Συνέντευξη

Ο Γιάννης Βεσλεμές παρουσιάζει το παγανιστικό «Εγχειρίδιο του Κακού»

Από -

Μιλήσαμε με τον σκηνοθέτη για τη συμμετοχή του στη διεθνή ανθολογία ταινιών τρόμου που αναζητά την πηγή του κακού στις παραδόσεις του κόσμου.

Εννέα σκηνοθέτες από όλο τον κόσμο, εννέα διαφορετικές ιστορίες τρόμου κι ανάμεσά τους κι εσύ. Πώς προέκυψε η συμμετοχή σου στην ανθολογία;
Ουσιαστικά μας συγκέντρωσαν οι παραγωγοί Αντ Τίμσον και Τιμ Λιγκ οι οποίοι έχουν συνεργαστεί με όλους τους σκηνοθέτες που συμμετέχουν στην ταινία. Εγώ γνώρισα τον Λιγκ στο φεστιβάλ που διοργανώνει στο Τέξας, το Fantastic Fest, όπου είχα πάει με τη «Νορβηγία». Στο «Εγχειρίδιο» αναζητούσαν σκηνοθέτες με παρόμοια αισθητική, οι οποίοι να προέρχονται από διαφορετικές χώρες και να μπορούν να συνδυάζουν το σινεμά του φανταστικού με το arthouse.

© φωτογραφίας: Πηνελόπη Γερασίμου
© φωτογραφίας: Πηνελόπη Γερασίμου

Και γιατί επιλέξατε συγκεκριμένα τις παραδόσεις ως κοινή πηγή έμπνευσης;
Η επιλογή μας δόθηκε έτσι εξαρχής, ήταν το πλαίσιο στο οποίο έπρεπε να κινηθούμε. Το φολκλόρ, οι δοξασίες κ.λπ. της κάθε χώρας. Οι μοναδικοί περιορισμοί που είχαμε ακόμα ήταν στο κομμάτι του προϋπολογισμού και της διάρκειας της ενότητάς μας. Από εκεί και έπειτα ήμασταν απόλυτα ελεύθεροι να σκεφτούμε και να γυρίσουμε όποιο σενάριο θέλαμε.

Η δική σου ταινία είναι εμπνευσμένη από τον τόπο καταγωγής σου;
Κατά μία έννοια ναι, έχω μια τάση να γεμίζω με ιδέες τα σενάριά μου, οπότε δεν είναι μονάχα αυτό. Εν προκειμένω με γοήτευσε ο μύθος των παγανιστικών καρναβαλιών που έχουν ρίζες στην αρχαιότητα, αλλά διατηρούνται ως έθιμο μέχρι σήμερα μαζί με τα παγανιστικά – διονυσιακά στοιχεία τους που αποτελούν ένα είδος ενσάρκωσης του κακού. Παράλληλα, ήθελα να τα συνδυάσω με τους θρύλους των καλικαντζάρων που έρχονται επίσης από τη βόρεια Ελλάδα.

Εν τω μεταξύ όπως και στη «Νορβηγία», έτσι και εδώ υπάρχει ένα διάχυτο ‘80s vibe στην ταινία, όχι μόνο ως εποχή, αλλά και σαν αισθητική. Το ύφος της μου θυμίζει έντονα το «Keep» του Μάικλ Μαν για παράδειγμα.
Συμπτωματικά το «Keep» είναι μια ταινία – σημείο αναφοράς για εμένα, την αγαπώ πολύ και είναι κρίμα που ο Μαν την έχει αποκηρύξει. Σε σχέση όμως με αυτό που λες, προσωπικά δεν αισθάνομαι άνετα με τη σύγχρονη εποχή. Επομένως, ανατρέχω συχνά σε παλαιότερες περιόδους που με κάνουν να αισθάνομαι καλά. Οι δεκαετίες του ’70 και του ’80, είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Αφού λοιπόν ήξερα πως θα γυρίσω κάτι που θα τοποθετείται έτσι κι αλλιώς στο παρελθόν, μου λύθηκαν τα χέρια και ήξερα ακριβώς πώς θα το διαχειριστώ.

Έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον στην ιστορία σου ότι οι κάτοικοι όταν βρεθούν αντιμέτωποι με τον καλικάντζαρο αμέσως φωνάζουν τον παππά να τους σώσει.
Όντως, γιατί οι κάτοικοι διατηρούν την παγανιστική παράδοση, αλλά έρχεται κάτι κατεστημένο για να επαναφέρει την ισορροπία. Έτσι στην ίδια συνθήκη συνυπάρχουν ο παγανισμός με την ορθοδοξία κι εκείνο που εμφανίζεται ως λυτρωτής είναι ένα σύμβολο της τάξης και της ασφάλειας.

Πώς φαντάστηκες τη μορφή του καλικάντζαρου;
Ήθελα να είναι απωθητικός, να κάνει το θεατή να αισθάνεται άσχημα. Παρόλα αυτά ο στόχος μου ήταν ο καλικάντζαρος να αποδειχθεί περισσότερο συμπαθής από τους διώκτες του. Στο πρακτικό κομμάτι, κυρίως για λόγους αισθητικής, φτιάξαμε χειροποίητα προσθετικά κι αποφύγαμε όσο μπορούσαμε τα ψηφιακά εφέ. Αλλά ακόμα σε αυτά, δουλέψαμε με την «παλιομοδίτικη» λογική της τρικέζας.

Πού έγιναν τα γυρίσματα;
Τα γυρίσματα της ταινίας έγιναν σε ένα απομακρυσμένο χωριό 10-12 κατοίκων στην Τήνο και σε κάποια λατομεία της περιοχής. Αντιμετωπίσαμε πολλές δυσκολίες, διότι το μέρος ήταν δυσπρόσιτο και χρειάστηκε να ανοίξουμε δρόμο για να κάνουμε τα γυρίσματα. Όμως τα πάντα έχουν μείνει αναλλοίωτα στο χρόνο. Για αυτό ακόμα και αυτοκίνητα που βρήκαμε εκεί ήταν από τα ’80s γιατί δεν έπαψαν ποτέ οι κάτοικοι να τα χρησιμοποιούν. Στην Αθήνα δεν μπορείς να αντιληφθείς την αίσθηση του χρόνου με αυτόν τον τρόπο. Θυμάμαι στα τέλη της δεκαετίας του ’90 όταν υπήρχαν μέρη στην πόλη που άνηκαν σε μια άλλη εποχή, μπορούσες να ταξιδέψεις στο παρελθόν βλέποντάς τα.

Σχετικά Θέματα