Συνέντευξη

Μπάμπης Μακρίδης: «Ο Αγγελόπουλος έκανε πιο weird σινεμά από εμάς!»

Από , -

Μιλήσαμε με τον σκηνοθέτη της ταινίας «Οίκτος» για τις ταμπέλες του ελληνικού σινεμά και τα στοιχεία που κάνουν ξεχωριστό το σινεμά του.

Με τον «Οίκτο» ταξίδεψες για δεύτερη φορά στο φεστιβάλ του Σάντανς. Πώς το πέτυχες αυτό;
Είχαμε ήδη συνάψει μια καλή σχέση όταν βρέθηκα εκεί πρώτη φορά με το «L» (2011), έτσι και τώρα στείλαμε την ταινία, περιμέναμε με αγωνία και μας δέχτηκαν. Αυτό που μου αρέσει στο Σάντανς είναι πως δίνουν σημασία στην ιδιότητά σου ως κινηματογραφιστής, ως δημιουργός ταινιών. Σε περιποιούνται πάρα πολύ, σε σέβονται, και προσβλέπουν στην εξέλιξη μιας φιλικής σχέσης. Αυτό δε συμβαίνει στα περισσότερα φεστιβάλ, είναι πιο απρόσωπα.

Τι είναι εκείνο πιστεύεις που αναζητούν στις ελληνικές ταινίες οι προγραμματιστές του εξωτερικού;
Δεν το έχω ξεκαθαρίσει για να είμαι ειλικρινής. Νομίζω όμως ότι τους ενδιαφέρουν οι ιδιαίτερες φωνές περισσότερο από τις θεματικές των ταινιών.

Σε ενοχλεί όταν αναφέρονται στις ταινίες σου ως «weird cinema»;
Δεν μπορώ να πω πως με ενοχλεί, μια ταμπέλα είναι αυτό το πράγμα, είτε το δέχεσαι είτε όχι. Εγώ πιστεύω παραδείγματος χάριν πως ο Αγγελόπουλος ήταν πιο weird από εμάς! Απλώς τότε αυτού του είδους το σινεμά το αποκαλούσαν ποιητικό. Το καταλαβαίνω όμως, κάπως πρέπει να κατηγοριοποιούνται τα πράγματα.

Εσύ πόσο κοντά νιώθεις σ' αυτό το στιλ σινεμά;
Νιώθω μια συγγένεια, αλλά πιστεύω πως το αντιμετωπίζω τελείως διαφορετικά από τους υπόλοιπους. Με τον Γιώργο Λάνθιμο γνωριζόμαστε 25 χρόνια. Όταν ετοίμαζα το «L», ο Ευθύμης Φιλίππου ήρθε να βοηθήσει στο σενάριο αφού είχε βρεθεί η ιδέα της ταινίας. Από τη στιγμή λοιπόν που μοιραζόμασταν τον ίδιο σεναριογράφο ήταν αδύνατον να μην υπάρχουν μεταξύ μας ομοιότητες. Έχω δουλέψει επίσης για πολλά χρόνια με τον ίδιο διευθυντή φωτογραφίας, τον Θύμιο Μπακατάκη. Είμαστε λοιπόν μια παρέα και όλοι δίνουμε συμβουλές στις ταινίες του άλλου.

Πιστεύεις πως θα μπορούσες να δουλέψεις στο εξωτερικό;
Το εξωτερικό είναι ένα πάρα πολύ ενδιαφέρον ενδεχόμενο γιατί σου ανοίγει το πεδίο μέσω της γλώσσας. Τον «Οίκτο» αρχικά σχεδιάζαμε να τον γυρίσουμε στο Τέξας, και συγκεκριμένα στο Όστιν. Ενώ όμως είχαμε προχωρήσει αρκετά τα σχέδια, αποφάσισα εγώ να σταματήσουμε γιατί θεώρησα ότι δε θα γινόταν εκεί καλή η ταινία. Ίσως η ατμόσφαιρα της πόλης, ίσως ο φόβος μου, κάτι πάντως με απομάκρυνε από το Όστιν ψυχολογικά.

Στη σκηνοθεσία σου δίνεις βάρος στα συναισθήματα του ήρωα, καθετί που του συμβαίνει βγαίνει πολύ έντονα προς τα έξω...
Ακριβώς, μάλιστα ο ήρωας είναι σε κάθε πλάνο. Με ενδιαφέρει ο ένας κεντρικός χαρακτήρας, το κάνω από την μικρού μήκους μου αυτό (σ.σ.: «Ο Τελευταίος Φακίρης», 2005). Ο τρόπος που δέχεται ερεθίσματα και πώς ανταποκρίνεται.

Κάτι που θυμίζει λίγο τις ταινίες του Ζακ Τατί...
Ο Τατί είναι μια μεγάλη επιρροή στη ζωή μου. Στο «L» υπήρχαν πάρα πολλά στοιχεία του, από την στατική κάμερα μέχρι η φυσιογνωμία του πρωταγωνιστή. Την ίδια στιγμή οι ήρωές σου δυσκολεύονται να ξεκλειδώσουν τα συναισθήματά τους, σα να μην καταλαβαίνουν τι ακριβώς τους συμβαίνει. Εγώ ανέκαθεν τους ήρωές μου τους αντιμετώπιζα σαν «escape artists», όπως ήταν ο Χουντίνι. Είναι άνθρωποι κλειδωμένοι, με απωθημένα, και προσπαθούν να ελευθερωθούν.

Στον «Οίκτο» συνδυάζεις το δράμα μαζί με την κωμωδία, ένα συνδυασμό που συναντάμε συχνά τελευταία στο σινεμά.
Νομίζω πως όλα τα πράγματα πρέπει να αντιμετωπίζονται με χιούμορ. Ακόμα κι αν κάνεις μια πολύ δραματική ταινία, θα χρησιμεύσει ώστε να μην είναι σοβαροφανής. Και στις δύο ταινίες μου έλεγα στο συνεργείο πως κάνουμε κωμωδία. Γιατί ξέρω ότι όσο προχωράει το γύρισμα αυτή η ατμόσφαιρα θα αλλάξει, θα παγώσει κάπως. Για όσο θα συνεχίσω να κάνω ταινίες πάντα θα χρησιμοποιώ αυτό το ειρωνικό βλέμμα. Γιατί και σαν άνθρωποι είμαστε πάρα πολύ αστείοι.

Για αυτό εξάλλου επέλεξες έναν ηθοποιό σαν τον Γιάννη Δρακόπουλο.
Φυσικά, έψαχνα δυόμιση χρόνια για να βρω αυτόν τον άνθρωπο. Επειδή δεν είχα μια ξεκάθαρη εικόνα για το πώς θέλω να είναι αυτός ο ήρωας αλλά περισσότερο έψαχνα ενστικτωδώς, έκανα δοκιμαστικά με ερασιτέχνες και επαγγελματίες ηθοποιούς. Μέσα από αυτήν τη διαδικασία κατέληξα πως θέλω κάποιον ο οποίος θα είχε και ένα κωμικό προφίλ. Ο Γιάννης με το που μπήκε στο γραφείο, έκατσε απέναντί μου, μου μίλησε, και κατάλαβα αμέσως πως είναι αυτός που ψάχνω. Έναν κωμικό ηθοποιό ο οποίος μέσα του είναι βαθιά μελαγχολικός. Ο Γιάννης είναι ένας πολύ έξυπνος άνθρωπος...

Υπήρξε κάτι διαφορετικό που ήθελες να δοκιμάσεις σε αυτήν τη ταινία;
Ήθελα να προσθέσω περισσότερο συναίσθημα, να πλησιάσω περισσότερο τον ήρωα. Για αυτό και χρησιμοποίησα περισσότερα κοντινά πλάνα σε σχέση με το «L», και cuts στο μοντάζ. Μας πήρε βέβαια και 4 χρόνια για να γράψουμε το σενάριο με τον Ευθύμη. Όχι πως φταίει εκείνος, εγώ είμαι ο δύσκολος.

«Εγώ ανέκαθεν τους ήρωές μου τους αντιμετώπιζα σαν «escape artists», όπως ήταν ο Χουντίνι. Είναι άνθρωποι κλειδωμένοι, με απωθημένα, και προσπαθούν να ελευθερωθούν.»

Σε προβληματίζει το γεγονός πως οι arthouse ταινίες δεν έχουν κοινό στην Ελλάδα;
Το πρώτο πράγμα που σκέφτεσαι όταν κάνεις μια ταινία, είναι πως θέλεις να τη δουν στη χώρα σου, στη γλώσσα σου και μετά οπουδήποτε αλλού στο εξωτερικό. Το καλύτερο κομπλιμέντο για ένα σκηνοθέτη είναι να φτάσει η ταινία του στους θεατές. Τα φεστιβάλ δεν έχουν τόση αξία, απλώς δίνουν μια καλή πάσα για να ακουστεί η ταινία και ας κόψει μετά όσα εισιτήρια μπορέσει.

Το οποίο μας οδηγεί στην επόμενη ερώτηση και το πολύ ενδιαφέρον πείραμα που κάνεις με την προβολή της ταινίας στη Στέγη Ωνάση. Πώς προέκυψε;
Η Στέγη είναι έτσι κι αλλιώς στους συμπαραγωγούς της ταινίας και έχουμε μια καλή σχέση. Από την άλλη, επειδή στην προηγούμενη ταινία κάναμε μια διανομή 2-3 αιθουσών η οποία δεν πέτυχε, θεωρώ πως για ταινίες σαν τον «Οίκτο» θέλει διαφορετικού είδους διαχείριση και προώθηση, με λίγες προβολές τη βδομάδα. Γιατί έτσι γίνεται η προβολή ένα γεγονός και γεμίζει ευκολότερα η αίθουσα. Στη Στέγη άρεσε η ιδέα και έτσι το προχωρήσαμε.

Ασχολείσαι παράλληλα πολλά χρόνια με τη διαφήμιση. Τι είναι αυτό που σου έχει διδάξει;
Εξακολουθεί να είναι ένα μεγάλο σχολείο για μένα, και μου δίνει τη δυνατότητα να έχω συχνή επαφή με τον κινηματογράφο. Μέσω των διαφημίσεων αναπτύσσω και σχέσεις επαγγελματικές, αφού το ίδιο συνεργείο χρησιμοποιώ στις ταινίες μου. Με κρατάει σε εγρήγορση. Δεν μπορώ να καταλάβω ένα συνάδελφο ο οποίος κοιτάει μια φορά στα πέντε χρόνια από βιζέρ. Η όλη διαδικασία της προετοιμασίας ενός διαφημιστικού μου προσφέρει επίσης μια διέξοδο από την πραγματικότητα που την έχω ανάγκη.


© Φωτογραφιών: Μαργαρίτα Νικητάκη


Δείτε το τρέιλερ του «Οίκτου»

Σχετικά Θέματα