Θέμα

Να κερδίζει Όσκαρ το Netflix ή όχι;

Από -

Ο τρεις φορές βραβευμένος από την αμερικανική Ακαδημία Κινηματογράφου Στίβεν Σπίλμπεργκ και ο Κρίστοφερ Νόλαν απαντούν.

banner
«Mudbound: Δάκρυα στο Μισισιπί»
«Mudbound: Δάκρυα στο Μισισιπί»

Είναι γεγονός πως άμα τη εμφανίσει του το Netflix, η διάσημη σήμερα διαδικτυακή πλατφόρμα προβολής σειρών και ταινιών, άλλαξε πλήρως το τοπίο στην παγκόσμια οπτικοακουστική βιομηχανία. Χιλιάδες τίτλοι έγιναν διαθέσιμοι σε ένα πεινασμένο για φθηνή μα υψηλής ποιότητας ψυχαγωγία κοινό, ανά πάσα ώρα και στιγμή, σε οποιοδήποτε μέσο: από την οθόνη ενός smartphone έως την (smart)TV κάθε σπιτιού.

Η ευελιξία δεν ήταν το μόνο ατού του Netflix έναντι των παραδοσιακών μέσων. Κάθε σειρά που προορίζεται για αυτό παραχωρείται στους συνδρομητές της ολόκληρη, με όλες τις σεζόν δηλαδή, αποδεσμεύοντας τους θεατές από το «βάσανο» της αναμονής έως το επόμενο επεισόδιο, δημιουργώντας έτσι τον όρο «binge watching» (μαραθώνια παρακολούθηση).

«Stranger Things»
«Stranger Things»

Την ίδια στιγμή, οι διαστάσεις μίας (τηλεοπτικής) οθόνης έγιναν ο κανόνας για το γύρισμα του πρωτότυπου Netflix υλικού, που υιοθετούσε κινηματογραφική αισθητική και έμπειρους στο χώρο του σινεμά συντελεστές εξ ου και τα επιτυχημένα καλλιτεχνικά αποτελέσματα, με λαμπρό παράδειγμα τις περιπτώσεις των «Stranger Things» και «Mindhunter».

Η μαζική αποδοχή του Netflix τόσο από το κοινό, όσο και από τους κινηματογραφιστές οι οποίοι άρχισαν να «εγκαταλείπουν» μαζικά το Χόλιγουντ, ήταν γεγονότα που είχαν ήδη προκαλέσει ανησυχία στην κινηματογραφική βιομηχανία και η οποία εκδηλώθηκε για πρώτη φορά ανοιχτά πέρσι, κατά τη διάρκεια του φεστιβάλ των Κανών.

Τότε, για πρώτη φορά συμμετείχαν στο διαγωνιστικό τμήμα της σημαντικότερης κινηματογραφικής διοργάνωσης δύο ταινίες παραγωγής Netflix: το «Okja» του Κορεάτη Μπονγκ Τζουν Χο («Snowpiercer») και το «The Meyerowitz Stories» του Νόα Μπάουμπαχ («Frances Ha»). Η διαφορά τους από τις υπόλοιπες ταινίες ήταν πως προορίζονταν απευθείας για πρεμιέρα στις υπηρεσίες streaming της πλατφόρμας, και άρα δεν προβλεπόταν η κυκλοφορία τους στις αίθουσες της Γαλλίας όπως ορίζει ο κανονισμός του φεστιβάλ, γεγονός που προκάλεσε σάλο.

banner

Ένα χρόνο μετά, έρχεται ο τρεις φορές βραβευμένος με Όσκαρ σκηνοθέτης Στίβεν Σπίλμπεργκ να φέρει και πάλι στο προσκήνιο τη συζήτηση για τη θέση του Netflix στο σινεμά. Ο Σπίλμπεργκ είπε σύμφωνα με το Variety πως «από τη στιγμή που αφιερώνεσαι σε ένα τηλεοπτικό μέσο, γίνεσαι μία τηλεταινία. Φυσικά, αν είσαι μια πολύ καλή τηλεταινία, δικαιούσαι Έμι, όχι όμως Όσκαρ. Δεν πιστεύω πως ταινίες που προβάλλονται για λιγότερη από μία βδομάδα στις αίθουσες θα πρέπει να υπολογίζονται στις υποψηφιότητες της ακαδημίας».

Αφορμή για αυτές τις δηλώσεις ήταν η οσκαρική παρουσία της πλατφόρμας στην πρόσφατη απονομή των Όσκαρ, όπου εκπροσωπήθηκε ξανά με δύο ταινίες, το «Icarus» που κέρδισε τελικά το βραβείο ντοκιμαντέρ μέσα από τα χέρια της Ανιές Βαρντά, και το αντιρατσιστικό δράμα «Mudbound: Δάκρυα στο Μισισιπί» της Ντι Ρις που απέσπασε 4 υποψηφιότητες. Το «Icarus» προβλήθηκε σε επιλεγμένα σινεμά των Η.Π.Α., ενώ το «Mudbound» κυκλοφόρησε σε περιορισμένη διανομή στις αίθουσες, τη στιγμή που και τα δύο ήταν ταυτόχρονα διαθέσιμα στο Netflix.

Τα σινεμά δηλαδή δεν είχαν καμία αποκλειστικότητα πάνω στις ταινίες που προγραμμάτιζαν, και ένας εν δυνάμει θεατής μπορούσε να επιλέξει τη μικρή οθόνη του σπιτιού του αντί το ακριβότερο χρηματικό αντίτιμο και τη μεγάλη οθόνη.

Ο Στίβεν Σπίλμπεργκ
Ο Στίβεν Σπίλμπεργκ

Πριν από τον Σπίλμπεργκ, αντίστοιχες ενστάσεις είχε εκφράσει και ο Κρίστοφερ Νόλαν, δηλώνοντας μεταξύ άλλων πως «η επένδυση του Netflix σε ενδιαφέροντες σκηνοθέτες και παραγωγές θα ήταν περισσότερο αξιοθαύμαστη εάν δε χρησιμοποιόταν σαν ένα είδος παράξενου πλεονεκτήματος που θα οδηγούσε στο κλείσιμο των κινηματογράφων». Αργότερα βέβαια ο σκηνοθέτης της «Δουνκέρκης» ανακάλεσε όσα είπε και ζήτησε συγγνώμη.

Πόση αλήθεια όμως έχουν τα λόγια των δύο κορυφαίων δημιουργών και πού κάνουν λάθος;

«Mindhunter»
«Mindhunter»

Πράγματι, το Netflix έχει αλλάξει τη συμπεριφορά παρακολούθησης μιας ολόκληρης γενιάς θεατών η οποία προτιμά να μένει στο σπίτι για να δει μια ταινία, ή και πολλές παραπάνω, παρά να ψάξει και να πάει σε ένα σινεμά. Από μόνο του κάτι τέτοιο φυσικά και δεν είναι κακό, έχει όμως ως άμεση συνέπεια την πλήρη αποδυνάμωση της εικαστικής δύναμης που προσφέρει ένα κινηματογραφικό κάδρο. Οι εικόνες που προβάλλονται σε μια οθόνη σινεμά προκαλούν δέος, εισάγουν το θεατή σε έναν νέο βαθιά συναισθηματικό κόσμο όπου δεν αποσπάται η προσοχή του από ειδοποιήσεις στο messenger ή κακή σύνδεση στο internet. Φανταστείτε μία σκηνή μάχης του «Άρχοντα των Δαχτυλιδιών» στην οθόνη ενός iphone με φτηνά ακουστικά και την ίδια σκηνή σε κινηματογράφο, και θα καταλάβετε αμέσως τη διαφορά.

Έτσι, φυσικά και το Netflix δεν πρόκειται να αντικαταστήσει ποτέ το σινεμά. Αυτή όμως είναι μία πλευρά του νομίσματος. Η άλλη αποκαλύπτει τα λάθη της ίδιας της κινηματογραφικής βιομηχανίας, και συγκεκριμένα του Χόλιγουντ. Πριν από δέκα χρόνια όταν κυκλοφορούσε το «Iron Man», κανένας executive δεν περίμενε την αστρονομική επιτυχία της ταινίας που συνοδεύτηκε από το comeback του πρωταγωνιστή Ρόμπερτ Ντάουνι Τζούνιορ. Ήταν πρωτάκουστο μια ταινία για έναν υπερήρωα να αποφέρει 585 εκατ. δολαρία παγκοσμίως. Ο «Iron Man» πυροδότησε το ρεύμα των super hero movies που βρίσκεται μέχρι σήμερα στο απόγειό του σπάζοντας το ένα ρεκόρ μετά το άλλο, φέρνοντας στη μεγάλη οθόνη ήρωες που παλιότερα δε φανταζόταν κανείς πως θα αποκτούσαν δική τους ταινία, όπως πρόσφατα συνέβη με τον «Black Panther».

«Black Panther»
«Black Panther»

Αυτού του είδους τα υπερηρωικά blockbusters εξοικειώνουν το κοινό με μια προκάτ αφήγηση και κινηματογράφιση, η οποία έχει να επιδείξει πραγματική έμπνευση μόνο στην περίπτωση του «Deadpool», ενώ παράλληλα τα αστρονομικά ποσά που φέρνουν στο box office κάνουν τους παραγωγούς των μεγάλων στούντιο να τρίβουν τα χέρια τους την ώρα που καταστρώνουν το επόμενο crossover.

Το τίμημα όλων αυτών πληρώνουν οι νέοι οραματιστές κινηματογραφιστές, οι οποίοι δίχως υψηλόβαθμες διασυνδέσεις και εμπειρία στην αγορά, αδυνατούν να κάνουν πραγματικότητα τις ταινίες τους. Οι κάθε Ντέιβιντ Ρόμπερτ Μίτσελ και αδερφοί Σαφντί που ίσως σκαρφιστούν το επόμενο αριστούργημα. Εδώ είναι που μπαίνει το Netflix στο παιχνίδι.

«Σε Ακολουθεί» του Ντέιβιντ Ρόμπερτ Μίτσελ
«Σε Ακολουθεί» του Ντέιβιντ Ρόμπερτ Μίτσελ

Όταν οι ιθύνοντες του Netflix αποφάσισαν να επενδύσουν στην παραγωγή ταινιών στόχευσαν όλους όσους αποκλείονταν από ή δυσκολεύονταν να βρουν χρηματοδότηση από τις παραδοσιακές εταιρίες παραγωγής, παρά τις πρωτότυπες ιδέες τους και την εμπορική προοπτική που είχαν. Σημαντικότερο, το γεγονός πως το Netflix από τη στιγμή που έκλεινε μια συμφωνία δεν επενέβαινε καθόλου στο παραγόμενο υλικό.

Έτσι, έχουμε ανθρώπους όπως ο Μάρτιν Σκορσέζε να καταφέρνει να γυρίσει το γκανγκστερικό «The Irishman» με τους Ρόμπερτ ντε Νίρο και Αλ Πατσίνο, με προϋπολογισμό γύρω στα 140 εκατομμύρια δολάρια, την ακριβότερη παραγωγή στην καριέρα του σπουδαίου σκηνοθέτη. Αυτή είναι μόνο μία από τις 80 ταινίες που έχει προαναγγείλει το Netflix πως θα γυρίσει φέτος.

Αλ Πατσινο και Ρόμπερτ ντε Νίρο στα γυρίσματα του «The Irishman»
Αλ Πατσινο και Ρόμπερτ ντε Νίρο στα γυρίσματα του «The Irishman»

Κάτι ακόμα που κάνει διαφορετικά το Netflix είναι η υποστήριξη αποτυχημένων project. Νωρίτερα στη σεζόν η πλατφόρμα πλήρωσε το τίμημα της παραγωγής 80 ταινιών σε ένα χρόνο, βιώνοντας αρκετές κραυγαλέες αποτυχίες, με προεξέχουσα την εξωφρενική ταινία εγκλήματος και... φαντασίας «Bright» του Ντέιβιντ Άγερ («Ομάδα Αυτοκτονίας»). Πώς αντέδρασε το Netflix στις καθολικές αποδοκιμασίες; Ανακοινώνοντας το σίκουελ του «Bright» με τη συμμετοχή του original cast.

Αυτήν τη στιγμή το Netflix είναι ταυτόχρονα μία όαση για όσους κάνουν σινεμά και ένας υβριδικός τρόπος παρακολούθησης για όσους βλέπουν σινεμά. Κανείς φυσικά δεν μπορεί να ξέρει τι μέλλει γενέσθαι στο κινηματογραφικό τοπίο, μία πρόβλεψη όμως διαφαίνεται στο σχόλιο του Τιερί Φρεμό, διευθυντή του φεστιβάλ των Κανών, για το θέμα στο Variety: «Το Netflix (και το Amazon) εκπροσωπεί κάτι σημαντικό με το οποίο όλοι μας κάποια στιγμή θα χρειαστεί να έρθουμε σε συμφωνία. Γιατί για να μπορέσει μία ταινία να γίνει κομμάτι της ιστορίας, θα πρέπει να περάσει από τις αίθουσες, τα ταμεία, τους κριτικούς, το πάθος των σινεφίλ, τα βραβεία, τις διαφημιστικές καμπάνιες, τα βιβλία, τα κέντρα κινηματογράφου, τις φιλμογραφίες. Αυτές είναι οι βάσεις στις οποίες στέκεται η ιστορία του κινηματογράφου».

Σχετικά Θέματα