Συνέντευξη

«Μόνοι στο Παρίσι» με τον Σεντρίκ Κλαπίς

Από -

Ένα κρύο πρωινό στο Παρίσι, πριν από λίγο καιρό φυσικά προ-κορονοϊού, συναντήθηκα με τον σκηνοθέτη του ρομαντικού δράματος «Μόνοι στο Παρίσι», σε ένα κεντρικό ξενοδοχείο της Πόλης του Φωτός. Ο Σεντρίκ Κλαπίς, βετεράνος πια στο γαλλικό σινεμά με 10 μεγάλου μήκους στο όνομά του (χαρακτηριστικά τα «Μια Γαλλίδα στο Μανχάταν» και «Επιστροφή στη Βουργουνδία»), ευδιάθετος και φιλικός απάντησε στις ερωτήσεις μου αναφορικά με την ταινία, που θέλει δύο νέους Παριζιάνους να αναζητούν τον έρωτα αγνοώντας πως βρίσκεται μπροστά στα μάτια τους.

Είναι σπάνιο φαινόμενο στο σινεμά να βλέπουμε αντρικούς χαρακτήρες σαν εκείνον του Φρανσουά Σιβίλ, ο οποίος απεικονίζεται τόσο εύθραυστος ψυχολογικά και συναισθηματικά ασταθής. Ποια ήταν η πρόθεσή σας γράφοντάς τον με αυτόν τον τρόπο;
Διακριτικά ήθελα να θίξω την ιδέα πως αναγνωρίζοντας τις αδυναμίες μας βγαίνουμε δυνατότεροι από ένα αδιέξοδο. Όσον αφορά το ρόλο του Φρανσουά, η αφετηρία γίνεται από το ότι του φαίνεται εξαιρετικά παράξενο πως επισκέπτεται ένα ψυχολόγο. Νιώθει άβολα να μιλάει για προσωπικά θέματα. Μαθαίνει λοιπόν από την αρχή πώς να εξομολογείται όσα τον πιέζουν. Εκείνο όμως που έχει μεγαλύτερη σημασία είναι πως εφευρίσκει ένα μηχανισμό αναγνώρισης της εύθραυστης φύσης του. Αυτός είναι που θα τον βοηθήσει να τα καταφέρει στο τέλος και να επουλώσει τις πληγές του.

Θέτετε πάντως στην ταινία και μια αντίφαση. Καθώς ο Σιβίλ είναι εμφανίσιμος, έχει φίλους άρα δεν είναι μόνος, χρειάζεται έναν τρίτο για να εξομολογείται όσα νιώθει. Όλα αυτά ενώ ανακαλύπτει τις δυνατότητες των κοινωνικών δικτύων, χωρίς να τις εκμεταλλεύεται. Φαίνεται να μην του ταιριάζει κανένας υπάρχον τρόπος επικοινωνίας.
Είναι αλήθεια αυτό, ζούμε σε μια εποχή που έχουμε στα χέρια μας τόσα μέσα για να ερχόμαστε σε επαφή, αλλά εν τέλει καταφέρνουμε να μην επικοινωνούμε ουσιαστικά. Γι’ αυτό και στην ταινία δηλώνω με σαφήνεια ότι τα κοινωνικά δίκτυα δεν επαρκούν. Τίποτα δεν μπορεί να αντικαταστήσει τη φυσική επαφή. Έχουμε ανάγκη να νιώθουμε τον άλλο, διότι όταν απλώς μιλάμε με κάποιον κοιτώντας μια οθόνη είναι σα να μην υπάρχει. Σκέφτομαι κάποιες φορές πως εκείνο που θα μας ήταν χρήσιμο αυτήν τη στιγμή θα ήταν ένα μέσο κοινωνικής δικτύωσης που θα προτρέπει περισσότερο τη δια ζώσης επικοινωνία.

Οι πρωταγωνιστές βρίσκουν τον τρόπο να ξεπεράσουν την αποξένωση που περιγράφετε όταν πια ερωτεύονται. Στην ταινία ο έρωτας έρχεται κυριολεκτικά σα γιατρειά.
Αναμφίβολα, για αυτό και η ταινία είναι διαιρεμένη ισόποσα μεταξύ του χαρακτήρα του Φρανσουά και της Ανά Ζιραρντό. Θέλω ο θεατής να γνωρίσει πολύ καλά και τους δύο, έτσι ώστε στη συνέχεια να έχει όλα τα απαραίτητα εφόδια για να κρίνει εάν ο έρωτας είναι εφικτός ανάμεσά τους. Σε αυτό βοηθάει επίσης ότι το κοινό έχει το πλεονέκτημα πως γνωρίζει περισσότερα από τους ήρωες. Επομένως μπορεί να φανταστεί την εξέλιξη των πραγμάτων. Στ’ αλήθεια ο έρωτας είναι ένα μυστήριο πράγμα, δεν μπορούμε να ξέρουμε ποτέ με ασφάλεια γιατί δύο άνθρωποι ερωτεύονται.

Όχι μόνο αυτό, αλλά στην ταινία εισάγετε και το ενδεχόμενο δύο άνθρωποι να ζουν μια ανάσα μακριά, αλλά να μη στρέφουν ποτέ ο ένας στην κατεύθυνση του άλλου. Κατά πόσο αυτό, στο μυαλό σας, μπορεί να συμβεί και εκτός της μεγάλης οθόνης;
Είναι αρκετά πιθανό κατά τη γνώμη μου. Φανταστείτε να μένετε σε μια εξαώροφη πολυκατοικία. Αμφιβάλλω πως θα γνωρίζατε κάθε έναν ένοικο. Γιατί λοιπόν ξαφνικά να μη βλέπατε στο διάδρομο ένα γείτονα που θα σας συγκλόνιζε χωρίς να τον ξέρετε; Πόσω δε μάλλον αν λάβουμε υπόψη ότι η ταινία διαδραματίζεται στο Παρίσι, μια τεράστια μητρόπολη στην οποία αγνοούμε την ύπαρξη ανθρώπων που μένουν στην ίδια οδό με εμάς. Προσωπικά κατοικώ εδώ και 20 χρόνια στην ίδια γειτονιά και εξακολουθώ να μη γνωρίζω τη συντριπτική πλειοψηφία των κατοίκων κοντά στο σπίτι μου.

Το «Μόνοι στο Παρίσι» έρχεται σε μια στιγμή που ο κόσμος έχει κυριαρχηθεί από τον κυνισμό. Μπορεί κάτι τόσο ρομαντικό να μας βοηθήσει να αποδράσουμε από αυτόν;
Είναι αλήθεια αυτό που λέτε. Αλλά, χρειάζεται να υπενθυμίζουμε στο κοινό πως τα πράγματα ορισμένες φορές είναι πολύ απλά, ενώ την ίδια στιγμή πρέπει επικεντρωνόμαστε σε εκείνα που έχουν πραγματική σημασία. Προσωπικά νιώθω πολύ συνδεδεμένος με το ρομαντισμό, διότι εάν προσεγγίζουμε τα πράγματα αποκλειστικά με αρνητισμό, χάνουμε εκείνα που μας κάνουν αληθινά ευτυχισμένος. Σας το λέω εγώ αυτό εν τω μεταξύ, που δεν είμαι καν απαραίτητα ένας αισιόδοξος άνθρωπος. Αλλά η εναλλακτική μας είναι ένας ανώφελος πεσιμισμός χωρίς βάση.

Ο ρομαντισμός και το μελόδραμα είναι υφολογικά στοιχεία που συναντούμε διαχρονικά στη φιλμογραφία σας. Τι σας ελκύει σε αυτά;
Ουσιαστικά είναι τα συστατικά που με βοηθάνε να κατανοήσω εις βάθος τις σχέσεις των ανθρώπων. Μου αρέσει ιδιαίτερα να μελετάω πώς το άτομο συνδιαλέγεται με μια ομάδα ή πώς συμπεριφέρεται όταν βρίσκεται εντός της. Είτε μιλάμε για συναδέλφους στο χώρο εργασίας, οικογένεια, φίλους, είτε έναν ερωτικό σύντροφο. Τι είναι λοιπόν εκείνο που κινητοποιεί έναν άνθρωπο να πλησιάσει έναν άλλο, με τον οποίο φαινομενικά δεν έχουν τίποτα κοινό; Αυτή η απορία είναι που με γοητεύει πάντα και θέτω στις ταινίες μου.

Αναλυτικές πληροφορίες από τον οδηγό σινεμά