Συνέντευξη

Μπάμπη Μακρίδη, τι κρύβεται πίσω από τις «Όρνιθες (ή Πώς να Γίνεις Πουλί)»;

Από τη σκηνή της Στέγης μέχρι το Μπρούκλιν, οι «Όρνιθες» του Νίκου Καραθάνου άνοιξαν διάπλατα τα φτερά τους και διέγραψαν μια εξαιρετικά πετυχημένη πορεία στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Εκείνος ο οποίος τα έζησε όλα από πρώτο χέρι ήταν ο σκηνοθέτης Μπάμπης Μακρίδης («Οίκτος», «L»), ο οποίος ανέλαβε την ευθύνη να καταγράψει τη διαδικασία του στησίματος της παράστασης αλλά και τη διαδρομή της μέχρι τη Νέα Υόρκη. Επέλεξε όμως να μη γυρίσει ένα τυπικό making-of ντοκιμαντέρ, αλλά να τολμήσει κάτι ολότελα διαφορετικό.

banner

Το αποτέλεσμα αυτής της πειραματικής απόπειρας πήρε τελική μορφή στο «Όρνιθες (ή Πώς να Γίνεις Πουλί)», μια ταινία η οποία ξεπερνά τις τυπικές αφηγηματικές φόρμες και επιχειρεί να κατασκευάσει μια δική της κινηματογραφική γλώσσα. Τα όρια του ρεαλισμού είναι ρευστά στην ταινία, με τον σκηνοθέτη να αντιμετωπίζει τους ηθοποιούς σαν πλάσματα που μπαινοβγαίνουν από το σύμπαν της παράστασης στη συμβατική πραγματικότητα. Πρόκειται για ένα φιλμ με συστατικά ντοκιμαντέρ και μυθοπλασίας, το οποίο δίνει υπόσταση στον άυλο κόσμο που υπάρχει μέσα στη φαντασία των συντελεστών, αλλά και του ίδιου του Μακρίδη, καθώς εξερευνούν τις θεματικές του κειμένου του Αριστοφάνη.

Πλέον οι «Όρνιθες (ή Πώς να Γίνεις Πουλί)» κάνουν πρεμιέρα στο ψηφιακό κανάλι του Ιδρύματος Ωνάση, την Κυριακή 12 Απριλίου στις 19.00, ενώ αμέσως μετά θα ακολουθήσει ζωντανή συζήτηση με τον Μπάμπη Μακρίδη. Η ταινία θα είναι διαθέσιμη στο κανάλι μέχρι τις 15/4.

Ενόψει λοιπόν της διαδικτυακής προβολής της ταινίας, μιλήσαμε τηλεφωνικά με τον σκηνοθέτη για να μάθουμε από τη δική του σκοπιά τον τρόπο γυρίσματος ενός φιλμ που δε χωρά εύκολα σε ένα είδος.

Από το Ρότερνταμ και την παγκόσμια πρεμιέρα της ταινίας τον Ιανουάριο, σήμερα online λανσάρισμα με το θεατές στο σπίτι τους. Σίγουρα δε θα περίμενες πως θα προβληθεί υπό αυτές τις συνθήκες η ταινία στην Ελλάδα...
Όχι φυσικά, ανυπομονούσαμε εξάλλου και για την προβολή στο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ της Θεσσαλονίκης. Ο φυσικός χώρος του σινεμά είναι η κινηματογραφική αίθουσα. Όμως τώρα προέκυψε μια συνθήκη απρόβλεπτη η οποία δε γνωρίζουμε πότε θα τελειώσει. Οπότε, προτιμήσαμε να μην κρατήσουμε την ταινία στο ράφι και να εκμεταλλευτούμε τη συγκυρία. Κατά μία έννοια είμαστε και τυχεροί που έχουμε αυτήν τη δυνατότητα. Από την άλλη, σκέφτομαι πως ζούμε με τόσες ψηφιακές πλατφόρμες 5-6 χρόνια τώρα. Εκ των υστέρων η ύπαρξή τους μοιάζει προφητική, σα να προετοιμαζόμασταν για κάτι τέτοιο. Οπότε το βλέπω και σα μια ευκαιρία, αντί να αφεθούμε στην αβεβαιότητα, να δοκιμάσουμε έναν εναλλακτικό τρόπο να βρούμε το κοινό μας. Μακάρι να άνοιγαν ακόμα και τα drive-in να βλέπαμε ταινίες, όπως στο Λος Άντζελες!

Η ταινία σου μπαίνει σφήνα ανάμεσα στην καθαυτό παράσταση και την προετοιμασία της δημιουργώντας ένα δικό της αυθύπαρκτο κόσμο. Έτσι ήθελες να τη γυρίσεις εξαρχής;
Αυτή η δουλειά είναι το αποτέλεσμα της πρόσκλησης από τη Στέγη για να γυρίσουμε τη διαδικασία του στησίματος της παράστασης του Νίκου Καραθάνου στο ταξίδι της στην Αμερική. Πρότεινα να μην κάνουμε ένα τυπικό making-of, έτσι παρότι είχαμε ελάχιστες μέρες προετοιμασίας αρχίσαμε να δουλεύουμε πάνω σε ιδέες για να φτιάξουμε κάτι ιδιαίτερο. Αυτή ήταν η διάθεση και του ίδιου του Νίκου. Μόνταρα λοιπόν ένα βίντεο για να πάρουν μια ιδέα οι άνθρωποι της Στέγης, ενθουσιάστηκαν και προχωρήσαμε από εκεί. Μου έδωσαν πλήρη ελευθερία να ακολουθήσω αυτό που είχα στο μυαλό μου.
Χρησιμοποίησα προφανώς ως βάση το κείμενο του Αριστοφάνη και πολλές από τις έννοιες που υπάρχουν σε αυτό, όπως η πτήση και η πτώση, κινηματογράφησα την παράσταση και τις πρόβες από κάθε πιθανή γωνία, είχα πρόσβαση στα καμαρίνια... Ήμουν σα μέλος του θιάσου! Κάποια στιγμή τους έκανα πλάκα ότι στο τέλος της παράστασης θα βγω κι εγώ να κάνω υπόκλιση. (γέλια) Με εμπιστεύτηκαν, γιατί δεν είναι εύκολο για εκείνους ενώ προετοιμάζονται να βγουν στη σκηνή να έχουν κάποιον με μια κάμερα τριγύρω τους.
Επομένως το αποτέλεσμα είναι υβριδικό, αν και είναι βαριά κουβέντα. Στέκεται μεταξύ του ντοκιμαντέρ και της μυθοπλασίας. Δεν είχα γράψει κάτι, το σενάριο φτιάχτηκε ουσιαστικά στο μοντάζ, οπού είχαμε στα χέρια μας χιλιάδες ώρες υλικού.

banner

Υπάρχει μια ισορροπία ανάμεσα σε ένα ύφος συνειρμικό, ρευστό και ταυτόχρονα ένα στήσιμο αυστηρό, με κανόνες.
Ήταν λιγοστά τα πράγματα που γυρίστηκαν εκ των υστέρων, σα συμπληρώματα, όταν πια είχαμε έναν άξονα με βάση και το μοντάζ. Μιλάμε για ένα-δύο πλάνα όχι παραπάνω, η συντριπτική πλειοψηφία της αφήγησης προέκυψε συνειρμικά, όπως είπες κι εσύ. Μας βοήθησε η απόφαση να χρησιμοποιήσουμε κεφάλαια, τα οποία ναι μεν αφορούν τις «Όρνιθες», αλλά αποτελούν μεταφορά για τη ζωή του ανθρώπου.

Αναφορικά με τα κεφάλαια, η χρήση τους μου θύμισε αμυδρά την πρώτη σου ταινία - το «L», στον τρόπο που προσεγγίζονται οι ταυτότητες και οι προϋποθέσεις τους για να τις αποκτήσει κάποιος.
Δεν το είχα σκεφτεί, αλλά νιώθω ότι έτσι είναι όντως, υπάρχουν κοινά σημεία. Με ενδιαφέρει πάντα οι ήρωές μου να νιώθουν την ανάγκη να ανήκουν κάπου. Ταυτόχρονα βέβαια τους αντιμετωπίζω σαν escape artists. Όπως εκείνους δηλαδή οι οποίοι αναζητούν τρόπους να διαφύγουν από μια πνιγηρή συνθήκη. Εν προκειμένω μιας και η ταινία αφορά πουλιά, υπάρχει μια αναπόφευκτη σύνδεση με την ελευθερία και τον προβληματισμό του πώς θα βγάλεις φτερά να φύγεις. Δική μου αίσθηση είναι πως αυτό το καταφέρνεις αφού πρώτα γειωθείς κανονικά, όταν πατήσεις γερά τα πόδια στη γη έχοντας καταλάβει ποιος είσαι. Έτσι αποκτάς την απόλυτη ελευθερία, όχι απλώς πετώντας από το ένα μέρος στο άλλο για να κοιτάς τον κόσμο από ψηλά.

Μου έκανε εντύπωση πως όλοι όταν μιλούσαν για την πτώση, τη συνέδεαν αποκλειστικά με τη συντριβή, την ήττα. Εσύ πώς την προσλαμβάνεις;
Δεν πιστεύω πως είναι αποκλειστικά ένα κακό πράγμα. Η πτώση πολλές φορές μπορεί να λειτουργήσει και σα βατήρας. Ίσως χρειαστεί να πέσεις ακριβώς για να ξανασηκωθείς μετά, να φας τα μούτρα σου και να εκτιναχθείς στον αέρα.

Φυσικά, από την αφήγησή σου δε λείπει η έννοια της ουτοπίας, η οποία καθόλου τυχαία θίγεται στο σημείο που πια οι πρωταγωνιστές έχουν φτάσει στις ΗΠΑ. Εκεί που επιλέγεις να κάνεις μια αντίστιξη ανάμεσα στην Αμερική του Κένεντι, ο οποίος βρίσκει την ουτοπία έξω από τη Γη - στο φεγγάρι, και εκείνη του Τραμπ ο οποίος περιφράσσει τη χώρα με ένα τείχος.
Εκεί με οδήγησε πηγαία το κείμενο του Αριστοφάνη αλλά και η δική μου αναζήτηση να ψάξω τις εικόνες που έχουν ταυτιστεί στις συνειδήσεις μας με την ουτοπία. Οι δύο εκ διαμέτρου αντίθετες οπτικές των Κένεντι - Τραμπ ήταν μια πολύ καλή ευκαιρία να γίνει ένα σχόλιο πάνω σ' αυτό, πώς πάψαμε να κοιτάμε προς τα έξω και προσπαθούμε να διώξουμε ανθρώπους από τον τόπο μας. Αλλά αμφότεροι προσεγγίζονται με μια διακριτική ειρωνεία, δεν επιδιώξαμε να εξιδανικευτεί κανένας τους.

Από την άλλη δεν λείπει ο αυτοσαρκασμός σου ως προς το ύφος την ταινίας με δύο χαρακτηριστικές σκηνές να θίγουν άμεσα το στιλ της. Πρόκειται προφανώς για ένα είδος χιουμοριστικής ανάπαυλας...
Ακριβώς αυτό, ήταν μια ευχάριστη νότα στην αφήγηση. Από την άλλη, ήθελα να φανεί το πόσο προσωπικά έχω εμπλακεί στην όλη υπόθεση, πως δε βρέθηκα εκεί μόνο με την κάμερά μου. Παράλληλα, έτσι αναλαμβάνω την ευθύνη σε περίπτωση που δεν κατάλαβε κάτι ο θεατής ή εάν τον μπερδέψαμε. Κυρίως όμως, ένιωθα την ανάγκη να εμφανιστώ, όχι για τους λόγους που θα το έκαναν ο Άλφρεντ Χίτσκοκ ή ο Βέρνερ Χέρτζογκ, αλλά για να γίνω κομμάτι του κόσμου της ταινίας.

Σχετικά Θέματα