Συνέντευξη

Ο Απόστολος Καρακάσης μιλάει για τη BIO.ME. και το «Επόμενος Σταθμός: Ουτοπία»

Από -

Ο έμπειρος ντοκιμαντερίστας σχολιάζει το πως κατέγραψε στο ντοκιμαντέρ του -που κυκλοφορεί την Πέμπτη 24/3 στις αίθουσες- το πείραμα αυτοδιαχείρισης των εργαζομένων της ΒΙΟ.ΜΕ., το σινεμά των καθημερινών ανθρώπων και τη δύναμη της ουτοπίας.

 Απόστολος Καρακάσης
Απόστολος Καρακάσης

Πότε αποφασίσατε να ασχοληθείτε με το θέμα της κατάληψης του εργοστασίου της ΒΙΟ.ΜΕ.; Φανταζόσασταν από την αρχή πως το πείραμα αυτοδιαχείρισης των εργαζομένων θα διαρκούσε τόσο πολύ;
Με το που έμαθα ότι οι εργάτες της ΒΙΟ.ΜΕ. σε λίγες μέρες θα καταλαμβάναν το εγκαταλειμένο από καιρό εργοστάσιο, ξεκίνησα τα γυρίσματα. Ήταν φανερό από νωρίς ότι η περιπέτεια αυτή θα έπαιρνε… επικές διαστάσεις και ότι η εμπλοκή μας θα απλωνόταν σε χρόνο και σε βάθος. Το είδος αυτών των ντοκιμαντέρ, τα οποία βασίζονται στην παρατήρηση, απαιτούν να βυθιστείς και να ζήσεις μέσα στον κόσμο της ιστορίας για χρόνια, ώστε στο τέλος να προσφέρεις στο κοινό μια εμπειρία πλούσια και αυθεντική.

Τι συνδέει αυτή την ταινία σας, με «αγωνιστικό» θέμα, με τον «Εθνικό Κήπο», την αμέσως προηγούμενή σας;
Υπάρχει ένα κοινό νήμα σε ό,τι κάνουμε, στην ουσία αναπτύσσουμε στο έργο μας τα ίδια πάντα θέματα. Στον «Εθνικό Κήπο» για έναν χρόνο παρακολουθούσαμε στενά κάποιους ήρωες της καθημερινότητας να ξεδιπλώνουν τις επιθυμίες τους, τα διλήμματά τους, να αναζητούν την ευτυχία μόνοι ή στη συντροφιά των άλλων θαμώνων του κήπου. Στο «Επόμενος Σταθμός: Ουτοπία» πάλι παρακολουθούμε στενά για έναν χρόνο κάποιους ήρωες της καθημερινότητας σε μια αναζήτηση που κατά βάθος κι εδώ είναι υπαρξιακή. Πρόκειται για άντρες στα 50 τους, οι οποίοι παλεύουν να διαμορφώσουν μία νέα ταυτότητα που θα τους επιτρέψει να ανακτήσουν τη ζωή τους. Αυτός ο αγώνας δημιουργεί τριβές με τους άλλους στην ομάδα, αλλά και σπαρακτικά εσωτερικά διλήμματα. Υπάρχει η ίδια γλυκόπικρη ματιά πάνω στην ανθρώπινη συνθήκη και στις δύο ταινίες, η συγκίνηση που εναλάσσεται με το χιούμορ και όπως συνειδητοποίησα εκ των υστέρων και οι δύο ιστορίες τελειώνουν τα Χριστούγεννα, που είναι η αγαπημένη μου εποχή! Η μεγάλη διαφορά είναι ότι στο «Επόμενος Σταθμός: Ουτοπία» η πλοκή είναι πολύ έντονη, έχεις αγωνία για το τι θα γίνει μετά, θυμίζει πιο πολύ κλασική μυθοπλασία.

Γιατί κατά τη γνώμη σας η κίνηση της ΒΙΟ.ΜΕ. κατέληξε σε ένα κυνήγι της ουτοπίας, ενώ αλλού – π.χ. στην Αργεντινή – ανάλογες προσπάθειες έχουν στεφθεί με επιτυχία;
Σέβομαι την ερμηνεία σας και τις επιφυλάξεις σας, αλλά νομίζω ότι μέσα από την ταινία δεν προκύπτει ότι το εγχείρημα της ΒΙΟ.ΜΕ. έχει αποτύχει, είναι ακόμη σε εξέλιξη. Είναι το πρώτο τέτοιο πείραμα στον ελλαδικό χώρο και είναι δύσκολο να αποτιμήσουμε ακόμη τη σημασία του ή τον ιστορικό του αντίκτυπο. Επίσης ένα ερώτημα είναι αν το «κυνήγι της ουτοπίας» έχει αναγκαστικά αρνητική χροιά, για παράδειγμα και ο Χριστιανισμός περιγράφει μια ουτοπία, αυτή όμως η πνευματική αναζήτηση δεν θεωρείται γενικά ανώφελη και αποτυχημένη, ακόμη κι αν η αγάπη δεν έχει επικρατήσει στον κόσμο μας... Αν το δούμε πάντως εντελώς πρακτικά, το ότι η ΒΙΟ.ΜΕ, παρά τη συνεχιζόμενη νομική επισφάλεια, είναι πλέον ένα παγόσμια γνωστό brand name συνιστά μια μεγάλη επιτυχία που θα μπορούσε να αξιοποιηθεί. Επίσης όσοι εργάτες συμμετέχουν εδώ και τρία χρόνια στο εγχείρημα έχουν ανακτήσει την αίσθηση της ατομικής αξιοπρέπειας και της κοινωνικής συνεισφοράς, δέχονται το θαυμασμό και το σεβασμό χιλιάδων ανθρώπων, ενώ διατηρούν μια καθημερινή απασχόληση και κάποιες μικρές οικονομικές απολαβές. Αντί λοιπόν να μαραζώνουν στα σπίτια τους, είναι πιο ενεργοί από ποτέ και αντιστέκονται στη μοίρα που τους επιφύλασσε η κρίση. Δεν είναι λίγο…

Πως επιλέξατε τους τρεις βασικούς πρωταγωνιστές της ταινίας σας;
Τους ανέδειξε το ίδιο το θέμα, τους προκρίνατε στο μοντάζ ή ήταν μια εξ αρχής ειλημμένη απόφαση να αντιμετωπίσετε αυτήν την «αντιπαράθεση» σαν ένα είδος δράματος χαρακτήρων; Από την αρχή με ενδιέφερε να δω ανθρώπους που έχουν φτάσει στο πιο οδυνηρό σταυροδρόμι στη ζωή τους, ζούνε τον εφιάλτη της ανεργίας που όλοι μας φοβόμαστε, αλλά για να αντιμετωπίσουν αυτό το φόβο αποφασίζουν να διαμορφώσουν μια καινούρια ταυτότητα. Βλέπουμε έτσι «νοικοκυραίους» εργάτες που ριζοσπαστικοποιούνται, συνδικαλιστές, που στα χρόνια της ευμάρειας ήταν στο περιθώριο, τώρα να αναπτύσσουν τα κρυμμένα ταλέντα τους και να αυτοπραγματώνονται, και αστούς τεχνοκράτες να αναστοχάζονται πάνω στις βασικές αξίες της ζωής. Στον μικρόκοσμο του εργοστασίου αντικατοπτρίζεται ευρύτερα η κοινωνία μας και αποτυπώνεται η ανθρώπινη περιπέτεια των καιρών μας με τις συγκρούσεις, ακόμη και τις κωμικοτραγικές αντιφάσεις που συνοδεύουν τέτοιους μετασχηματισμούς. Διαφορετικές συνειδήσεις αντιδρούν διαφορετικά και τα πρόσωπα της ταινίας ήθελα να εκφράζουν κάπως αυτές τις διαφορετικές τάσεις και νοοτροπίες που συγκρούονται.

 Οι εργάτες του αυτοδιαχειριζόμενου εργοστασίου της ΒΙΟ.ΜΕ.
Οι εργάτες του αυτοδιαχειριζόμενου εργοστασίου της ΒΙΟ.ΜΕ.

Τι διαφοροποιεί ένα κινηματογραφικό από ένα τηλεοπτικό ντοκιμαντέρ που προσεγγίζουν το ίδιο θέμα; Έχουν άραγε νόημα τέτοιου είδους χαρακτηρισμοί;
Τα τελευταία 50 χρόνια οι πλέον εμβληματικές ταινίες ντοκιμαντέρ είχαν χρηματοδότηση από την τηλεόραση, δεν μπορούμε λοιπόν να διακρίνουμε τι είναι πραγματικά «δημιουργικό» και «καλλιτεχνικό», ούτε από το μέσο προβολής του ούτε από την επαγγελματική προέλευση του εκάστοτε σκηνοθέτη (αν είναι κινηματογραφιστής ή δημοσιογράφος). Παρόλα αυτά, το κοινό αντιλαμβάνεται εύκολα τη διαφορά ανάμεσα σε μία αξιόλογη ταινία ντοκιμαντέρ από ένα ενημερωτικό βίντεο, όπως αναγνωρίζει τη διαφορά ανάμεσα σε ένα λογοτεχνικό έργο από ένα δημοσιογραφικό άρθρο. Αυτό που συνηθίζεται να λέμε «δημιουργικό» ντοκιμαντέρ στοχεύει περισσότερο στην δημιουργία μιας εμπειρίας και λιγότερο στην μετάδοση ενός όγκου πληροφοριών, αξιοποιεί τα κινηματογραφικά θέλγητρα, γοητεύει αισθητικά και εκφράζει απενοχοποιημένα την προσωπική ματιά των δημιουργών του. Σε τελική ανάλυση ένα έργο τέχνης (γιατί ο κινηματογράφος είναι τέχνη) ξεφεύγει από τα όρια του «θέματος», εκφράζει κάτι διαχρονικό και πανανθρώπινο. Ας μη γελιόμαστε όμως, το ντοκιμαντέρ έχει πολλά πρόσωπα και πολλές «ταμπέλες» που δεν απασχολούν το κοινό. Ο κόσμος ξέρει τι θέλει: να ανακαλύψει νέες όψεις της πραγματικότητας, να εκπλαγεί, να ζήσει συναισθηματικές εμπειρίες, να προβληματιστεί, με λίγα λόγια να ψυχαγωγηθεί ουσιαστικά.

Εκτός από πεπειραμένος ντοκιμαντερίστας, είστε και καθηγητής μοντάζ στην πανεπιστημιακή σχολή κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Τι σημαντικό έχετε αποκομίσει από τη διδακτική εμπειρία σας; Είστε ικανοποιημένος από το επίπεδο της σχολής και των φοιτητών της;
Ο καλύτερος τρόπος να μάθεις καλά κάτι είναι να αποπειραθείς να το εξηγήσεις σε άλλους. Ιδιαίτερα στο μοντάζ, οι σπουδαιότεροι/ες μοντέρ/εζ αποδίδουν πολλά στο ένστικτο, στο ταλέντο, στη φυσική αίσθηση του ρυθμού, σε ένα κρυφό δαιμόνιο που κρύβουν μέσα τους, όμως όλα αυτά δεν μπορείς στα σοβαρά να τα προτάξεις σε νέους ανθρώπους που θέλουν να μάθουν την τέχνη. Πρέπει να έχεις μια συστηματική προσέγγιση, να αποδομείς μαζί τους το κινηματογραφικό κείμενο για να ανακαλύψετε μαζί πώς και γιατί δουλεύει. Έτσι, στα οκτώ χρόνια που διδάσκω μοντάζ και ντοκιμαντέρ οι μηχανισμοί της γλώσσας μου έχουν γίνει περισσότερο συνειδητοί. Πρόσφατα μάλιστα κυκλοφόρησε και διανέμεται δωρεάν ένα ηλεκτρονικό βιβλίο που έγραψα με τη συμμετοχή δύο συναδέλφων του Τμήματος Κινηματογράφου Α.Π.Θ. (τον Χρήστο Γούσιο και τον Κώστα Κεφάλα) με τίτλο «Εφόδιο για νέους ντοκιμαντερίστες», το οποίο αποτελεί προϊόν όσων έμαθα διδάσκοντας. Είναι ένα πρακτικό εγχειρίδιο και μπορεί κανείς να το κατεβάσει από τη διεύθυνση http://repository.kallipos.gr/handle/11419/3870 Κατά τα άλλα, στο «Επόμενος Σταθμός: Ουτοπία» συνεργάστηκα άριστα με απόφοιτους του τμήματος οι οποίοι άφησαν ένα ισχυρό δημιουργικό αποτύπωμα στην ταινία - τον βοηθό σκηνοθέτη & οπερατέρ Θανάση Καφετζή και την βοηθό στο μοντάζ Αλεξάνδρα Παγκράτη, καθώς και τον συνάδελφο και καθηγητή σεναρίου Παναγιώτη Ιωσηφέλλη, που συνεργάστηκε στη δραματουργική επεξεργασία. Η σχολή μας έχει πολύ καλούς διδάσκοντες και συγκεντρώνει πολύ αξιόλογους και ενθουσιώδεις φοιτητές. Παρά τις μύριες όσες διοικητικές και οικονομικές δυσκολίες που αντιμετωπίζει συνολικά η εκπαίδευση στη χώρα μας, το κύριο λειτούργημα στην παιδεία παραμένει η επικοινωνία δασκάλου-μαθητή κι αυτό μας σώζει. Πολλοί φοιτητές μας συμμετέχουν με τα έργα τους σε διεθνή φεστιβάλ και πείθουν με την ενεργή παρουσία τους. Το ζήτημα βέβαια είναι κατά πόσο αυτή η γενιά θα μπορέσει να προσφέρει το ταλέντο της στα χρόνια των ισχνών αγελάδων…Πολλά λέγονται για την εναλλακτική ψηφιακή παραγωγή, αλλά η αλήθεια είναι ότι ο κινηματογράφος χρειάζεται χρήματα.

Σχετικά Θέματα

Δώσε το σχόλιο σου

* Όνομα   * e-mail    
Σχόλιο

Έχω διαβάσει και αποδέχομαι τις οδηγίες και τους όρους χρήσης  
Επιθυμώ να λάβω ενημέρωση με email σε περίπτωση απάντησης

  • Στέφανος Αργυριάδης πριν από 2 χρόνια

    Ο σκηνοθέτης-καθηγητής σχοινοβατεί σε όλη τη διάρκεια της ταινίας πάνω σε τεντωμένο σκοινί, χωρίς να πέσει ποτέ. Μεγάλη επιτυχία.