Συνέντευξη

Ο Φίλιπο Μενεγκέτι γύρισε την πιο ρομαντική ταινία του καλοκαιριού

Από -

Στο περιθώριο του φεστιβάλ Θεσσαλονίκης το περασμένο φθινόπωρο συναντήσαμε τον Φίλιπο Μενεγκέτι, τον πρωτοεμφανιζόμενο Ιταλό σκηνοθέτη του «Εμείς οι Δύο», ενός καλογραμμένου δράματος το οποίο συγκίνησε αβίαστα εμάς αλλά και το κοινό της διοργάνωσης. Η υπόθεσή του απλή στο χαρτί, αλλά υποβλητική στη μεγάλη οθόνη: δύο ερωτευμένες γυναίκες (Μαρτίν Σεβαλιέ και Μπάρμπαρα Σούκοβα) κρύβουν για χρόνια τη σχέση τους παρόλο που κατοικούν σε διπλανά διαμερίσματα, μέχρι τη στιγμή που αποφασίζουν να ζήσουν μαζί. Τότε όμως ένα απροσδόκητο συμβάν τινάζει στον αέρα τα σχέδιά τους. Πώς κατάφερε να απογειώσει αυτό το ιδιαίτερο λαβ στόρι, απαντά λεπτομερώς παρακάτω ο ίδιος ο Μενεγκέτι...

Αυτή είναι μόλις η πρώτη σας ταινία, μυθοπλασίας τουλάχιστον, κι όμως καταφέρατε να αποδώσετε μια φαινομενικά απλή ιστορία με τόσο σύνθετο και πυκνό τρόπο. Πώς εμπνευστήκατε την υπόθεση της ταινίας και πόσο δουλέψατε πάνω στην αφήγησή της;
Όταν ήμουν παιδί, μεγαλώνοντας είχα δίπλα μου δύο ανθρώπους οι οποίοι υπήρξαν καθοριστικοί στο σμίλευμα της εκπαίδευσής μου, ιδιαίτερα της κινηματογραφικής. Εκείνοι, στην προσωπική τους ζωή, βρίσκονταν σε μια κατάσταση η οποία δε διαφέρει πολύ από αυτήν που απεικονίζω στην ταινία, παρόλο που σε καμία περίπτωση όσα βλέπουμε σχετίζονται μαζί τους. Όμως η επίδραση που είχαν πάνω μου και η συγκίνηση που μου προκάλεσε η δική τους ιστορία, με έκανε να πω στον εαυτό μου πως εάν ποτέ γύριζα μια ταινία θα ήταν εμπνευσμένη από αυτούς. Ήταν ο τρόπος μου να ανταποδώσω όλα όσα είχαν κάνει για μένα. Αργότερα, μέσω ενός φίλου, πληροφορήθηκα για την περίπτωση δύο γειτονισσών που έμειναν σχεδόν ταυτόχρονα χήρες. Μάλιστα, κατοικούσαν σε αντικριστά διαμερίσματα και είχαν τις πόρτες τους πάντα ανοιχτές. Τότε συνειδητοποίησα πως αυτός είναι ο ιδανικός τρόπος να στήσω την ιστορία που είχα στο κεφάλι μου. Η αναλαμπή βέβαια δεν τα έλυσε όλα, μας πήρε πέντε χρόνια για να ολοκληρώσουμε το σενάριο (σ.σ.: με τους Μαλισόν Μποβοράσμι και Φλοράνς Βινιόν)...

Έχει ενδιαφέρον πάντως πως εντοπίζεις την πυκνότητα της αφήγησης, μιας και με την Μαλισόν δουλέψαμε πάρα πολύ ώστε να δώσουμε μια εκφραστική οικονομία στην ταινία. Δηλαδή να τη ξεφορτώσουμε από περιττούς συμβολισμούς και να προφυλάξουμε την ουσία, χρησιμοποιώντας όσο το δυνατόν λιγότερα. Ειδικά για τους διαλόγους, κάναμε ό,τι μπορούσαμε ώστε να τους αποφύγουμε και να δώσουμε έμφαση στην εικόνα. Λέγαμε χαρακτηριστικά μεταξύ μας στο γύρισμα ότι πρέπει να έχουμε το θάρρος να είμαστε απλοί στην προσέγγισή μας. Έπειτα ήμαστε εξαιρετικά προσεκτικοί στο πού τοποθετούμε την κάμερα. Το πόσο κοντά ή όχι πλησιάζουμε, στις ερωτικές σκηνές για παράδειγμα, ήταν αποτέλεσμα ουσιαστικών δημιουργικών αποφάσεων. Γιατί δε θέλω να εκβιάζω τα συναισθήματα του κοινού χρησιμοποιώντας ένα κοντινό για παράδειγμα, αλλά να δελεάσω τη φαντασία του και να τη χρησιμοποιήσει στο έπακρο.

Ένα από τα ζητήματα που θέτει η ταινία είναι το πείσμα αυτών των γυναικών και η πίστη με την οποία προφύλαξαν το κοινό μυστικό τους. Πιστεύετε κάτι τέτοιο μπορεί να συμβεί στην πραγματικότητα; Αυτό που ζουν είναι δυσβάσταχτο...
Έχω ακριβώς την απάντηση! Την ιστορία που είδες τη σκαρφιστήκαμε με την Μαλισόν, όμως καθώς τη γράφαμε συνέβη κάτι απίστευτο. Ένα βράδυ είχαμε βγει μαζί με ένα φίλο κι ενώ του εξιστορούσαμε την υπόθεση έμεινε άναυδος. «Ξέρω κάποιες που ζουν έτσι ακριβώς» μας είπε και αμέσως ήθελα να τις συναντήσω. Εάν διάβαζαν το σενάριο θα μπορούσαν να μου πουν εάν είναι εύστοχο και πού ενδεχομένως έχω κάνει λάθος. Δυστυχώς δε θέλησαν να γνωρίσουν απολύτως κανέναν από την ομάδα. Παρόλα αυτά, αφού κυκλοφόρησε η ταινία, έχω λάβει γνώση τουλάχιστον δύο ολόιδιων περιπτώσεων. Επομένως, πιστεύω πως είναι κάτι που συμβαίνει!
Έμμεσα η ταινία μου μιλά για την αυτολογοκρισία. Όπως είπατε κι εσείς, αυτό που  ζουν οι πρωταγωνίστριες είναι επίπονο, αλλά ταυτόχρονα τόσο σημαντικό ώστε δεν μπορούν να ρισκάρουν την απώλειά του. Γι' αυτό ζουν σαν κάποιες άλλες, χωρίς να εκφράζουν αυτά που νιώθουν.

Ένα μοτίβο που διαπερνά την ταινία είναι εκείνο του συγκεκριμένου ονείρου που επαναλαμβάνεται. Παρόλο που έχω μια σαφή ερμηνεία για αυτό, έχω την αίσθηση πως ενδεχομένως αυτές οι σκηνές να είναι και κάτι άλλο, αναμνήσεις για παράδειγμα...
Ή φλασμπάκ ή μια μεταφορά για το άγχος του αποχωρισμού, πολλά ακόμα. Δεν ήθελα να δώσω σαφείς απαντήσεις στην ταινία για τις συγκεκριμένες σεκάνς, διότι προτίμησα να τις χρησιμοποιήσω σαν εργαλείο που θα ενθαρρύνει τους θεατές να συνάψουν τις δικές τους συνδέσεις σχετικά με τις ηρωίδες. Πάντως, η συγκεκριμένη τοποθεσία που βλέπουμε σε αυτές τις σκηνές υπάρχει και εκτός «ονείρου» αν θες, τη βλέπουμε στην ταινία. Αυτό συμβαίνει γιατί ήθελα να δείξω πως οι δυο τους μοιράζονται ένα κοινό εσωτερικό κώδικα επικοινωνίας και γνωρίζουν πώς θα βρουν η μία την άλλη.

Μια ακόμα ιδιαιτερότητα της ταινίας είναι η απεικόνιση της γυναικείας σεξουαλικότητας στην ηλικία μάλιστα που βρίσκονται οι ηρωίδες, κάτι που δε βλέπουμε συχνά στο σινεμά.
Έβρισκα ανέκαθεν εξαιρετικά ενδιαφέροντες τους χαρακτήρες μιας μεγαλύτερης ηλικίας. Κουβαλούν συνέχεια την ιστορία τους, τα λάθη, τα απωθημένα, τις χαρές, τις λύπες... Έπειτα και κινηματογραφικά με γοητεύουν, τα πρόσωπά τους έχουν σημαδευτεί από το χρόνο δίνοντάς τους μια ξεχωριστή ομορφιά. Αυτοί είναι οι βασικοί λόγοι που έγραψα έτσι τους χαρακτήρες, αλλά επιπλέον θεωρώ πως είναι μεταξύ των λιγότερο προβεβλημένων στο σινεμά. Έχουμε τέτοια εμμονή με τη νεότητα και την αψεγάδιαστη εικόνα ώστε έχουμε ξεχάσει πώς δείχνουν οι καθημερινοί άνθρωποι. Έχουμε φτάσει στο σημείο να δούμε μια ταινία με έναν φούρναρη, για παράδειγμα, ο οποίος μόλις βγάλει την μπλούζα του θα έχει τους κοιλιακούς ενός body builder. Με εκνευρίζει πάρα πολύ αυτό το φαινόμενο.
Δεν έχεις ιδέα πόσες φορές στα πέντε χρόνια προετοιμασίας μου προτάθηκε να γυρίσω την ίδια υπόθεση αλλά με νεαρές ηθοποιούς. Πίστεψέ με, δε φαντάζεσαι. Αλλά δεν υπήρχε περίπτωση να το κάνω. Ήθελα στην ταινία μου η ηλικία να αναπαρασταθεί με απόλυτη κι απερίφραστη ειλικρίνεια.

Παρόλα αυτά καταφέρατε να συνεργαστείτε με δύο σπουδαίες ηθοποιούς.
Θα είμαι ειλικρινής, ήταν δύσκολη η δουλειά μαζί τους, αλλά είχε αξέχαστες στιγμές. Ας πούμε, δε σου τυχαίνει κάθε μέρα να ακούς την Μπάρμπαρα Σούκοβα να εξιστορεί περιστατικά με τον Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ και τον Μάικλ Τσιμίνο τριγυρνώντας στο σετ.

Τέλος, πείτε μας δυο λόγια για την επιλογή του τραγουδιού που ακούμε σε χαρακτηριστικές στιγμές της ταινίας.
Έψαχνα για ένα κομμάτι που να ενσαρκώνει όλα όσα έχουν ζήσει αλλά και νιώθουν η μία για την άλλη. Ταυτόχρονα, έπρεπε αυτό το τραγούδι να προσθέτει ουσία στην αφήγηση. Γιατί, αν το καλοσκεφτείς, στις πιο σημαντικές ή έντονες στιγμές της ζωής μας δε λέμε κάτι βαθυστόχαστο αλλά μάλλον κάτι μπανάλ. Έτσι όταν ακούσαμε το «Chariot» από την Μπέτι Κέρτις, ξέραμε πως αυτό τα λέει όλα.