Συνέντευξη

Ο Γιώργος Λάνθιμος μας εξηγεί γιατί ο «Αστακός» του είναι μια ιστορία αγάπης

Από -

Ο πατριάρχης του κινηματογραφικού Greek Weird Wave έφτασε τον περασμένο Μάιο στο Φεστιβάλ Κανών με την πρώτη αγγλόφωνη ταινία του, μια all star cast σαρκαστική κοινωνική αλληγορία που εντυπωσίασε τους κριτικούς και απέσπασε το Βραβείο της Επιτροπής. Τον συναντήσαμε στην Κρουαζέτ και μας εξήγησε γιατί ο «Αστακός» είναι μια ιστορία αγάπης.

Διατηρώντας το αποστασιοποιημένο και ειρωνικό κινηματογραφικό στιλ του, ο δημιουργός του «Κυνόδοντα» εμπιστεύτηκε το βασικό πυρήνα των μόνιμων συνεργατών του –τον συνσεναριογράφο Ευθύμη Φιλίππου, τον φωτογράφο Θύμιο Μπακατάκη, τον μοντέρ Γιώργο Μαυροψαρίδη, τις ηθοποιούς Αριάν Λαμπέντ και Αγγελική Παπούλια– και κατάφερε να επιβάλει τη σκηνοθετική προσωπικότητά του σε μια ιρλανδο-βρετανικο-ελληνική παραγωγή κόστους 4 εκατομμυρίων ευρώ, με πρωταγωνιστές τους Κόλιν Φάρελ, Ρέιτσελ Βάις, Λεά Σεϊντού, Τζον Σι Ράιλι και Μπεν Γουίσο.

Η ιστορία της μας μεταφέρει σε ένα μέλλον όπου οι μοναχικοί άνθρωποι απομονώνονται σε ένα ξενοδοχείο, υποχρεωμένοι εντός 45 ημερών να βρουν ταίρι. Αν όχι, μεταμορφώνονται σε ζώα και εγκαταλείπονται στο δάσος, το οποίο όμως κρύβει κι αυτό τα δικά του επικίνδυνα μυστικά. Αλληγορία πάνω στην κομφορμιστική ερωτική συμπεριφορά, ο «Αστακός» είναι μια κοινωνική σάτιρα που φλερτάρει με το παράδοξο, από τα πλάνα και τις απροσδόκητα χιουμοριστικές ατάκες μέχρι το αλλόκοτο σάουντρακ που περιλαμβάνει Στραβίνσκι, Νικ Κέιβ, Αττίκ, Σοστακόβιτς και τελειώνει με το «Τι είν’ αυτό που το λένε αγάπη» διά στόματος Σοφία Λόρεν και Τώνη Μαρούδα. Προσπαθήσαμε να κάνουμε το δημιουργό του να μας τα εξηγήσει όλα…

Από πού ξεκίνησε η ιδέα της ταινίας;
Αφού τελειώσει μια ταινία, καθόμαστε με τον Ευθύμη και συζητάμε ιδέες για την επόμενη. Εκείνος έβαλε το θέμα του ζευγαριού, εγώ είπα πώς αυτό μπορεί να εξελίσσεται σε μια μελλοντική κοινωνία, οπότε αρχίσαμε να ανταλλάσσουμε απόψεις πάνω στις ανθρώπινες σχέσεις και στο τι θεωρούμε καταπιεστικό ή παράξενο στην καθημερινότητά μας. Προχωρώντας, χτίστηκε σιγά σιγά ο κόσμος του «Αστακού» και πήρε μορφή το σενάριο.

Πόσο συχνά διαφωνείτε μεταξύ σας;
Με τον Ευθύμη διαφωνούμε σε πολλά, αλλά συνεργαζόμαστε τέλεια. Μιλάμε την ίδια κινηματογραφική γλώσσα, έχουμε την ίδια αίσθηση του χιούμορ και βοηθάει το ότι είμαστε πολύ καλοί φίλοι. Ο καθένας, πάντως, φέρνει διαφορετικά πράγματα στην ταινία.

Η Λεά Σεϊντού πριν μεταμορφωθεί σε... Βond girl
Η Λεά Σεϊντού πριν μεταμορφωθεί σε... Βond girl

Πώς αντιμετώπισες την αλλαγή της γλώσσας και του μεγέθους της παραγωγής;
Η γλώσσα δεν ήταν πρόβλημα, καθώς έχω μετακομίσει εδώ και τέσσερα χρόνια στο Λονδίνο με την πρόθεση να κάνω πλέον αγγλόφωνο σινεμά. Ο προϋπολογισμός, επίσης, μπορεί να είναι δέκα φορές μεγαλύτερος απ’ όσους είχα να διαχειριστώ μέχρι τώρα, αλλά για τα ευρωπαϊκά δεδομένα πρόκειται για μια μάλλον μικρομεσαία παραγωγή. Υπήρξε λοιπόν μια αλλαγή μεγέθους, αλλά και μια αλλαγή νοοτροπίας. Στην Ελλάδα κάνουμε ταινίες με τους φίλους μας, οι αμοιβές είναι ανύπαρκτες ή συμβολικές και ο αυτοσχεδιασμός απαραίτητος.

Τώρα τα πράγματα έγιναν άκρως επαγγελματικά, με αυστηρά χρονοδιαγράμματα και συγκεκριμένες υποχρεώσεις. Δεν μπορείς να κάνεις του κεφαλιού σου, οπότε η υποστήριξη από τους συνεργάτες και κυρίως τους ηθοποιούς είναι πολύ σημαντική. Ευτυχώς όλοι αποδείχτηκαν πρόθυμοι και φιλότιμοι, παρ’ όλο που φοβόμουν πως επειδή είναι σταρ μπορεί να συμπεριφέρονταν ψυχρά και απαξιωτικά.

Η ταινία έχει πολλούς συμπαραγωγούς και συντελεστές από διαφορετικές χώρες. Ποια είναι η εθνικότητά της;
Προσπαθώ να μη σκέφτομαι με αυτόν τον τρόπο. Νομίζω πως είναι περιοριστικός. Και δεν μιλάω μόνο για το σινεμά, αλλά για όλα όσα εξελίσσονται γύρω μας. Μια ταινία χρειάζεται πολλούς ανθρώπους για να γίνει και ο καθένας συνεισφέρει διαφορετικά πράγματα σύμφωνα με την παιδεία, τη γλώσσα και την κουλτούρα του. Οπότε αυτό στο οποίο καταλήγεις δεν έχει μια ξεκάθαρη εθνική ταυτότητα. 

Το τρέιλερ του «Αστακού» παρακάτω



Είναι χαρακτηριστικό ότι στις φετινές Κάνες υπάρχουν πολλές αγγλόφωνες ταινίες από μη αγγλόφωνους σκηνοθέτες. Ο Γιόακιμ Τρίερ είναι Νορβηγός, ο Μισέλ Φράνκο Μεξικανός, ο Σορεντίνο και ο Γκαρόνε Ιταλοί…
Ακριβώς. Ευτυχώς, οι άνθρωποι του σινεμά ταξιδεύουν, ανταλλάσσουν ιδέες, βγαίνουν από τα σύνορά τους, πράγμα που σε όσους προέρχονται από κινηματογραφίες με μικρές δυνατότητες, όπως η ελληνική, προσφέρει συχνά χώρο να αναπνεύσουν. Για μένα, π.χ., ήταν μεγάλη υπόθεση το ότι μπορούσα να έχω αυτούς τους ηθοποιούς. Το σενάριο μου επέτρεψε να μπορώ να διαλέξω από διάφορες εθνικότητες και ο καθένας να διατηρήσει τη δική του προφορά. Πώς να το καταφέρεις αυτό σε μια ελληνική ταινία;

Πόσο ασφυκτική είναι η κατάσταση στην Ελλάδα;
Η οικονομική υποστήριξη είναι πολύ μικρή κι αυτό έχει αντίκτυπο στο τελικό αποτέλεσμα. Πες, όμως, πως με έναν ηρωικό τρόπο καταφέρνεις να γυρίσεις μια ταινία. Το post production είναι ακόμη πιο δύσκολο, γιατί εκεί έχεις να κάνεις με εργαστήρια και συγκεκριμένες τεχνικές απαιτήσεις. Κι όταν όλα τελειώσουν, δεν είσαι σίγουρος πως αυτό που γύρισες θα καταφέρεις να το δείξεις.

Ευτυχώς, οι άνθρωποι του σινεμά ταξιδεύουν, ανταλλάσσουν ιδέες, βγαίνουν από τα σύνορά τους, πράγμα που σε όσους προέρχονται από κινηματογραφίες με μικρές δυνατότητες, όπως η ελληνική, προσφέρει συχνά χώρο να αναπνεύσουν

Τώρα που βρίσκεσαι σε απόσταση, πώς βλέπεις το θέμα της οικονομικής και όχι μόνον κρίσης;
Ακριβώς επειδή ζω πλέον μακριά, δεν έχω άμεση σχέση, άρα και άποψη από πρώτο χέρι. Αυτά που διαβάζω δεν μ’ ευχαριστούν φυσικά…

Πιστεύεις ότι αυτή η κοινωνία την οποία περιγράφεις στην ταινία σου μπορεί να γίνει πραγματικότητα σε 50 ή 100 χρόνια;
Νομίζω ότι είναι ήδη εδώ, απλώς εγώ υπερβάλλω λιγάκι. Πρόκειται για τον ίδιο κόσμο, αλλά με άλλους κανόνες. Γι’ αυτό και προσπαθήσαμε να κατασκευάσουμε ένα μέλλον το οποίο είναι ασαφές χρονικά, αλλά σίγουρα πολύ κοντινό, σχεδόν παράλληλο. Αυτό που θέλαμε να επισημάνουμε είναι ότι μιλάμε για μια κοινωνία η οποία δεν αμφισβητεί τα δεδομένα της και δεν ενδιαφέρεται για τις ιδιαιτερότητές της. Η παιδεία μας δεν αφήνει χώρο για ερωτήσεις κι εμείς θέλαμε να αναρωτηθούμε πάνω στο τι είναι ο έρωτας. Πότε αυτός είναι αληθινός; Και, γενικότερα, πώς μπορούμε να καταλάβουμε αν τα συναισθήματά μας, όλα όσα βλέπουμε και νιώθουμε, είναι αληθινά;

Αυτό είναι ένα ερώτημα το οποίο βάζουν όλες οι ταινίες σου, οι οποίες δεν είναι ακριβώς ρεαλιστικές.
Είναι βαρετό να αντιγράφεις την πραγματικότητα. Γιατί να προσπαθήσεις, αφού είναι εδώ, μπροστά σου; Από την άλλη, όταν μιλάς για ανθρώπινες σχέσεις, συναισθήματα και αξίες, και όχι για… εξωγήινους, δεν μπορείς να απομακρυνθείς από το πραγματικό. Οπότε έχουμε να κάνουμε με μια «πειραγμένη πραγματικότητα», η οποία είναι απλώς μια ματιά πάνω σ’ αυτό που ζούμε διαφορετική από αυτή που το αμερικανικό σινεμά, άκρως νατουραλιστικό, έχει επιβάλει ως την απόλυτα ρεαλιστική.

Οι συντελεστές του «Αστακού» στην πρεμιέρα του Φεστιβάλ Κανών
Οι συντελεστές του «Αστακού» στην πρεμιέρα του Φεστιβάλ Κανών

«Πειραγμένο» είναι και το σάουντρακ της ταινίας, το οποίο δεν έχει πρωτότυπη μουσική, αλλά κομμάτια ροκ, κλασικής μουσικής, Αττίκ και Τάκη Μωράκη.
Αποφεύγω να χρησιμοποιώ μουσική, πρωτότυπη ή όχι, γιατί όποτε τη δοκίμασα ένιωσα πως επιβαλλόταν στη σκηνή, της προσέδιδε μια συγκεκριμένη ατμόσφαιρα και την οδηγούσε προς μια συγκεκριμένη ερμηνεία. Οι ταινίες μου είναι πιο ανοιχτές και αισθάνθηκα πως κάτι τέτοιο δεν τους ταιριάζει, γιατί τις περιορίζει, με την έννοια ότι κάνει τη συναισθηματική προσέγγιση του θεατή μονόδρομο. Εδώ δοκίμασα να χρησιμοποιήσω τη μουσική επένδυση με έναν τρόπο έντονα σχολιαστικό, σχεδόν «αντιθετικό».

Ακούμε, για παράδειγμα, μια δραματική μελωδία σε μια σκηνή όπου δεν συμβαίνει τίποτα έντονο, η μουσική γίνεται ρομαντική όταν η σκηνή είναι αστεία κ.ο.κ. Είδα πως αυτό είχε ενδιαφέρον, γιατί άνοιγε δρόμους σε περισσότερες ερμηνείες απ’ αυτές τις οποίες θα προσέφερε η εικόνα από μόνη της. Λειτουργούσε σωστά και με το voice over, το οποίο επίσης χρησιμοποιώ για πρώτη φορά και είναι κάτι στεγνό. Του έδωσε ένα διαφορετικό τόνο, πιο κωμικό, και γενικά εμπλούτισε την ταινία με έναν ιντριγκαδόρικο τρόπο.

Από εκεί και πέρα, άκουσα εκατοντάδες κομμάτια, πολλά από τα οποία είχα από πριν στο νου μου. Ήθελα να μην είναι όλα του ίδιου μουσικού ύφους, αλλά διαφορετικά μεταξύ τους. Είδα πώς λειτουργούσε το καθένα στην κάθε σκηνή και έτσι έγινε η οριστική επιλογή.

Σχετικά Θέματα