Κριτική

Nymphomaniac Μέρος Α΄

Από -

Ένας εβραϊκής καταγωγής Δανός διανοούμενος βρίσκει στη μέση του δρόμου κακοποιημένη και αναίσθητη μια γυναίκα. Την περιθάλπει στο σπίτι του κι εκείνη αρχίζει να του διηγείται τη γεμάτη ατέλειωτες ερωτικές περιπέτειες ιστορία της ζωής της. Ο πάντα προκλητικός Λαρς φον Τρίερ ξαναβρίσκει τη δημιουργική φλόγα του σε μια ευρηματική οδύσσεια ιδεών (και σεξουαλικών πράξεων), που ολοκληρώνεται σε δύο μέρη και δύο εκδοχές: softcore και hardcore.

«Aυτή είναι η λογοκριμένη βερσιόν της ταινίας. Ολοκληρώθηκε χωρίς την παραμικρή ανάμειξη του Λαρς φον Τρίερ, αλλά με την απόλυτη έγκρισή του». Οι εκπλήξεις της ταινίας ξεκινούν… προτού καν αυτή αρχίσει, καθώς μια λακωνική προειδοποίηση μας ανακοινώνει εξαρχής πως η «πραγματική» ταινία, αυτή του σκηνοθέτη και όχι των παραγωγών, βρίσκεται κάπου αλλού. Ακόμη και μέσα στη σκοτεινή αίθουσα, λοιπόν, συνεχίζουμε να νιώθουμε παγιδευμένοι στο σατανικά ευφυές παιχνίδι δημοσιότητας το οποίο στήνει ο Σκανδιναβός auteur-φαρσέρ κάθε φορά που μια καινούργια ταινία του κάνει πρεμιέ­ρα.
Για το «Nymphomaniac» συγκεκριμένα αποφάσισε να αγκαζάρει γνωστούς αγγλόφωνους σταρ, να δημιουργήσει δύο εκδοχές –μία «ακατάλληλη» και μία «αυστηρώς ακατάλληλη»–, να χωρίσει καθεμία σε δύο μέρη, να αφήσει να διαρρέει επί μήνες μια σειρά πικάντικων σεναριακών και οπτικών λεπτομερειών, ενώ ο ίδιος επέλεξε να μη δώσει ούτε μία συνέντευξη παίρνοντας –υποτίθεται– το μάθημά του μετά­ τις χάριν αστεϊσμού φιλοναζιστικές δηλώσεις του στο προπέρσινο­ ­Φεστιβάλ Κανών.

Το όλο παιχνίδι προχωρεί όμως ακόμη περισσότερο (ο Τρίερ δεν είναι απλώς έξυπνος, είναι μεγαλοφυής), καθώς η αρχική δήλωση-«αποκήρυξη» μας κάνει να «μπούμε» στο «Nymphomaniac» κρατώντας αποστάσεις. Αφού γρήγορα γνωρίσουμε τον μάλλον συνεσταλμένο (κι εργένη;) εβραϊκής καταγωγής διανοούμενο Σέλιγκμαν και την τραυματισμένη –για άγνωστο λόγο– Τζο, την οποία ο πρώτος βρίσκει σε ένα έρημο στενό και την περιθάλπει στο δωμάτιό του, θα γίνουμε μάρτυρες μιας συναρπαστικής, παραμυθένιας­ εξιστόρησης ­μιας σειράς σχεδόν εξωπραγματικών ερωτικών περιπετειών, οι οποίες φλερτάρουν με τη μυθοπλασία (μέσα στη μυθοπλασία). Έχοντας προειδοποιηθεί ότι αυτό που βλέπουμε δεν είναι το «αυθεντικό υλικό», το πηγαινέλα ανάμεσα στην πραγματικότητα και στη φαντασία, στο γεγονός και στην ανακατασκευή του, στην αλήθεια και στο ψέμα γίνεται ακόμη πιο περίπλοκο, ακόμη πιο γοητευτικό.
Όλη η φιλμογραφία του Τρίερ ακροβατεί πάνω σε αυτό το τεντωμένο σκοινί-σύνορο της πραγματικότητας και της κινηματογραφικής απεικόνισής της. Εδώ δεν έχουμε να κάνουμε­ με τους αποστασιοποιητικούς μηχανισμούς του «Dogville», αλλά με τη μυθοποιητική, παραμυθένια διάσταση της αλήθειας, την οποία υποβάλλουν ο χωρισμός της ιστορίας σε κεφάλαια (το Μέρος Α΄ αφηγείται τα πρώτα πέντε), το διαφορετικό σκηνοθετικό στιλ με το οποίο προσεγγίζεται το καθένα­ από αυτά, το έντονα χιουμοριστικό ύφος πολλών σκηνών, ακόμη και τα μικρά αφηγηματικά τρικ που μας κλείνουν κάθε τόσο το μάτι. Τίπο­τε απ’ όλα αυτά όμως, όπως φυσικά και στο μπρεχτικό «Dogville», δεν μας στερεί την απόλαυση της σαγηνευτικής διήγησης/περιπλάνησης μιας­ γυναίκας προς την πλήρη σεξουαλική απελευθέρωση αλλά και της καταβολής του τιμήματος το οποίο τη συνοδεύει.
«Είμαι πολύ κακός άνθρωπος», ομολογεί στην αρχή η Τζο στον Σέλιγκ­μαν – ατάκα που δίνει την αφορμή αφενός για μια συζήτηση περί ενοχής και αφετέρου για την εκκίνηση μιας νεωτερικής (βορειοευρωπαϊκής κοπής) εκδοχής του «Χίλιες και μία νύχτες», κάθε κεφάλαιο της οποίας συνδέει άμεσα το σεξ με φιλοσοφικές ιδέες, καθημερινές συμπεριφορές, κοινωνικές αντιλήψεις και θρησκευτικά πιστεύω: από το ποταμίσιο ψάρεμα μέχρι την πολυφωνική μουσική του Μπαχ. Η Τζο είναι η Σεχραζάτ και μαζί η προσωποποίηση του ενστίκτου, ο Σέλιγκμαν είναι ο βασιλιάς Σαχριάρ και η φωνή της λογικής. Άλλοτε διαφωνώντας και άλλοτε συμπληρώνοντας ο ένας τον άλλον, συνυφαίνουν αρμονικά τον πιο μοντέρνο κινηματογραφικό ­μύθο περί έρωτος.

Εγκλωβισμένος εδώ και σχεδόν μία δεκαετία σε μια αδιέξοδη ανακύκλωση της σινιέ αυταρέσκειάς του, ο Τρίερ ξαναβρίσκει τώρα τον αληθινά ριψοκίνδυνο εαυτό του, αναμετρώμενος ακόμη μία φορά με τα όρια της τέχνης του. Σκληρός αλλά και συγκινητικός, προκλητικός και κάποιες στιγμές προσποιητός (η αφορμή για να ξεκινήσουν κάποιες φιλοσοφικές συζητήσεις), αλλά ανατρεπτικός και ακούραστα ευρηματικός, μας παρασύρει σε μια όλο εκπλήξεις δαιδαλώδη διαδρομή μέχρι την καρδιά του απόλυτου λαβυρίνθου, αυτού της ανθρώπινης ψυχής. εκεί όπου οι σωματικές ανάγκες ανταγωνίζονται τις πνευματικές ανησυχίες, το βδελυρό και το ιερό γίνονται ένα και η υπέρτατη ηδονή συνοδεύεται από το μεγαλύτερο πόνο. εκεί όπου η συνάντηση με τον ­Μινώταυρο είναι αναπόφευκτη και η κατάληξη θα μας αποκαλυφθεί στο «Μέρος Β΄».

Δανία, Γερμανία. 2013. Διάρκεια: 122΄. Διανομή: ΣΠΕΝΤΖΟΣ FILM, SEVEN FILMS.

Σχετικά Θέματα