Συνέντευξη

Ναντάβ Λαπίντ: «Τα “Συνώνυμα” ήρθαν να αλλάξουν τους κανόνες»

Από -

Αφού βγήκα από την κατακόκκινη αίθουσα του Μπερλινάλε Παλάστ, μετά το τέλος της κατάμεστης δημοσιογραφικής προβολής των «Συνώνυμων», ήμουν εξίσου εντυπωσιασμένος και προβληματισμένος. Η εν μέρει αυτοβιογραφική ταινία του Ναντάβ Λαπίντ πατά γερά σε κινηματογραφικές αναφορές του παρελθόντος, κι ενώ φλερτάρει με την υπερβολή και την άσκηση ύφους, καταφέρνει να είναι εντελώς μοντέρνα, πολιτικά τολμηρή και φτιαγμένη από ανεξάντλητη ένταση.

Στην καρδιά της βρίσκεται η αγωνία ενός άντρα σε υπαρξιακή απόγνωση, του νεαρού Γιοάβ –ένας εκρηκτικός Τομ Μερσιέ–, ο οποίος φτάνει στο Παρίσι έχοντας αποκηρύξει την ισραηλινή εθνικότητα και αναζητώντας τον τρόπο να δημιουργήσει από το μηδέν μια νέα ταυτότητα. Από την Αθήνα πια, μερικούς μήνες αφού ο Λαπίντ σήκωσε στο Παλάστ τη Χρυσή Άρκτο, στην άλλη άκρη του ακουστικού βρίσκεται ο ίδιος ο σκηνοθέτης για να απαντήσει στις ερωτήσεις μου. Αμέσως μου κάνει εντύπωση το ότι μιλάει για την ταινία... σαν να μην είναι δική του.

«Τα “Συνώνυμα” είναι ένα τρομερά φιλόδοξο φιλμ, που προσεγγίζει την έννοια της ύπαρξης ριζοσπαστικά, τόσο στη φόρμα όσο και στο περιεχόμενο. Στην Μπερλινάλε κατάλαβα ότι όσοι νιώθουν στο πετσί τους το σινεμά έδωσαν συμβολικές δια­στάσεις στην ταινία, σαν να ήρθε για να αμφισβητήσει ανοιχτά τους κινηματογραφικούς κανόνες», απαντά στην ερώτησή μου για τις αντιδράσεις που εισέπραξε στο Φεστιβάλ Βερολίνου. Ήταν η Χρυσή Άρκτος το επιστέγασμα αυτής της υποδοχής; «Δεν πιστεύω πως υπάρχει κάποιος ο οποίος ξυπνά το πρωί και ξέρει ότι θα κερδίσει τη Χρυσή Άρκτο. Όταν η Ζιλιέτ Μπινός ανακοίνωσε από σκηνής πως τα “Συνώνυμα” απέσπασαν το βραβείο, σάστισα. Έπειτα, όταν ανέβηκα για την απονομή, αγχώθηκα γιατί δεν ήξερα ποιο ήταν το πρωτόκολλο. Να φιλήσω την Μπινός ή απλώς να της σφίξω το χέρι; Τέτοια αστεία πράγματα, που για μερικά δευτερόλεπτα με βραχυκύκλωσαν».

Η ταινία του Λαπίντ βασίζεται στις δικές του εμπειρίες, καθώς αποφάσισε να εγκαταλείψει πατρίδα και γλώσσα, όπως ο Γιοάβ, και να μετακομίσει στη Γαλλία. Αλήθεια, δεν φοβήθηκε να εκθέσει τη ζωή του στη μεγάλη οθόνη; «Ο Μισέλ Ουελμπέκ είχε πει ότι “προτού ξεκινήσω να γράφω, φαντάζομαι τον εαυτό μου νεκρό”. Αυτήν τη στάση κράτησα στα “Συνώνυμα”, πήρα απόσταση από όσα έγραφα στο σενάριο. Νιώθω πως όταν κάνω μια ταινία, αυτή είναι αυθύπαρκτη, έχει τους δικούς της κανόνες και φεύγει από τον έλεγχό μου. Γι’ αυτό πιστεύω πως πολλοί θεατές ταυτίστηκαν με τον Γιοάβ. Η ιστορία του δεν είναι αποκλειστικά δική μου, αλλά εν δυνάμει όλων». Και τώρα, μετά την ταινία, νιώθει άραγε πως πλέον έχει απελευθερωθεί από το ίδιο του το παρελθόν; «Δεν το νομίζω. Αν το φιλμ λειτούργησε με κάποιον τρόπο θεραπευτικά για μένα, αυτό συνέβη διότι επέστρεψα σε μέρη που είχα να επισκεφθώ χρόνια, αλλά αυτήν τη φορά με μια κάμερα και το συνεργείο μου».

Οι αναφορές που γίνονται στην ταινία για το κράτος του Ισραήλ είναι γεμάτες... κοσμητικά επίθετα. Δίχως αυτά τα στοιχεία του όμως, ο Γιοάβ δεν θα έφτανε ποτέ να κάνει το λυτρωτικό ταξίδι του στο Παρίσι. Τελικά σε πιο βαθμό η εθνική συνείδηση καθορίζει την ταυτότητα; «Είναι ένα καθαρά υποκειμενικό ζήτημα. Βασικό κριτήριο είναι κατά πόσο η έννοια του έθνους επηρεάζει συναισθηματικά το άτομο. Αν θες να σκοτώσεις κάτι μέσα σου, αυτό συμβαίνει διότι νιώθεις πόσο βαθιά σε επηρεάζει. Θεωρώ πάντως ότι είναι εφικτό κάποιος να ζει αποξενωμένος από την καταγωγή του, ειδικά αν αυτή του τρώει τα σωθικά ή του φαίνεται αδιάφορη».

Την ίδια στιγμή ο σκηνοθέτης σκιαγραφεί έναν ήρωα ο οποίος μοιάζει φτιαγμένος από αδρεναλίνη, με τον πρωτοεμφανιζόμενο Τομ Μερσιέ να κάνει μια tour de force στην ταινία. «Ο κεντρικός μου ήρωας δεν μπορεί να ξεφύγει από τη φύση του, είναι μαχητής. Και, όπως κάθε μαχητής, γνωρίζει πως το μόνο που έχει σημασία είναι το τώρα. Για αυτόν κάθε στιγμή είναι ένα πεδίο μάχης· όταν του επιβάλλουν να μείνει σε ένα χώρο εκείνος βγαίνει έξω, όταν πρέπει να κάνει ησυχία αυτός ουρλιάζει. Η ψυχή του τρέμει, δονείται από έναν ασταμάτητο παλμό. Ο Τομ με συνεπήρε, διείσδυσε ολοκληρωτικά στον ρόλο και από ένα σημείο και μετά φάνηκε να ξέρει περισσότερα ακόμη και από εμένα για τον χαρακτήρα. Αυτή είναι, πιστεύω, η μαγεία του σινεμά, να έρχεται και να εξυψώνει όσα έχουν γραφτεί στο χαρτί».

Σχετικά Θέματα