Συνέντευξη

Ο Βάτσλαβ Μαρχούλ μέσα από τον ανείπωτο τρόμο βλέπει την ελπίδα

Από -

Το «Βαμμένο Πουλί», η κινηματογραφική μεταφορά του ομότιτλου βιβλίου του Γέρζι Κοζίνσκι, είναι μια σπουδή πάνω στον πόνο και την οδύνη που είναι ικανός να προκαλέσει ο άνθρωπος. Ένα ασπρόμαυρο φιλμ διάρκειας περίπου τριών ωρών, το οποίο ο σκηνοθέτης Βάτσλαβ Μαρχούλ στήνει με αφιλτράριστο ρεαλισμό και ζοφερή ατμόσφαιρα που θυμίζει εφιάλτη. Ο Τσέχος δημιουργός απάντησε στις ερωτήσεις μας για την ταινία η οποία έχει προκαλέσει αναρίθμητες συζητήσεις από την πρώτη προβολή της στο τελευταίο φεστιβάλ Βενετίας, όπου τέσταρε τις αντοχές του κοινού.

Μετά το «Tobruk» επιστρέφετε, μια εντελώς διαφορετική ιστορία βέβαια, στην εποχή του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Τι σας ελκύει σε αυτήν την περίοδο;
Το «Βαμμένο Πουλί» ξεφεύγει από το πλαίσιο τόσο του πολέμου όσο και του Ολοκαυτώματος το οποίο θίγει άμεσα. Για εμένα αφηγείται μια ιστορία απόλυτα διαχρονική και καθολική. Μιλάει για την πάλη ανάμεσα στο σκοτάδι και το φως, το καλό και το κακό, την πίστη και τη θρησκεία, αλλά και πολλές ακόμα αντιθετικές έννοιες. Η ίδια η ιστορία μας υποχρεώνει να θέσουμε στον εαυτό μας δυσάρεστες απορίες και να αναζητήσουμε μόνοι τις, ανά στιγμές, επίπονες απαντήσεις. Αυτή η διαδικασία σε οδηγεί σε μια κατάσταση οδυνηρής αμφιβολίας για το λόγο που βρισκόμαστε εν ζωή και τη μοίρα του ανθρώπινου είδους. Ακριβώς εκεί βρίσκεται η μαγεία των πραγμάτων.

Καθώς έβλεπα την ταινία δεν μπορούσα να βγάλω από το μυαλό μου το «Έλα να Δεις» του Έλεμ Κλιμόφ. Υπήρξε σημείο αναφοράς για το «Βαμμένο Πουλί»; Είχατε κάποιες παρόμοιες ταινίες υπόψη στα γυρίσματα;
Ω ναι, φυσικά. Εκτός από το «Έλα να Δεις» είχα στο νου μου τα «Παιδικά Χρόνια του Ιβάν» και τον «Αντρέι Ρουμπλιόφ» του Αντρέι Ταρκόφσκι, όπως επίσης το «Μαρκέτα Λαζάροβα» του Φράντισεκ Βλάσιλ.

Είναι γνωστό πως ο Γέρζι Κοζίνσκι δεν ήθελε να γίνει ταινία το βιβλίο του. Τι σας ώθησε να το μεταφέρετε στο σινεμά παρόλα αυτά;
Εν αντιθέσει με ένα βιβλίο, το σινεμά βασίζεται στις εικόνες και όχι στις λέξεις. Πρόκειται για δύο τελείως ξεχωριστές κατηγορίες. Κανένα βιβλίο δεν μπορεί να μεταφερθεί στον κινηματογράφο έχοντας υπόψη τη λογική ενός μόνο αναγνώστη, γιατί ο καθένας φαντάζεται διαφορετικά το σύμπαν και τα πρόσωπα της υπόθεσης. Η κάμερα όμως αντικατοπτρίζει ξεκάθαρα την οπτική γωνία του σκηνοθέτη και κανενός άλλου.
Επομένως για να είναι επιτυχημένη μια μεταφορά πρέπει η αισθητική της ταινίας, το αφηγηματικό ύφος και το μήνυμα της ιστορίας να συνδυάζει όσο το δυνατόν περισσότερο την προσωπική και τη συλλογική φαντασία, αποδομένη μέσα από πλάνα και σεκάνς. Η δεύτερη προϋπόθεση αφορά τον θεατή, καθώς πρέπει να του προκαλέσεις τα ίδια συναισθήματα που είχες ο ίδιος σαν αναγνώστης. Δεν είναι καθόλου εύκολο, χρειάστηκαν τρία χρόνια και 17 διαφορετικές εκδοχές του σεναρίου για να καταλήξω σε αυτό που τελικά γύρισα.

Ισχύει πως συναντήσατε τυχαία τον μικρό πρωταγωνιστή της ταινίας Πετρ Κότλαρ; Πόσο δύσκολο ήταν να τον πείσετε να παίξει στο «Βαμμένο Πουλί»;
Πράγματι, γνωριστήκαμε λίγα χρόνια προτού ξεκινήσει το γύρισμα, στην πανέμορφη μεσαιωνική πόλη Τσέσκι Κρουμλόφ (Český Krumlov), όπου γράφω όλα μου τα σενάρια. Το μέρος είναι μαγικό. Εκεί λοιπόν, μια μέρα, ο Πετρ εμφανίστηκε μπροστά μου. Κυριολεκτικά ένιωσα πως είναι ο ιδανικός για το ρόλο. Επειδή παίρνω όλες τις δημιουργικές αποφάσεις με την καρδιά και όχι με το νου μου, δεν είχα κανένα δισταγμό να ρισκάρω και να τον επιλέξω για την ταινία. Ξέρω πως ακούγεται τρελό να διαλέξω ένα μικρό αγόρι μη-ηθοποιό, χωρίς την παραμικρή εμπειρία μπροστά σε κάμερα, να παίξει σε αυτήν την ταινία αλλά έτσι συνέβη.

Στην ταινία συμμετέχουν ακόμα πολλοί αναγνωρισμένοι ηθοποιοί όπως ο Στέλαν Σκάρσγκαρντ, ο Χάρβεϊ Καϊτέλ και ο Ούντο Κίερ. Πώς προέκυψε η συνεργασία μαζί τους;
Όταν έγραφα την πρώτη εκδοχή του σεναρίου και είχα φτάσει στο σημείο εμφάνισης του Γερμανού στρατιώτη, στο μυαλό μου είχα τον Στέλαν για το ρόλο. Για καιρό δεν είχα σκεφτεί να τον προσεγγίσω, αλλά μετά συνειδητοποίησα ότι ακριβώς επειδή η ιστορία του «Βαμμένου Πουλιού» είναι διάσημη δε θα έπρεπε να διστάζω να κάνω πρόταση σε έναν τόσο γνωστό ηθοποιό. Οπότε απλώς προχώρησα και το έκανα.
Με κάποιους είχα έρθει πρώτα σε επαφή με έναν ενδιάμεσο, όμως στην περίπτωση του Στέλαν είχαμε άμεση επικοινωνία. Στην πραγματικότητα είχαμε γνωριστεί 26 χρόνια νωρίτερα στην Πράγα, εντελώς τυχαία, αλλά στο ενδιάμεσο εκείνος έγινε διεθνής σταρ. Τον κάλεσα λοιπόν και στο τηλέφωνο του θύμισα την παλιά συνάντησή μας. Αναφώνησε αμέσως «Ω θεέ μου, Βάτσλαβ!» και συμφώνησε να διαβάσει το σενάριο της ταινίας το οποίο του άρεσε. Ήταν ο πρώτος που εκδήλωσε ενδιαφέρον να παίξει, κάτι που βοήθησε τις συζητήσεις με τους υπολοίπους.

Ένα βαρύ αίσθημα ματαιότητας πλανάται σε όλη τη διάρκεια της ταινίας, παρότι υπάρχει μια αχτίδα ελπίδας σε ένα κομβικό σημείο. Πιστεύετε ότι η ανθρωπότητα είναι ικανή να προκαλέσει τέτοιο πόνο σε μαζική κλίμακα;
Μόνο στο σκοτάδι μπορούμε να δούμε το φως. Απέναντι στο ολοκληρωτικό κακό, νιώθουμε αναπόφευκτα την ανάγκη να εντοπίσουμε και να το τονίσουμε το καλό και την αγάπη, που λειτουργούν ως άμυνα. Τουλάχιστον αυτήν την εντύπωση είχα διαβάζοντας το «Βαμμένο Πουλί». Μέσα από τον τρόμο φέγγει η ελπίδα. Για κάθε καλλιτέχνη η διαχείριση τέτοιων θεμάτων είναι ζήτημα ζωής κα θανάτου.

Αναλυτικές πληροφορίες από τον οδηγό σινεμά

Σχετικά Θέματα