Συνέντευξη

Ο Εμίν Αλπέρ, η ελληνική μουσική και οι «Τρεις Αδερφές»

Από -

Στην περασμένη 69η Μπερλινάλε βρεθήκαμε τετ-α-τετ με έναν από τους καλύτερους σύγχρονους Τούρκους σκηνοθέτες, τον Εμίν Αλπέρ, ο οποίος παρουσίαζε σε παγκόσμια πρεμιέρα τις «Τρεις Αδερφές». Ένα «τσεχωφικό» δράμα με φόντο την Ανατολία και ένα βαρύ οικογενειακό μυστικό στο επίκεντρο που αποκαλύπτεται με κρότο.

Πώς εμπνευστήκατε την ιστορία της ταινίας;
Μεγάλωσα σε μια επαρχιακή πόλη της Τουρκίας όπου ήταν συνηθισμένο πλούσιες οικογένειες να προσλαμβάνουν γυναίκες από το χωριό ως προσωπικό, στις οποίες όμως συμπεριφέρονταν σαν συγγενείς. Μία από αυτές ανέθρεψε κι εμένα. Φαντάσου πως αποκαλούσαν τα αφεντικά τους «πατέρα» και «μητέρα». Ήταν διαδεδομένο φαινόμενο πριν από 20-30 χρόνια το οποίο τώρα τείνει να εκλείψει. Είχα επομένως προσωπικό ενδιαφέρον στην υπόθεση, αλλά περισσότερο ήθελα να εξερευνήσω τα ηθικά διλήμματα που δημιουργούσε σε μια οικογένεια αυτή η κατάσταση. Γιατί οι τοπικές κοινωνίες αντιμετώπιζαν ως φιλάνθρωπους όσους πρόσφεραν έστω αυτήν τη δουλειά σε φτωχές κοπέλες, ενώ εκείνες αποκτούσαν κύρος. Στην πραγματικότητα όμως όλες τους υπέφεραν.

Δεν είναι όμως ισόβια η εργασία τους, σωστά;
Ναι, δουλεύουν εκεί μέχρι να παντρευτούν κι αυτός είναι και βασικός τους στόχος, ώστε με έναν καλό σύζυγο να μην επιστρέψουν στο χωριό. Βρίσκονται διαρκώς σε μια ενδιάμεση κατάσταση, καθώς από τη μία δε νιώθουν ποτέ οικεία στο σπίτι όπου ζουν και εργάζονται, αλλά ούτε στο πατρικό τους στο χωριό, ενώ νιώθουν αποξενωμένες από τον κόσμο της πόλης.

Πολύ σημαντικός παράγοντας στην ταινία είναι και το αντίκτυπο των οικογενειακών μυστικών.
Πάρα πολύ συχνά οι ιστορίες υπηρετριών συνδέονται με τη σεξουαλική κακοποίηση, η οποία όμως σπάνια ομολογείται. Στην Τουρκία ειδικά οι κοινωνίες αποσιωπούν τέτοια περιστατικά. Αυτό βαραίνει και την ηρωίδα της ταινίας, αλλά δεν ήθελα να την απεικονίσω απλώς ως ένα θύμα. Οι πράξεις της κινητοποιούνται από τις φιλοδοξίες και το δυναμισμό της.

Είναι επίσης αποκαλυπτικό πόσο ανοιχτά μιλούν μεταξύ τους για το σεξ οι ηρωίδες.
Αυτό συμβαίνει επίτηδες στην ταινία γιατί ήθελα να καταρρίψω το μύθο πως οι επαρχιακές κοινωνίες στην Τουρκία είναι συντηρητικές. Στην πραγματικότητα συμβαίνει το αντίθετο, στις πόλεις επικρατεί περισσότερη καταπίεση, ενώ στα χωριά μπορεί και να δείτε άγριες καταστάσεις.

Φαντάζομαι όμως πως οι αναφορές στον Τσέχωφ δεν είναι τυχαίες...
Αγαπώ πολύ τη ρώσικη λογοτεχνία και είμαι μεγάλος λάτρης του έργου του, αλλά η σύνδεση με τις «Τρεις Αδελφές» είναι χαλαρή.

Έχετε γυρίσει με τέτοιο τρόπο την ταινία ώστε είναι ακαθόριστη η χρονική περίοδος που τοποθετείται.
Πολύ σωστά, ήθελα να γυρίσω μια «άχρονη» ταινία. Είχαμε ως σημείο αναφοράς τη δεκαετία του '80 για να κατασκευάσουμε το περιβάλλον του χωριού, αλλά επί της ουσίας δεν αναφέρεται επίτηδες πουθενά, για να μη συνδεθεί η αφήγηση αποκλειστικά με εκείνη την περίοδο.

Σημαντικό κομμάτι της αισθητικής της ταινίας είναι επίσης η ποιητική χρήση της μουσικής.
Ήταν η πρώτη φορά που ασχολήθηκα κανονικά με το soundtrack κι αυτό ήταν μια πρόκληση για εμένα, φοβόμουν να χρησιμοποιήσω μουσική. Αλλά είχα εξαρχής μερικές ιδέες στο μυαλό μου τις οποίες θεώρησα πως καταλληλότεροι για να τις μελοποιήσουν θα ήταν Έλληνες μουσικοί. Γιατί οι Τούρκοι θα συνέθεταν κάτι τελείως ανατολίτικο που δεν επιθυμούσα, ενώ οι Έλληνες θα έγραφαν μια καθολική μουσική.
Από προσωπική πείρα κιόλας γνώριζα πόσο ικανοί είναι και με τη βοήθεια του συμπαραγωγού μου αναζητήσαμε τους κατάλληλους για την ταινία. Έτσι καταλήξαμε στους αδερφούς Παπαγιάννη στους οποίους και είμαι ευγνώμων για το αποτέλεσμα.

Παρακολουθούμε μερικές εξαιρετικές ερμηνείες στην ταινία. Με ποια κριτήρια επιλέγεται τους ηθοποιούς;
Έκανα πάρα πολλές οντισιόν για να εντοπίσω τους κατάλληλους ηθοποιούς, γιατί θεωρώ ότι τους συγκεκριμένους χαρακτήρες είναι αδύνατον να τους ενσαρκώσει κάποιος μηχανικά. Πρέπει να είτε να έχει γνωρίσει είτε να έχει ζήσει μαζί με τέτοιους ανθρώπους ώστε να μπορεί να τους υποδυθεί. Έτσι είναι εμφανές πολύ γρήγορα αν συμβαίνει κάτι τέτοιο, γι' αυτό με βοήθησε η φυσική επαφή των οντισιόν. Για να αναφέρω ενδεικτικά ένα παράδειγμα, όταν ρώτησα τον ηθοποιό ο οποίος τελικά ερμήνευσε τον βοσκό, από πού κατάγεται, μου απάντησε από την Ανατολία. Δεν ήταν καθόλου τυχαίο λοιπόν ότι ταίριαζε γάντι στο ρόλο.

Είχατε όμως και εσείς αντίστοιχες συναναστροφές γράφοντας την ταινία;
Ναι, είχα υπόψη το χωριό μου το οποίο βρίσκεται επίσης στην Ανατολία. Μάλιστα σε ένα βουνό στα βορειοανατολικά της περιοχής ταξιδέψαμε για τα γυρίσματα της ταινίας. Βρεθήκαμε εκεί για πέντε εβδομάδες και ομολογώ ήταν μια απαιτητική παραγωγή. Ο δρόμος ήταν επικίνδυνος, χρειαζόμασταν καθημερινά μία ώρα για να φτάσουμε εκεί, αλλά τα φέραμε εις πέρας.

Σχετικά Θέματα