Συνέντευξη

Ο Φωκίων Μπόγρης μας «κόβει» νεονουάρ «Πρόστιμο»

Από -

Επτά χρόνια πριν, ο Φωκίων Μπόγρης («Κάθαρση») μαζί με το συνεργάτη του Πάνο Τράγο («Έρικ») ξεκινούσαν τη συγγραφή του «Πρόστιμου», ενός μοντέρνου ελληνικού νεονουάρ εμπνευσμένο από μερικά αληθινά περιστατικά. Μια επταετία πίσω, φυσικά, κανένας δε θα τολμούσε να φανταστεί πως η ταινία θα έκανε το 2021 πρεμιέρα ως ένας από τους πρώτους τίτλους με τους οποίους ανοίγουν ξανά τα σινεμά λόγω πανδημίας. Τηρουμένων, λοιπόν, των συνθηκών το «Πρόστιμο» κατάφερε να βρεθεί στις μαρκίζες των κινηματογράφων, λίγους μήνες μετά την πρεμιέρα του στο 61ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης και ενώ διεκδικεί δύο βραβεία Ίρις της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου (καλύτερης ταινίας, β' αντρικού ρόλου).

banner

Το «Πρόστιμο» είναι ένα υποβλητικό crime film που μας συστήνει στο σύγχρονο υπόκοσμο, όπου άνθρωποι πουλιούνται κι αγοράζονται καθημερινά κι εκεί ένας άντρας, ο Βαγγέλης, φλερτάρει με την απόλυτη αποτυχία (Βαγγέλης Ευαγγελινός). Πρόκειται για έναν μικροαπατεώνα με ανυπέρβλητα οικονομικά προβλήματα, τα οποία των υποχρεώνουν να πάρει μια απόφαση. Να συνεργαστεί με το οργανωμένο έγκλημα κι έτσι να ξεπληρώσει τα χρέη του, αλλά να είναι δέσμιος των γκάνγκστερ, ή να συνεχίσει τη δραστηριότητά του και να ρισκάρει τη ζωή του;

Στο φιλμ αντανακλώνται και συγκρούονται εναλλακτικές αρρενωπότητες, από τον πιο ακατέργαστα μάτσο κακοποιητικό άντρα μέχρι τον άβουλο υπάκουο «στρατιώτη», με την εξέλιξη ωστόσο του κεντρικού χαρακτήρα να επιφυλάσσει μερικές εκπλήξεις οι οποίες ξεφεύγουν από τις συνήθεις νόρμες του νεονουάρ και του crime συνολικά. Είναι επιλογές σαν κι αυτές που δίνουν χαρακτήρα στο «Πρόστιμο», το οποίο παρότι είναι συγγενές αισθητικά με την «οικονομιδική» κινηματογραφική σχολή, βρίσκει τις καταβολές του στο «βρώμικο» σινεμά των αμερικανικών '70s. Για αυτά και πολλά ακόμα μιλήσαμε με το Φωκίωνα Μπόγρη με αφορμή την κυκλοφορία της ταινίας του.

banner

Το είπατε και το κάνατε τελικά, μόλις γνωστοποιήθηκε η επαναλειτουργία των κινηματογράφων ανακοινώθηκε και η κυκλοφορία του «Πρόστιμου».
Η αναμονή για να έρθει αυτή η στιγμή ήταν πάρα πολύ μεγάλη και μου δίνει τρομερή χαρά το ότι συμβαίνει. Ανυπομονώ να βρεθώ σε μια αίθουσα με κοινό, μόνο και μόνο για να δω τις αντιδράσεις τους, αλλά και να καταλάβω τι έφτιαξα εν τέλει. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος για να το εξακριβώσει κανείς αυτό.

Πάντως μια μορφή αναγνώρισης της δουλειάς σου είναι οι δύο υποψηφιότητες Ίρις που απέσπασε από την Ελληνική Ακαδημία Κινηματογράφου, η ανακοίνωση των οποίων συνέπεσε σχεδόν με την κυκλοφορία της ταινίας.
Σίγουρα είναι, χαίρομαι πολύ που τα μέλη εκτίμησαν το «Πρόστιμο» και βρίσκεται υποψήφιο, τους ευχαριστώ για τη στήριξή τους, είναι σημαντική.

Σχετικά με την καθαυτό ταινία τώρα, o χαρακτήρας του Ευαγγελινού μου θυμίζει εκείνους που συνήθως γράφει ο Πολ Σρέιντερ. Γιατί από την πρώτη κιόλας σεκάνς μοιάζει να προκαλεί την πτώση του, σα να είναι ταυτόχρονα κάτι που έρχεται νομοτελειακά.
Είναι τιμητικό που αναφέρεις το Σρέιντερ γιατί είναι ένας από τους σκηνοθέτες που αγαπώ πολύ, ειδικά τις ταινίες «Hardcore»,  «Blue Collar» και «Νυχτερινές Επισκέψεις». Παρόλα αυτά, ομολογώ πως δεν το είχα σκεφτεί έτσι όπως το περιγράφεις, αλλά θα συμφωνήσω μαζί σου. Μάλλον είναι από τις περιπτώσεις που πράγματα που λατρεύεις σε επηρεάζουν υποσυνείδητα και περνάνε μέσα στο έργο σου. Γιατί στα πρώτα σχέδια του σεναρίου η ταινία δεν ξεκίναγε όπως κατέληξε να συμβαίνει. Αρχική πρόθεσή μου ήταν η αφετηρία να είναι η καθημερινότητα του Βαγγέλη, αλλά στην πορεία σκεφτήκαμε ότι είναι χρήσιμο η αφήγηση να ξεκινάει με κρότο, με ένα γεγονός που κεντρίζει την προσοχή. Η εναρκτήρια σκηνή έχει αυτήν τη χρήση, ενώ επιπλέον η αντίδραση του Βαγγέλη δεν απέχει πολύ από εκείνη που θα είχα εγώ, εάν κάποιος απαιτούσε να επιβληθεί στη ζωή μου από το πουθενά.

Έχεις μιλήσει ξανά για το ότι ο κεντρικός ήρωας είναι βασισμένος σε πραγματικό πρόσωπο. Ωστόσο, ο τρόπος που αβίαστα παρουσιάζεται ο κόσμος του, ένα σύμπαν εντελώς ξένο για τους περισσότερους από εμάς, αναδύει μια πειστικότητα που δύσκολα επιτυγχάνεται στο ελληνικό σινεμά.
Σχετικά με αυτό, διάβασα πρόσφατα κάπου στο ίντερνετ ένα σχόλιο που έλεγε «να βρεθεί ένα εμβόλιο για αυτούς που κάνουν ταινίες βασισμένες σε αληθινά γεγονότα» (γέλια). Γέλασα, τσαντίστηκα κιόλας λίγο, αλλά επειδή ξέρω με πόση ειλικρίνεια δουλέψαμε την παραγωγή νιώθω ασφαλής. Δηλαδή, ο ίδιος γνωρίζοντας τον άνθρωπο για τον οποίο μιλάω και πως όσα μου εκμυστηρεύεται είναι αληθή, είχα πίστη στην αυθεντικότητα του σεναρίου. Έπειτα, πιστεύω πως όταν κάνεις μια ταινία πρέπει η ιστορία της να σε αφορά προσωπικά. Μόνο έτσι μπορείς να αποκτήσεις μια σύνδεση με το θεατή και να γουστάρει κι εκείνος με αυτό που βλέπει.

Στην περίπτωση του «Πρόστιμου» εξίσου σημαντική είναι και η αισθητική, η οποία παραπέμπει σε νεονουάρ και στο αμερικάνικο σινεμά των ‘70s, ειδικά στον τρόπο που απεικονίζει την πόλη.
Η αλήθεια είναι πως από εσένα άκουσα για πρώτη φορά να χαρακτηρίζεται ως νεονουάρ η ταινία. Από τη μία μου έκανε εντύπωση, αλλά από την άλλη με χαροποίησε πολύ κιόλας. Γιατί είναι ακριβώς το είδος των ταινιών που αγαπώ πολύ, με ιδιαίτερη αδυναμία σε εκείνες που βγήκαν αργότερα, στα τέλη των ‘80s. Εν τω μεταξύ, όταν ξεκίνησα με τον Πάνο Τράγο να γράφω το σενάριο, δεν τέθηκε ποτέ σα θέμα το να κάνουμε μια ταινία είδους. Πρόθεσή μας ήταν να απεικονίσουμε ρεαλιστικά την ιστορία του Βαγγέλη. Έτσι, ήταν μια ευχάριστη έκπληξη όταν αργότερα άνθρωποι σαν κι εσένα άρχισαν να βλέπουν ως νεονουάρ ή crime movie το «Πρόστιμο», παρότι δεν ακολουθεί πιστά τους κανόνες τους. Σίγουρα, όμως, έπαιξε σημαντικό ρόλο στο στιλ της ταινίας η φωτογραφία του Γιάννη Σίμου.

Κάτι ακόμα που πρωταγωνιστεί στην πλοκή είναι όλοι αυτοί οι διαφορετικοί τύποι αντρών που ανταγωνίζονται ο ένας τον άλλο, με εκείνον του Βαγγέλη ως επί το πλείστον να άγεται και να φέρεται από τις βουλές των υπολοίπων.
Έτσι συμβαίνει, βέβαια κατά τη γνώμη μου πρόκειται για έναν πολυδιάστατο χαρακτήρα, αυτό εξάλλου τον κάνει κι ενδιαφέροντα. Επίσης, εκδηλώνει διαφορετική συμπεριφορά ανάλογα με το ποιον έχει απέναντί του.

Μα ναι, επίσης η εξέλιξή του είναι εντελώς απροσδόκητη και έξω από τις συνήθεις απεικονίσεις τέτοιων ηρώων, ειδικά όσον αφορά τη σεξουαλικότητά του.
Ακριβώς, για το λόγο αυτό υπάρχει η σχέση του με την τρανς Βέρα. Όσο πιο κοντά έρχεται σε εκείνη, τόσο περισσότερο αποδέχεται τις επιθυμίες του και παράλληλα απεχθάνεται άτομα όπως ο χαρακτήρας του Στάθη Σταμουλακάτου κι απομακρύνεται από την τοξική βαρβατίλα του.

Ο Ευαγγελινός κάνει μια αξιοπρόσεκτη δουλειά, φέροντας στην επιφάνεια τις περιπλοκότητες του χαρακτήρα του και όντας ταυτόχρονα δυναμικός σαν παρουσία. Υπάρχουν δε και στιγμές όπου κάνει σαρδάμ, αλλά οι λήψεις παρέμειναν στο μοντάζ, μιας και προκύπτουν οργανικά μέσα από τους διαλόγους. Φαντάζομαι πως αυτός ήταν κι ο λόγος που κρατήθηκαν εν τέλει.
Ακριβώς, από τη στιγμή που δεν επηρεάστηκε αρνητικά η σκηνή, κρατήσαμε τα πλάνα ως είχαν γιατί συνέβαλαν στο ρεαλιστικό κλίμα της ταινίας. Ο Βαγγέλης ενσαρκώνει πάρα πολύ καλά το ρόλο του, λίγοι άλλοι στην Ελλάδα θα το κατάφερναν αυτό. Ο ίδιος έχει παρόμοια βιώματα τα οποία σίγουρα βοήθησαν στο παίξιμό του, αλλά επέλεξα να τον φέρω σε επαφή με τον πραγματικό άντρα που υποδύεται. Επιδίωξα μάλιστα να κάνουν παρέα, να συγχρωτιστούν, για να παρατηρήσει το φέρσιμό του, τις κινήσεις του, τι ρούχα φοράει.

Αλήθεια, ο πραγματικός «Βαγγέλης» έχει δει την ταινία;
Βέβαια! Πέρασε πολύ καλά και νομίζω ότι του άρεσε. Φαντάσου, στην προβολή ήρθε με τη σύζυγό του, ενώ πριν από χρόνια με επισκεπτόταν για να μου πει τις ιστορίες του ενώ τον κινηματογραφούσα. Η απόσταση ανάμεσα στις δύο φάσεις είναι τεράστια. Πάντως, άνθρωποι σαν εκείνον όταν κάθονται να δουν κάτι βασισμένο στις ζωές τους, νομίζω ότι περισσότερο από όλα νοιάζονται για το κατά πόσο είναι πιστό στις εμπειρίες τους. Για να καταλάβεις, το πρώτο σχόλιο που μου έκανε αφορούσε τους ηθοποιούς, για τους οποίος ανέφερε ενθουσιασμένος ότι «μοιάζουν σαν εμάς».

Υπάρχει πλήθος γνωστών προσωπικοτήτων που κάνουν cameos, όμως θα ‘θελα να μάθω πώς προέκυψε η επιλογή του Θύτη στο καστ. Γνωρίζω πως έχετε συνεργαστεί στα βίντεο κλιπ του στο παρελθόν, όμως εδώ κρατάει έναν κανονικό ρόλο.
Για τη συγκεκριμένη περίπτωση, στην αρχή είχα δοκιμάσει να παίξουν μερικοί αληθινοί αλλοδαποί γκάνγκστερς, οι οποίοι όμως ήταν υποκριτικά ανεπαρκείς δυστυχώς. Είχα βρεθεί, λοιπόν, σε αδιέξοδο, μέχρις ότου ο Βαγγέλης Μουρίκης μου προτείνει το Θύτη, τον οποίο έχει σε μεγάλη εκτίμηση. Να πω εδώ πως ο ρόλος του είναι σε ένα πολύ μεγάλο βαθμό αυτοσχεδιαστικός, ποτέ δεν του έδωσα έτοιμο κείμενο για να μάθει απ’ έξω. Χρειάστηκε μόνο να μάθει το σενάριο και πράγματα για το χαρακτήρα του.

Και στο κομμάτι της μουσικής υπάρχει «συνωστισμός» ταλέντου…
Το soundtrack έχει ενδιαφέρουσα ιστορία, γιατί στο μυαλό μου το «Πρόστιμο» στην πρώιμη φάση του θα ήταν μια ταινία όλη γυρισμένη με κάμερα στο χέρι και ίσως χωρίς μουσική. Όταν φτάσαμε στο μοντάζ όμως, ήταν προφανές ότι υπήρχε ανάγκη για score. Για το βασικό θέμα ευθύνεται ο Jay Glass Dubs, ο οποίος μου έστειλε πολλά κομμάτια του για να δοκιμάσω και ένα από αυτά ταίριαξε εκπληκτικά. Τώρα, όσον αφορά το «Νταή», αυτό ξεκίνησε από κάποια samples δικά μου που τα έστειλα στον Άκη Καπράνο ο οποίος τα δούλεψε παραπάνω κι έκανε την ενορχήστρωση. Όσο για τη Σεμέλη, τι να πω, είναι φοβερή. Όπως και ο Αλέξανδρος Βούλγαρης, ο οποίος έγραψε εξαιρετικούς στίχους επηρεασμένος από τον Τόνι Μοντάνα μέσα σε ένα τέταρτο. Έμεινα άναυδος από την τάχιστη ανταπόκρισή του.

Ανέφερες νωρίτερα πως θέλατε η ταινία να ξεκινάει με έναν κρότο. Ωστόσο, στην πορεία η σκηνοθεσία αποφεύγει τις εξάρσεις, επιλέγοντας ένα πιο χαμηλότονο ύφος.
Γενικώς δεν επιδιώκω το θόρυβο. Έχει πολύ μεγάλη σημασία να υπάρχουν σιωπές και σκηνές περισσότερο ανθρώπινες, καθημερινές. Διότι αυτές δημιουργούν συνθήκες ηρεμίας πριν από την καταιγίδα, αν θες. Η ένταση χτίζεται σταδιακά, έτσι ώστε να έρθει αργότερα ορμητικά η σύγκρουση.

Μια σκηνή που βρήκα αστεία και ειρωνική ταυτόχρονα, είναι εκείνη όπου ξαφνικά από μια ανοιχτή τηλεόραση ακούγεται εκπομπή του Μένιου Φουρθιώτη. Με δεδομένο πως το σενάριο γραφόταν επί χρόνια, θα ‘λεγε κανείς πως είναι εντυπωσιακό ότι κατέληξε… επίκαιρο.
(Γέλια) Σου ορκίζομαι ότι μέχρι τη στιγμή που μπήκε στη μίξη το συγκεκριμένο απόσπασμα, δεν είχα ιδέα ποιος είναι ο συγκεκριμένος παρουσιαστής. Δεν υπάρχει τηλεόραση στο σπίτι μου, επομένως ήταν αδύνατο να ξέρω ποιοι είναι οι διασημότεροι του εν λόγω χώρου. Χάρη στο σχεδιαστή ήχου (σ.σ.: Σπύρος Αραβοσιτάς) επιλέχθηκε για να είμαι απόλυτα ειλικρινής, ο οποίος το βρήκε εντελώς ταιριαστό με τη σκηνή.

Για το κλείσιμο θα ήθελα να μάθω τη γνώμη σου για το ότι το «Πρόστιμο» χαρακτηρίζεται συχνά «οικονομιδικό». Πώς στέκεσαι απέναντι σε αυτό;
Το μόνο που θα έλεγα πως όντως συνδέει την ταινία μου με εκείνες του Γιάννη Οικονομίδη, είναι η ύπαρξη ενός τριγώνου ανθρώπων μέσα σε ένα σπίτι, όπως συμβαίνει στο «Μαχαιροβγάλτη». Αλλά αυτό το μοτίβο υπάρχει σε πολλές ταινίες, όπως το αγαπημένο μου «Χένρι: Το Πορτρέτο Ενός Δολοφόνου» ή το «No Way Home». Κατά τα άλλα είμαστε αρκετά διαφορετικοί. Ο καθένας γυρίζει πράγματα ξεχωριστά που ο άλλος δε θα σκεφτόταν ποτέ. Παράλληλα, όμως, ο Οικονομίδης είναι και δάσκαλος για εμένα, αυτό δεν αλλάζει. Αν μην τι άλλο, εκείνος έφτιαξε μια ολοδική του σχολή ρεαλισμού.

Αναλυτικές πληροφορίες από τον οδηγό σινεμά

Σχετικά Θέματα