Κριτική

Nymphomaniac Μέρος B

Από -

Η σεξουαλική οδύσσεια της Τζο και του Λαρς Φον Τρίερ συνεχίζεται στο ίδιο λίγο πολύ μοτίβο, ολοκληρώνεται όμως με έναν απρόοπτο, ανατρεπτικό τρόπο, ο οποίος επιβεβαιώνει την ακραία κινηματογραφική πονηριά του τολμηρού Δανού, του μοναδικού auteur που μπορεί να κάνει σινεμά ιδεών με τόσο απολαυστικό τρόπο.

Ξαναπιάνοντας το νήμα της αφήγησης από εκεί που το είχε αφήσει στο «Μέρος Α΄», η κλινήρης Τζο συνεχίσει να διηγείται στον συνεπαρμένο Σέλιγκμαν τις ερωτικές­ της περιπέτειες, οι οποίες τώρα δοκιμάζονται από το γεγονός της μητρότητας. Οι γονικές ευθύνες όμως δεν θα κάμψουν τη θέλησή της για αναζήτηση της χαμένης σεξουαλικότητάς της (σε μόνιμη σχέση πλέον με τον Ζερόμ), οδηγώντας την αρχικά στα μονοπάτια του πόνου και στις πρωτότυπες τεχνικές διέγερσης του Κέι (Τζέιμι Μπελ) και κατόπιν στην οδό της παρανομίας, ως υπάλληλο ενός κυνικού εισπράκτορα χρεών (Γουίλεμ Νταφόε). Στην τελική ευθεία παραμονεύει η γνωριμία της με τη νεαρή προστατευόμενή της Πι (Μία Γκοθ), ιστορία η οποία μας θα οδηγήσει στα ημιφωτισμένα σοκάκια της αρχής και στο περιστατικό του τραυματισμού της.
Ανάμεσα στη σαρκαστική κωμωδία­ (αποκορύφωμα η σκηνή με τους δύο Αφρικανούς εραστές) και το σκοτεινό υπαρξιακό δράμα, ο Λαρς φον Τρίερ προσθέτει επιπλέον τρία κεφάλαια στην ερωτική οδύσσεια της ηρωίδας του, η οποία όσο πλησιάζει το παρόν τόσο περισσότερο βασανίζεται ψυχικά, αν και φαίνεται να έχει αποδεχτεί την πολιτικά μη ορθή ταυτότητα της νυμφομανούς.
Μετά τη χαριτωμένη αρχή, όπου τα παιχνιδιάρικα τρικ ελαφραίνουν το κλίμα­, το «Μέρος Β΄» μοιάζει να συγκεντρώνεται δραματουργικά (πολύ πιο εστιασμένο και πυκνό από την πρώτη ταινία), σοβαρεύοντας τους τόνους και αποκαλύπτοντας τον πραγματικό εσωτερικό κινηματογραφικό του εαυτό. Μπορεί ο Τρίερ να διασκεδάζει περνώντας από τη βυζαντινή εικονοποιία στο ομαδικό σεξ και από το σαδομαζοχισμό σε σχόλια για τους ορειβατικούς κόμπους, αυτό όμως που τον ενδιαφέρει αληθινά είναι να διηγηθεί την πρωτότυπη, οδυνηρή και τελικά λυτρωτική­ πορεία ενηλικίωσης μιας νεαρής κοπέλας, στην οποία το σεξ είναι­ απλώς το αφηγηματικό όχημα. ­Χαρακτηριστικό είναι ότι αυτό γίνεται προφανέστερο στη hardcore εκδοχή του πρώτου μέρους (προβλήθηκε στο Φεστιβάλ Βερολίνου), ακόμη κι αν οι ερωτικές σκηνές ­είναι «σκληρότερες».

Πιστός σε ένα σχεδόν δοκιμιακό σινεμά που δοκιμάζει διαρκώς τα όρια της αποστασιοποίησης (άλλοτε με την τεχνική του Δόγματος, άλλοτε με μπρεχτικά τρικ και άλλοτε­, όπως εδώ, με τον προσχηματικό διά­λογο-σχόλιο), ο Τρίερ φιλοσοφεί με προφανή ειρωνική διάθεση και συγκινεί βαθιά την ώρα που υπονομεύει το εξελισσόμενο δράμα, μια άσκηση σκηνοθετικής ισορροπίας την οποία μόνο αυτός μπορεί να εκτελέσει με τέτοια κομψή ακρίβεια.
Το φινάλε έρχεται να επιβεβαιώσει τη σταθερή πίστη του στη γυναικεία «φυσική» υπεροχή και την πεσιμιστική οπτική του πάνω στο ανθρώπινο είδος συνολικά, σβήνοντας και την παραμικρή ελπίδα πραγματικού εκπολιτισμού του. Ποιος θα περίμενε άλλωστε κάτι περισσότερο παρηγορητικό από τον δημιουργό του «Dogville», του «Χορεύοντας στο Σκοτάδι» και του «Αντίχριστου»;
Δανία, Γερμανία. 2013. Διάρκεια: 123΄. Διανομή: ΣΠΕΝΤΖΟΣ FILM, SEVEN FILMS.