Θέμα

«No Time to Die»: Η 007 κληρονομιά του Ντάνιελ Κρεγκ

Από -

Γι' αυτή την αποστολή ο 007 θα χρειαστεί τα μεγάλα όπλα.
Γι' αυτή την αποστολή ο 007 θα χρειαστεί τα μεγάλα όπλα.

Για 15 ολόκληρα χρόνια, ο Ντάνιελ Κρεγκ συστηνόταν κινηματογραφικά ως Τζέιμς Μποντ, έπινε το μαρτίνι του shaken, not stirred και είχε καλά κρυμμένο το περίστροφο Walther PPK στη θήκη του. Ο ηθοποιός κράτησε το ρόλο του πράκτορα 007 περισσότερο από κάθε άλλον στην ιστορία του franchise, έτσι η αποχώρησή του μετά το «No Time to Die» (τον 25ο τίτλο της σειράς) σημαίνει αναπόφευκτα και ένα τέλος εποχής. Αυτό που θα ακολουθήσει, ταιριαστά με το αβέβαιο κλίμα των ημερών, είναι ακόμα άγνωστο, όχι μόνο επειδή ο επόμενος Μποντ αγνοείται, αλλά και επειδή η οικογένεια Μπρόκολι (παραγωγοί των ταινιών) κρατά ως επτασφράγιστο μυστικό τις όποιες μελλοντικές προθέσεις της. Το σίγουρο, πάντως, είναι ότι η περίοδος Κρεγκ περνάει στην «τζεϊμσμποντική» μυθολογία ως μία από τις πιο επιτυχημένες, καταφέρνοντας να μείνει στην πρώτη γραμμή της κινηματογραφικής επικαιρότητας και ταυτόχρονα να αποτρέψει το σίτεμα της κερδοφόρας συνταγής ενός διαχρονικού κινηματογραφικού μπλοκμπάστερ.

Τζέιμς Μποντ από την αρχή

Η Άνα Ντε Άρμας κυκλοφορεί κι οπλοφορεί.
Η Άνα Ντε Άρμας κυκλοφορεί κι οπλοφορεί.

Θυμάστε καθόλου το «Τζέιμς Μποντ: Πέθανε Μια Άλλη Μέρα» (Λι Ταμαχόρι, 2002); Είχε ένα άβολο ρομάντζο ανάμεσα στον Πιρς Μπρόσναν και τη Χάλι Μπέρι, ψηφιακά εφέ με το κιλό που –για να το θέσουμε ευγενικά– ελάχιστα έπειθαν ακόμα και τότε, όπως αντίστοιχα συνέβαινε με την επιεικώς τραβηγμένη πλοκή. ο 007 έπρεπε να σταματήσει έναν Βορειοκορεάτη τρομοκράτη, ο οποίος, σε συνεργασία με ένα μεγιστάνα διαμαντιών, προσπαθούσε να κατασκευάσει ένα βιο-όπλο διαστημικών διαστάσεων. Πάλι καλά που υπήρχε η Μαντόνα στο σάουντρακ... Η χλιαρή υποδοχή από την κριτική και οι αντικρουόμενες απόψεις των θαυμαστών του Μποντ γύρω από την ταινία ώθησαν τους παραγωγούς να αναλάβουν δραστικά μέτρα. Σε αυτό βοήθησε εμμέσως η μεγάλη επιτυχία του «Χωρίς Ταυτότητα» (Νταγκ Λίμαν, 2002) με τον πιο μοντέρνο μυστικό πράκτορα Τζέισον Μπορν να απειλεί προς στιγμήν την παντοκρατορία του Μποντ.

Επιπλέον, παρότι βρισκόμασταν στις αρχές του 21ου αιώνα, ο κόσμος είχε ήδη αρχίσει να παίρνει μια πιο ανησυχητική πορεία. Η επίθεση στους Δίδυμους Πύργους το 2001 επέδρασε ως ένα υπαρξιακό σοκ στον δυτικό κόσμο, δίνοντας παράλληλα ανθρώπινη διάσταση στους κακούς που μέχριτότε υπήρχαν μόνο στη μεγάλη οθόνη. Αίφνης, τα θύματα ήταν πραγματικά, τα ρίσκα χειροπιαστά και, παράλληλα, η εξελιγμένη τεχνολογία είχε παρεισφρήσει παντού με κύριο «εκπρόσωπο» τα συστήματα παρακολούθησης που κατέκλυσαν τον δημόσιο χώρο. Έτσι, ο λουσάτος κοσμοπολιτισμός που διαφήμιζε ο Βρετανός υπερκατάσκοπος έμοιαζε ξαφνικά παρωχημένος έως και ενοχλητικός.

banner
Να κατέβουν κάτω τα μαρτίνι κι ας είναι και stirred.
Να κατέβουν κάτω τα μαρτίνι κι ας είναι και stirred.

Λίγα χρόνια αργότερα, όταν ο Κρεγκ φόρεσε για πρώτη φορά το κατασκοπικό κουστούμι του, σχεδόν τα πάντα στο σύμπαν του 007 ήταν διαφορετικά. Το «Casino Royale» (Μάρτιν Κάμπελ, 2006) απεικόνιζε έναν Μποντ βλοσυρό, αποτελεσματικό και με σαφή αίσθηση του καθήκοντος. Ακόμη, η «άδεια να σκοτώνει» εφαρμόστηκε στην πράξη πολύ περισσότερο απ’ ό,τι στο παρελθόν – επί Τίμοθι Ντάλτον για παράδειγμα. Ο επιβλητικά μυώδης Κρεγκ επιδίδεται σε ρεαλιστικότερες και ας απ’ ό,τι οι συνάδελφοί του, όπως η εναρκτήρια σεκάνς του μπάνιου ή εκείνη με τον Βρετανό, ολόγυμνο, να βασανίζεται από το σαδιστή Λε Σιφρ (Μαντς Μίκελσεν). Η δυσοίωνη ατμόσφαιρα του «Casino Royale» δυσαρέστησε κάποιους φίλους του franchise, αλλά ομολογουμένως συγχρονίστηκε με την εποχή και με το σκοτεινό ύφος που ένα άλλο μπλοκμπάστερ είχε μόλις καθιερώσει, το «Batman Begins» (Κρίστοφερ Νόλαν, 2005).

Όλα σε ένα, νοικοκυρεμένα

Δύο πράκτορες 007, ένα license to kill
Δύο πράκτορες 007, ένα license to kill

Ακόμα μία καινοτομία που έφερε η εποχή Κρεγκ αφορά την αφηγηματική συνοχή των ταινιών. Ενώ όλα τα προηγούμενα φιλμ είχαν ισχνές μεταξύ τους συνδέσεις, οι πέντε τελευταίοι τίτλοι χαρακτηρίζονται από σεναριακή συνέχεια. Θέλετε τη συναισθηματική σύνδεση ανάμεσα στον Μποντ και τη Βέσπερ Λιντ (Έβα Γκριν) που κατατρύχει το υποσυνείδητο του πράκτορα όπως φαίνεται στο «Quantum of Solace» (Μαρκ Φόρστερ, 2008) ή την τρομερή αποκάλυψη που γίνεται στο «Spectre» (Σαμ Μέντες, 2015) αναφορικά με τη σχέση του 007 με τον σατανικό Μπλόφελντ (Κρίστοφ Βαλτζ); Σε κάθε περίπτωση, η διαλεκτική μεταξύ των ταινιών εμπλούτισε τον κινηματογραφικό κόσμο του Μποντ, κάτι που εκ των υστέρων αποδείχθηκε διορατικό και μείζον για την ύπαρξη του franchise. Με αυτό τον τρόπο κατάφερε να αντεπεξέλθει στην ορμητική επέλαση των υπερηρωικών στούντιο (Marvel, DC), τα οποία παραμένουν κυρίαρχα μέχρι σήμερα χάρη στη δημιουργία πληθωρικών κινηματογραφικών συμπάντων.

Κρεγκ και ντε Άρμας «κοζάρουν» τον επόμενο Μποντ.
Κρεγκ και ντε Άρμας «κοζάρουν» τον επόμενο Μποντ.

Από την άλλη, ο ίδιος ο χαρακτήρας του Μποντ εξελίχθηκε διακριτικά μεν, στοχευμένα δε. Ελαττώθηκε εν μέρει η αποθεωτική Α male διάθεση, καθώς, τουλάχιστον σε κάποιες σκηνές χωρίς δράση, οι πράξεις του 007 δεν περνούν πάντα ατιμώρητες. Και όπως όλα δείχνουν, στο «No Time to Die» ο ίδιος θα έρθει με έναν τρόπο αντιμέτωπος με τη δύση της κατασκοπικής του καριέρας. Επιπλέον, έχει αρχίσει να γίνεται μια στοιχειωδώς ορθότερη διαχείριση των ηρωίδων, οι οποίες παύουν να χρησιμεύουν αποκλειστικά ως τρόπαια του Μποντ, αλλά λαμβάνουν ουσιωδέστερη σεναριακή θέση. Αυτό, τουλάχιστον, θέλουμε να δούμε να συμβαίνει τόσο με το χαρακτήρα της Λασάνα Λιντς, μιας ακόμα 007, όσο και από τη Δρ Μαντλέν Σουάν, στο ρόλο της οποίας επιστρέφει η Λεά Σεϊντού.

Ο Μποντ ποτέ δεν πεθαίνει (;)


Το «No Time to Die» φτάνει στους κινηματογράφους έπειτα από ένα σερί αναβολών λόγω της πανδημίας, συνοδεία πολλών ερωτημάτων γύρω από την τύχη του δημοφιλούς κατασκόπου. Φταίει και το γεγονός ότι στην ταινία τον βλέπουμε να απολαμβάνει την απόσυρσή του στην Τζαμάικα προτού οπλίσει ξανά το περίστροφό του για χάρη ενός παλιού φίλου της CIA. Ο λόγος είναι η εμφάνιση ενός πάρα-πολύ-κακού και μυστηριώδους άντρα (τον υποδύεται ο οσκαρικός Ράμι Μάλεκ), ο οποίος απειλεί –τι άλλο;– να ξεπαστρέψει την ανθρωπότητα, χρησιμοποιώντας νέου τύπου τεχνολογία. Τις τύχες της ταινίας κρατά ο ικανός σκηνοθέτης Κάρι Φουκουνάγκα («True detective», «Τζέιν Έιρ»), ο οποίος γνωρίζει καλά πώς να συνδυάζει την υποβλητική ατμόσφαιρα με ανατρεπτικές περιπέτειες. Όμως, όταν πέσουν οι τίτλοι τέλους, τι έχουμε να περιμένουμε από τον επόμενο Μποντ, αν και όταν αυτός βρεθεί τελικά; Στη μετα-Brexit πραγματικότητα, όπου η Αγγλία σμιλεύει εκ νέου την εθνική ταυτότητά της, ένας από τους δημοφιλέστερους εκπροσώπους της και «υπάλληλος» της Αυτού Μεγαλειότητας καλείται να ανταποκριθεί, σε ένα τεταμένο πολιτικό κλίμα, στην ανάγκη για θεματική και πολιτισμική ανανέωση.

Ο Ράμι Μάλεκ βγάζει τον σατανικό εαυτό του στην ταινία και αυτό φαίνεται.
Ο Ράμι Μάλεκ βγάζει τον σατανικό εαυτό του στην ταινία και αυτό φαίνεται.

Προσθέστε στο κοκτέιλ την τεράστια αβεβαιότητα στο κινηματογραφικό πεδίο, η οποία δεν θα ήταν απίθανο να φέρει μελλοντικά spin-offs ή σειρές του Τζέιμς Μποντ στις πλείστες διαθέσιμες streaming πλατφόρμες. Μονάχα οι Μπρόκολι γνωρίζουν τι πρόκειται να συμβεί. Στο ενδιάμεσο, ας αποχαιρετίσουμε τον Κρεγκ όπως του αρμόζει, δηλαδή στις σκοτεινές αίθουσες.

Οι «Μνηστήρες» του 007

Ίντρις Έλμπα

Εκείνος που θέλουν όλοι. Ωστόσο, η ηλικία του Έλμπα (49 ετών) ίσως αποθαρρύνει τους παραγωγούς (ο Κρεγκ ήταν 38 όταν ξεκίνησε), ενώ ο ίδιος έχει δηλώσει ότι δεν θα ήθελε να ταυτιστεί για πάντα με αυτόν το ρόλο.

Ρόμπερτ Πάτινσον

Ο ταλαντούχος ηθοποιός είναι αποδεδειγμένα ευπροσάρμοστος ερμηνευτικά, πρόσφατα υποδύθηκε τον κατάσκοπο («Tenet») και σύντομα θα γίνει ο επόμενος Μπάτμαν. Εάν, μάλιστα, ο Κρίστοφερ Νόλαν σκηνοθετήσει, όπως φημολογείται, τον επόμενο Μποντ, οι πιθανότητες του Πάτινσον αυξάνονται κατακόρυφα.

Τομ Χάρντι

Με ψήφο εμπιστοσύνης του πρώην 007 Πιρς Μπρόσναν, ο υποκριτικός χαμαιλέοντας Τομ Χάρντι θα μπορούσε να φέρει ταυτόχρονα φινέτσα και αλητεία στο ρόλο. Βέβαια, ο ηθοποιός είναι ήδη δεσμευμένος σε άλλο franchise («Venom») και η αμφίσημη σχέση του με τη δημοσιότητα ίσως δημιουργήσει προβλήματα.

Σχετικά Θέματα