή του Νερού».

Ο Γκιγέρμο ντελ Τόρο διευθύνει  τον Ρίτσαρντ Τζένκινς και τη Σάλι Χόκινς
Ο Γκιγέρμο ντελ Τόρο διευθύνει τον Ρίτσαρντ Τζένκινς και τη Σάλι Χόκινς

Προτού προλάβει να προφέρει κάποιος ολόκληρο το όνομα «Γκιγέρμο ντελ Τόρο», μια σειρά από τέρατα εμφανίζονται στο άκουσμά του. Είτε με τον επιβλητικό φαύνο του «Λαβύρινθου του Πάνα» είτε με κάποιο από τα υδρόβια πλάσματα του «Pacific Rim», ο Μεξικανός σκηνοθέτης έχει επαναφέρει τη χαμένη αίγλη των σινε-τεράτων στο ευρύ κοινό. Τα μοναδικής έμπνευσης πλάσματά του δεν είναι ικανά μόνο να τρομοκρατούν, αλλά μπορούν να προφυλάσσουν, ακόμη και να ερωτεύονται, όπως αποδεικνύει το πολυβραβευμένο οσκαρικό φαβορί «Η Μορφή του Νερού», το οποίο προσθέτει ακόμη μία αριστοτεχνική στιγμή στη φιλμογραφία του Ντελ Τόρο, σμίγοντας το γοτθικό τρόμο με τον αγνό ρομαντισμό.

Από την Γκουανταλαχάρα στο Χόλιγουντ

«Hellboy: Ο Ήρωας  της Κόλασης»
«Hellboy: Ο Ήρωας της Κόλασης»

Η εμμονή του με τα τέρατα ξεκίνησε όταν ο μικρός Γκιγέρμο σε μια αθώα βόλτα στο σούπερ μάρκετ «ξέθαψε» το ιστορικό περιοδικό τρόμου «Famous Monsters of Filmland». Έκτοτε ξεκίνησε η φανατική σχέση του με το σινεμά του φανταστικού, τα monster movies της Universal και της Hammer, την αισθητική του giallo αλλά και την κλασική λογοτεχνία του είδους. Δεν άργησε να φτιάξει τα δικά του πλάσματα και να πειραματιστεί με χειροποίητα ειδικά εφέ –ψεύτικο αίμα, ουλές και τα συναφή–, με συχνό «θύμα» των δοκιμών του την αδερφή του Σουζάνα. Η οφειλόμενη δήλωση αγάπης στο είδος που τον ανέθρεψε ήταν το βαμπιρικό ντεμπούτο του «Cronos» (1993), η underground επιτυχία που του άνοιξε τις πόρτες του Χόλιγουντ για να γυρίσει το sci fi τρόμου «Mimic» (1997) –το πιο αδύναμο μέχρι στιγμής κεφάλαιο στην τερατώδη φιλμογραφία του– με πρωταγωνίστρια τη Μίρα Σορβίνο, η οποία κινδυνεύει από ορδές μεταλλαγμένων κατσαρίδων!

Η παραμονή του στα μεγάλα σαλόνια θα συνεχιστεί για τις ανάγκες τού επίσης «βαμπιρόπληκτου» σίκουελ «Blade II» (2002), σαφώς την καλύτερη ταινία της σειράς, για να κορυφωθεί στα φανταστικά «Hellboy: Ο Ήρωας της Κόλασης» (2004) και «Hellboy II: Η Χρυσή Στρατιά» (2008), εμπνευσμένα από την ομότιτλη σειρά κόμικς του Μάικ Μινόλα, με πρωταγωνιστή τον κατακόκκινο παρεξηγημένο δαίμονα με το υπερμέγεθες δεξί χέρι. Χάρη σε αυτές τις επιτυχημένες εμπορικές παραγωγές, ο Ντελ Τόρο απέκτησε την εμπιστοσύνη των παραγωγών και κατόρθωσε να γυρίσει τις ταινίες που απέδειξαν το πραγματικό του όραμα και ταλέντο.

banner

Επιστροφή στις παραδόσεις

«Ο Λαβύρινθος του Πάνα»
«Ο Λαβύρινθος του Πάνα»

Τα πιο εντυπωσιακά τέρατα της καριέρας του ο Γκιγέρμο ντελ Τόρο τα συνέλαβε όταν ταξίδεψε στην Ισπανία για τις ανάγκες δύο ταινιών με παρεμφερή στοιχεία κι αιχμηρό σχόλιο σχετικά με τη διαχείριση της ιστορικής μνήμης. Το «Στη Ράχη του Διαβόλου» (2001) και το αδιαμφισβήτητο αριστούργημά του «Ο Λαβύρινθος του Πάνα» (2006) διαδραματίζονται την περίοδο του ισπανικού εμφυλίου κι έχουν πρωταγωνιστές τους μικρούς Φερνάρντο Τιέλβε και Ιβάνα Μπακέρο αντίστοιχα, οι οποίοι καλούνται να αντεπεξέλθουν τόσο στη γονική καταπίεση όσο και στο να αντιληφθούν το βίαιο κόσμο που τους περιβάλλει.

Το σκελετωμένο αλαβάστρινο φάντασμα με τα κατάμαυρα μάτια του μικρού παιδιού στη «Ράχη...» δρα ως μια υπενθύμιση των βιαιοτήτων του πολέμου και το συμβιβασμό του συλλογικού ισπανικού ψυχισμού ως προς αυτά. Την ίδια στιγμή στον «Λαβύρινθο...» ο Ντελ Τόρο χρησιμοποίησε τους παραδοσιακούς αφηγηματικούς κανόνες των παραμυθιών για να απεικονίσει μια σειρά μαγικών πλασμάτων με πρώτο τον φαύνο Πάνα, ένα σύμβολο του αυταρχικού φασίστα πατέρα της ηρωίδας και των φόβων της προς αυτόν, τους οποίους θα χρειαστεί να κατανοήσει ώστε στη συνέχεια να αφανίσει. Ο Ντελ Τόρο θα ακολουθήσει ξανά πιστά τη φόρμα του παραμυθιού στον προπέρσινο «Πορφυρό Λόφο», μπολιασμένη αυτήν τη φορά με την αιματοβαμμένη αισθητική ενός γοτθικού ρομαντισμού στον οποίο το αληθινό τέρας είναι ο ίδιος­ ο άνθρωπος, ένοχος μιας θανάσιμης ερωτικής αμαρτίας.

Στα δίχτυα ενός αμφίβιου έρωτα

«Η Μορφή του Νερού»
«Η Μορφή του Νερού»

Προτού η τελευταία ταινία του αποκτήσει μορφή, ο Μεξικανός σκηνοθέτης πέρασε δύο χρόνια σχεδιάζοντας και κατασκευάζοντας τον κόσμο της με δικά του χρήματα. Αυτό δεν είναι κάτι ασυνήθιστο για τον Ντελ Τόρο, ο οποίος εξαιτίας της επιμονής του στη χρήση φυσικών ειδικών εφέ που προσδίδουν ρεαλιστική υφή στα τέρατα σε σχέση με τα ψηφιακά, έχει στο παρελθόν παραιτηθεί από μέρος της αμοιβής του για το «Hellboy» κι εντελώς από αυτήν του «Λαβύρινθου του Πάνα». Εν προκειμένω είχε ένα λόγο παραπάνω, καθώς η υπόθεση της «Μορφής του Νερού» δύσκολα θα έπειθε κάποιον παραγωγό δίχως... αποδείξεις. Η ταινία αφορά την Ελάιζα, μια μοναχική και μουγκή καθαρίστρια, η οποία εργάζεται σε ένα απόρρητο εργαστήριο της αμερικανικής κυβέρνησης την εποχή του Ψυχρού Πολέμου.

Μια μέρα καταφθάνει ένα ανθρωπόμορφο αμφίβιο πλάσμα με απόκοσμη ομορφιά που τη γοητεύει και σηματοδοτεί την αρχή της ξεχωριστής τους σχέσης, η οποία θα κινδυνεύσει από τη μοχθηρή παρουσία ενός κυβερνητικού πράκτορα (Μάικλ Σάνον). Για τον ρόλο του πλάσματος (το οποίο δεν σχετίζεται με τον Έιμπ Σέιπιεν­ του «Hellboy») ο Ντελ Τόρο είχε εύκολη δουλειά στην επιλογή του Νταγκ Τζόουνς, του ηθοποιού που έχει υποδυθεί ουκ ολίγα από τα τέρατα του σκηνοθέτη. Όσο γι’ αυτόν της Ελάιζα, επιλέχθηκε η Βρετανίδα Σάλι Χόκινς («Τυχερή και Ευτυχισμένη»), η οποία απέσπασε μάλιστα τη δεύτερη υποψηφιότητά της για Όσκαρ, από τις συνολικά δεκατρείς της ταινίας, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται αυτές της καλύτερης ταινίας, της σκηνοθεσίας, του σεναρίου, του β΄ αντρικού ρόλου (Ρίτσαρντ Τζένκινς) και του β΄ γυναικείου (Οκτάβια Σπένσερ) αλλά και της φωτογραφίας (Νταν Λάουτσεν).

Στη «Μορφή του Νερού» ο Ντελ Τόρο βρίσκεται στην πιο ποιητική στιγμή της φιλμογραφίας του μετά τον «Λαβύρινθο...», σμίγοντας με άνεση μια ποπ και ταυτόχρονα σινεφίλ σκηνοθετική προσέγγιση και υπογράφοντας μια ωδή στους κάθε λογής αποκλεισμένους από τη φερόμενη ως «κανονικότητα», σε μια εκμοντερνισμένη εκδοχή του μύθου της «Πεντάμορφης και του Τέρατος» που δεν στερείται πολιτικού σχολιασμού και σύγχρονων αναφορών. Σε αυτό το παραμύθι ο καθένας είναι ελεύθερος να είναι ο εαυτός του χωρίς περιορισμούς...

Μεξικανική επέλαση

Αλεχάντρο Γκονζάλες Ινιάριτου και ο Αλφόνσο Κουαρόν
Αλεχάντρο Γκονζάλες Ινιάριτου και ο Αλφόνσο Κουαρόν

Παρά τις ξενοφοβικές κορόνες του προέδρου Τραμπ ενάντια στους Μεξικανούς μετανάστες, μερικοί ταλαντούχοι γείτονες έχουν στήσει το δικό τους σινε-οχυρό και «αλώνουν» το Χόλιγουντ, έτοιμοι να καλωσορίσουν στην παρέα τους και τον Γκιγέρμο ντελ Τόρο. Το 2014 ήταν ο Αλφόνσο Κουαρόν («Τα Παιδιά των Ανθρώπων»), ο οποίος με το «Gravity» κέρδισε Όσκαρ σκηνοθεσίας και μοντάζ (από τις συνολικά τρεις προσωπικές υποψηφιότητες), για να πάρει τη σκυτάλη ένα χρόνο μετά ο συμπατριώτης του Αλεχάντρο Γκονζάλες Ινιάριτου με το «Birdman ή Η Απρόσμενη Αρετή της Αφέλειας».

Ο Ινιάριτου κέρδισε σε όλες τις μεγάλες κατηγορίες (ταινία, σκηνοθεσία, σενάριο), δηλώνοντας αστειευόμενος πως «ίσως η ακαδημία θεσπίσει του χρόνου κανόνες περί μεταναστών που βραβεύονται, διότι είναι ύποπτο να κερδίζουν δύο Μεξικανοί στη σειρά». Πού να φανταζόταν πως με την επόμενη ταινία του, την «Επιστροφή», θα γινόταν ο τρίτος στην ιστορία που θα κέρδιζε σε δύο σερί χρονιές το Όσκαρ σκηνοθεσίας. Φέτος ο Γκιγέρμο ντελ Τόρο γίνεται ο τρίτος Μεξικανός σκηνοθέτης που διεκδικεί το Όσκαρ σκηνοθεσίας μέσα σε πέντε χρόνια, ως φαβορί μάλιστα έπειτα και από τις νίκες του σε Χρυσές Σφαίρες και Σωματείο Σκηνοθετών αλλά και τις 13 υποψηφιότητες της «Μορφής του Νερού».