Συνέντευξη

Neritan Zinxhiria: «Ίσως το ιδανικό σημείο επανεκκίνησης του κινηματογράφου να είναι το ντοκουμέντο και το αρχειακό υλικό»

Από -

The Time Of A Young Man About To Kill, 2015
The Time Of A Young Man About To Kill, 2015

Ακολουθώντας την αντίστροφη πορεία που περπάτησε ο πατέρας του το χειμώνα το 1990 όταν μετανάστευσε στην Αθήνα από τα Τίρανα, και αξιοποιώντας footage από τις ταινίες που ο τελευταίος τραβούσε μανιωδώς στην Αθήνα των αρχών του '90 με την κάμερα Sony Hi8 που αγόρασε με τον πρώτο του μισθό αλλά και νέο δικό του υλικό από την ίδια διαδρομή, ο 30χρονος κινηματογραφιστής Neritan Zinxhiria βρίσκεται πίσω από μια από τις καλύτερες στιγμές της μεγάλης έκθεσης «Στο ίδιο ποτάμι δυο φορές» που φιλοξενείται στο Μουσείο Μπενάκη Πειραιώς και διοργανώνεται από το Ίδρυμα ΔΕΣΤΕ και το New Museum της Νέας Υόρκης.

Το «A Country of Two» (2016), ένας φόρος τιμής στους γονείς του σε μια εποχή που αντιμετώπιζαν προβλήματα με το γάμο τους, είναι ένα άμεσο και διεισδυτικό film essay για τη μνήμη που προσθέτει μια φρέσκια ματιά στην avant garde παράδοση των προσωπικών ημερολογίων αξιοποιώντας ταυτόχρονα και το κοινωνικοπολιτικό υπόβαθρο μιας εποχής.

Γνωστός για τις μικρού μήκους του, όπως το βραβευμένο «Το Χαμομήλι», ο Neritan βλέπει πλέον το έργο του να βρίσκει μια θέση και στο χώρο μιας γκαλερί. Μιλήσαμε μαζί του για τη γοητεία που του ασκεί το αρχειακό υλικό και το ντοκουμέντο, το τοπίο της υπαίθρου και της παράδοσης που επανέρχεται διαρκώς στις ταινίες του και για την επαφή του με τον κινηματογράφο από την εποχή που συνόδευε την αδελφή του που έκανε μεροκάματα στο Τριανόν και αποφάσισε να λοξοδρομήσει από τις πανελλήνιες και το «σύνδρομο μεταναστών το-παιδί-μας-θα-είναι-πάσει-θυσία-πρώτο-στα-μαθήματα» ως τα μελλοντικά του σχέδια που περιλαμβάνουν την πέμπτη του μικρού μήκους για έναν αυτοδίδακτο μοναχό που καταπιάστηκε με την φωτογραφία στις αρχές του περασμένου αιώνα στο Άγιο Όρος και την πρώτη του μεγάλου μήκους.

A Country of Two, 2016
A Country of Two, 2016

Στο έργο «A Country of Two» ξεκινάς από μια οικογενειακή ιστορία και χρησιμοποιείς και αρχειακό υλικό. Πώς αποφάσισες να ακολουθήσεις αυτήν την πρακτική;
Με γοήτευε πάντα το αρχειακό υλικό. Ρομαντικά, μου έδινε την αίσθηση ημιτελειωμένου έργου που περίμενε την φαντασία σου για να ολοκληρωθεί - σαν να σε προσκαλεί να συμμετέχεις και εσύ, να χωθείς μέσα του. Ο πατέρας μου στις αρχές της δεκαετίας του ’90, λαμβάνει τους πρώτους του μισθούς και χαρίζει στον εαυτό του μια κάμερα Sony Hi8, η οποία εξακολουθεί να δουλεύει μέχρι και σήμερα. Μεταξύ 1992 και 1999, ο Σπετίμ Ζιντζιρία συλλαμβάνει δεκάδες ώρες από μικρά στιγμιότυπα που τον ενδιέφεραν. Εάν και όχι συνέχεια, με μια συνέπεια και επιμονή χρονικογράφου που καταφέρνει να αποτυπώσει το παρελθόν του σπιτιού, της οικογένειας, των ανθρώπων που έρχονται και φεύγουν.
Έτσι στα χρόνια που μεγαλώνω η κάμερα του πατέρα μου ήταν συχνά παρούσα: σε βαθμό που όχι μόνο δεν είχαμε θέμα σαν οικογένεια αλλά το αντίθετο- μας ήταν εξαιρετικά αμήχανες οι γιορτές εάν ο πατέρας μου δεν τραβούσε με την κάμερα του. Όταν κάποια προβλήματα της οικογένειας απαίτησαν την προσοχή όλων, ο δικός μου τρόπος να αντιμετωπίσω την νέα κατάσταση ήταν μέσω της γνώριμης κατεύθυνσης. Θέλοντας και μη λοιπόν, η φαντασία μου εξοικειώθηκε με τη νέα πραγματικότητα και ξεκίνησα να χτίζω ένα κινηματογραφικό δοκίμιο για τη μνήμη, τον έρωτα και την αποτυχία αυτών των δύο, παντρεύοντας υλικά.

Πώς αντιλαμβάνεσαι το ντοκουμέντο/ αρχειακό υλικό;
Μου είναι πικρή η παραδοχή πως ο κινηματογράφος έχει ηττηθεί. Κάνω συχνά αυτή την συζήτηση με φίλους κινηματογραφιστές για την ανάγκη μου να με διαβεβαιώσουν πως κάνω λάθος. Μοιάζει το μέσο να έχει κουραστεί, οι κινηματογραφιστές να παράγουν ταινίες χωρίς δόντια, οι άνθρωποι να αδιαφορούν και να έχουν αποκτήσει -πλέον- μια διαφορετική αίσθηση του χρόνου και της επίδρασης αυτού στη ζωή τους. Από τη δεκαετία του 2000 φαινόταν, τότε περισσότεροι δημιουργοί αναμόχλευαν τα της φιλμικής γλώσσας και τονώνανε την παραγωγή αλλά η αλήθεια είναι πως πλέον κάθε ταινία έρχεται με τη φόρα του κουρασμένου. Ίσως, για να επιστρέψω στην ερώτηση, το ιδανικό σημείο επανεκκίνησης του κινηματογράφου, να είναι το ντοκουμέντο και το αρχειακό υλικό. Δεν μιλάω για τα ντοκιμαντέρ, όσο για μια εργασία μαζί με τη μνήμη- για την επανασύνθεση αυτής όπως αριστοτεχνικά είχε κάνει ο Κιαροστάμι στο “Close up” του.

Υπάρχουν αυτοβιογραφικές αναφορές στις ταινίες σου;
Φορές ηθελημένα, άλλες φορές ακούσια. Εθιμοτυπικά, μουσικά, λογοτεχνικά, ακόμα και αρχιτεκτονικά: η ανθρωπογεωγραφία μου έχει χαραχθεί από συγκεκριμένα μήκη και πλάτη. Ελπίζω αυτά να μεγαλώσουν και να επεκταθούν ποικιλοτρόπως.

Χαμομήλι, 2012
Χαμομήλι, 2012

Με ποιόν τρόπο σε απασχολεί η έννοια της μνήμης;
Ως ο βασικότερος άξονας της ίδιας της δημιουργίας: η μνήμη έχει το χάρισμα να λειτουργεί αποσπασματικά απαιτώντας την φαντασία να μπολιάσει και να ριζώσει. Άλλες φορές θυμάσαι στο σημείο του απόλυτου πόνου και άλλες στο σημείο της απόλυτης ηδονής. Η παρακαταθήκη και η κληρονομία της μνήμης είναι η επόμενη μέρα: ο τρόπος με τον οποίο συνυπάρχουμε σήμερα καθορίζεται από τη συλλογική μνήμη. Για αυτό και είναι εξαιρετικά σημαντική για την ανθρώπινη συνέχεια και πολιτικά μιλώντας - για αυτό χρεώνω και στο σινεμά τα δέοντα για τον ανθρώπινο πολιτισμό. Το σινεμά είναι η αναπαράσταση μιας ανάμνησης που ουδέποτε υπήρξε.

Σε πολλές από τις ταινίες σου το τοπίο και οι άνθρωποι της υπαίθρου παίζουν κεντρικό ρόλο. Τι σε ενδιαφέρει σε αυτήν τη θεματική;
Υπάρχει ένας ομφάλιος λώρος μεταξύ του τοπίου και των ιστοριών που εκείνο φιλοξενεί. Με κερδίζουν οι ιστορίες και οι εικόνες εκείνες που είναι απογυμνωμένες από τα περιττά. Η πραγματικότητα της υπαίθρου με όλα τα στοιχεία της, αποτελεί γόνιμο έδαφος για τις ιστορίες με τις οποίες θέλω να παίξω. Ο κόσμος της, μου είναι φοβερά οικείος και ξένος παράλληλα.

«Δεν ήμουν ποτέ από τα παιδιά που λέγαν πως όταν μεγαλώσουν θα γίνουν σκηνοθέτες. Μεγάλωσα μέσα στο Τριανόν λόγω του ότι η αδερφή μου έκανα τα πρώτα της μεροκάματα εκεί. Λίγο πριν τις πανελλήνιες το σύνδρομο μεταναστών το-παιδί-μας-θα-είναι-πάσει-θυσία-πρώτο-στα-μαθήματα με γονάτισε και έτσι αποφάσισα να λοξοδρομήσω και με την αμέριστη αρωγή φίλων και συνεργατών έκανα την πρώτη μου μικρού μήκους».

Με ποιόν τρόπο σε ενδιαφέρει η παράδοση;
Είθισται ο όρος να λειτουργεί αφοριστικά, να μπαίνει ως ταμπέλα και να χωρίζει τις γεύσεις και ενίοτε και τους ανθρώπους. Τι είναι η παράδοση; Είμαστε η εθνική πραγματικότητα εν εξελίξει. Είμαστε η παράδοση. Στο βόρειο χάρτη της χώρας, η πραγματικότητα είναι όπως είναι: δεν έστησα εγώ κιλίμια στον τοίχο εν έτη 2019. Οι ηπειρώτικες φορεσιές στέκουν στο σήμερα ως υπέροχες fashion συνθέσεις ενώ κάθε φορά που κολλάω στο γράψιμο, ανατρέχω στην αφηγηματικότητα των δημοτικών τραγουδιών. Είναι χαρμόσυνο το γεγονός πως τελευταία υπάρχει μια στροφή στα εθνικά στοιχεία αναπαράστασης και μουσικής, έστω και όπως γίνεται, γιατί μέχρι πρότινος μόνο η φολκλορική πορνογραφία κατείχε τα πρωτεία - και είχε πάρει σβάρνα μαζί της μια σειρά από στοιχεία που θα βοηθούσαν να αναγνωρίσουμε την ταυτότητα μας, επιτέλους, ξεκάθαρα.

A Country of Two, 2016
A Country of Two, 2016

Πώς βρέθηκες να ασχολείσαι με το σινεμά;
Από σπόντα. Δεν ήμουν ποτέ από τα παιδιά που λέγαν πως όταν μεγαλώσουν θα γίνουν σκηνοθέτες. Απέναντι από το πατρικό μου, βρίσκεται ο κινηματογράφος Τριανόν. Μεγάλωσα μέσα στο σινεμά από 10 χρονών λόγω του ότι η αδερφή μου έκανα τα πρώτα της μεροκάματα εκεί. Λίγο πριν τις πανελλήνιες το σύνδρομο μεταναστών το-παιδί-μας-θα-είναι-πάσει-θυσία-πρώτο-στα-μαθήματα με γονάτισε και έτσι αποφάσισα να λοξοδρομήσω και με την αμέριστη αρωγή φίλων και συνεργατών έκανα την πρώτη μου μικρού μήκους. Η πρώτη οδήγησε στην δεύτερη και εκ τότε αφέθηκα στην ανάγκη μου να διηγούμαι με αυτόν τον τρόπο, ιστορίες.

Ποιές είναι οι αναφορές / επιρροές σου;
Ευτύχησα να έχω από νωρίς παραδείγματα, φιγούρες που μπήκαν ανάμεσα σε εμένα και τον κόσμο και μου φανέρωσαν την πραγματική διάσταση της ανθρώπινης συνύπαρξης. Από την οικογένεια μου, τους φίλους μου και το περιβάλλον μέχρι μεγάλους δημιουργούς όπως τον Μπρεσόν, τον Κιαροστάμι, τον Όζου και τον Μιζογκούτσι ως πρώτα ονόματα που μου έρχονται στο νου.

Νιώθεις ότι αποτελείς μέρος μιας ομάδας ανθρώπων ή μιας σκηνής, γεωγραφικά ή εννοιολογικά;
Ενδεχομένως για κάποιον ιστορικό του μέλλοντος να είμαι. Ανεξαρτήτως ταινίας και ευαισθησίας, στην ίδια πισίνα κολυμπάμε όλοι και οι κυματισμοί του ενός επηρεάζουν τον άλλον. Εκ των έσω, νιώθω την ίδια απόγνωση και αμηχανία που νιώθει ο κάθε κινηματογραφιστής απέναντι στην κωλυσιεργία και τον χρόνο αναμονής που βιώνει το εγχείρημα του μέχρι να τύχει αναγνώρισης και χρηματοδότησης για να ξεκλειδώσει κάποια συμπαραγωγή. Άρα σίγουρα μια, άτυπη, ομάδα υπάρχει.

Πώς βλέπεις τις ταινίες σου να προβάλλονται σε ένα εικαστικό context; Τις αντιλαμβάνεσαι διαφορετικά μέσα σε αυτό;
Ακόμα δεν μπορώ να απαντήσω σε αυτό μιας και η φιλοξενία σε ένα μουσείο/γκαλερί είναι μια καινούργια κατάσταση για εμένα. Η μορφή της τελευταία μου ταινίας μπορεί να σηκώνει τη διαρκή επανάληψη αλλά για την ώρα παραμένω σκεπτικός απέναντι στην φύση επίσκεψης και τη διαρκή λούπα ενός έργου τέχνης. Μου αρέσουν τα πράγματα να ξεκινάνε και να τελειώνουνε.

Τι δουλεύεις τώρα;
Τελείωσα τη συγγραφή του πρώτου μου θεατρικού έργου με τίτλο «Βελλεροφόντης». Στα πρότυπα αρχαίας τραγωδίας, είναι ένα έργο με το οποίο καταπιάνομαι τουλάχιστον τα τελευταία τρία-τέσσερα χρόνια. Μου αρέσει η συγγραφή και για κάποιον λόγο δεν με παίρνω σοβαρά εάν ο χρόνος δεν είναι εμφανής πάνω στο έργο. Παράλληλα, βρίσκομαι στο στάδιο προπαραγωγής της πρώτης μου μεγάλου μήκους ταινίας «Το Ευαγγέλιο του Κίμωνα», που περιστρέφεται γύρω από μια ερωτική φαντασίωση η οποία καταλήγει πολύ στραβά, και της πέμπτης μου μικρού μήκους ταινίας την οποία γυρνάω στο Άγιο Όρος, για έναν αυτοδίδακτο μοναχό που καταπιάστηκε με την φωτογραφία στις αρχές του περασμένου αιώνα. Στο τελευταίο εγχείρημα οφείλω την όποια διαύγεια, νηφαλιότητα και ηρεμία που έχω αυτό το διάστημα.

Ασχολείσαι και με άλλα κομμάτια του κινηματογράφου, π.χ. παραγωγή;
Το 2015 συνίδρυσα την εταιρία παραγωγής Monogram Film στο Βουκουρέστι και πιο πρόσφατα την Reconstructing Memories σε Ελλάδα και Αλβανία. Τα της παραγωγής είναι αναγκαία εφόδια για έναν κινηματογραφιστή που καλείται να αντιμετωπίσει την αγορά στο σήμερα.

i «Στο Ίδιο Ποτάμι Δύο Φορές» | Μουσείο Μπενάκη Πειραιώς (Πειραιώς 138 & Ανδρονίκου) | Mέχρι 22/9 | Πεμ. & Κυρ.: 10 π.μ.-6 μ.μ., Παρ. & Σαβ. 10 π.μ. - 10 μ.μ. | € 8

Αναλυτικές πληροφορίες από τον οδηγό σινεμά