Συνέντευξη

«Μεταφορά»: Οι περιπέτειες της Εθνικής Βιβλιοθήκης ως αθηναϊκό ψυχογράφημα

Από -

Από το Σαββάτο 24/10 κάνει πρεμιέρα στις αθηναϊκές αίθουσες μια ταινία που αφορά άμεσα την ελληνική πρωτεύουσα. Η «Μεταφορά» εμπνέεται από την πρόσφατη μετακόμιση της Εθνικής Βιβλιοθήκης στο Κέντρο Πολιτισμού - Ίδρυμα «Σταύρος Νιάρχος», αλλά ο βραβευμένος ντοκιμαντερίστας («Μακρόνησος», «Καλάβρυτα», «Η Γκόλφω στην Επίδαυρο») και σκηνοθέτης μυθοπλαστικών δραμάτων («Αλεμάγια», «Χαρά») Ηλίας Γιαννακάκης μετατρέπει την όλη περιπέτεια σε κάτι πολύ πιο ενδιαφέρον από ένα καταγραφικό ντοκιμαντέρ. Μας εξηγεί ο ίδιος πώς συνέδεσε την ιστορία του εμβληματικού κτιρίου της οδού Πανεπιστημίου με εκείνη του νεοελληνικού κράτους και γιατί η ταινία του είναι ένα είδος «αθηναϊκού ψυχογραφήματος».

Πώς γεννήθηκε η ιδέα μιας ταινίας πάνω στην ιστορία της Εθνικής Βιβλιοθήκης;
Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου ζω ανάμεσα σε βιβλία. Και σήμερα, το σπίτι μου μοιάζει με τη μικρογραφία μιας μεγάλης Δημόσιας Βιβλιοθήκης, γεμάτο από βιβλία και ταινίες. Αυτός είναι ο φυσικός μου χώρος. Και απολύτως δεδομένος ο ισχυρός συναισθηματικός δεσμός μου με την Αθήνα.
Κατά συνέπεια. όταν άκουσα στα τέλη του 2015 για την επερχόμενη, τότε, μεταφορά των πνευματικών θησαυρών της Εθνικής Βιβλιοθήκης, πρωτίστως συγκινήθηκα. Επειδή θα γινόταν σε συνθήκες ακραίου κοινωνικού διχασμού, σε μία πόλη που θύμιζε πεδίο μάχης. Και αμέσως μετά, σχεδόν ακαριαία, αποφάσισα ότι ήθελα να κάνω μία ταινία με αφορμή αυτή τη μεταφορά.

Πώς οργανώσατε τη σχέση αρχειακού και σύγχρονου υλικού;
Η αρχική μου σκέψη ήταν για ένα καθαρό ντοκιμαντέρ παρατήρησης, όπου θα βλέπαμε σε παραλληλία από τη μία όσα γίνονται εντός της Βιβλιοθήκης και από την άλλη όσα συμβαίνουν ακριβώς έξω, στην οδό Πανεπιστημίου, καταγράφοντας τον παλμό μιας τόσο ιδιαίτερης και αντιφατικής πόλης.
Χρειάστηκε να φτάσω στον τρίτο χρόνο γυρισμάτων, από τα τέσσερα που τελικά απαιτήθηκαν, καθώς οι διαδικασίες της μεταφοράς κυλούσαν με πολύ αργό ρυθμό, ώστε να συνειδητοποιήσω κάτι απολύτως κλισέ. Ότι η σύγχρονη πραγματικότητα της πόλης είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την ιστορία της. Η οποία συμπορεύεται με εκείνη της Εθνικής Βιβλιοθήκης. Χωρίς αυτήν δεν έχει υπόσταση. Ούτε μπορεί να αποκρυπτογραφηθεί. Το ψυχογράφημα της πόλης, συνεπώς, οδηγεί στην ψυχή της Εθνικής Βιβλιοθήκης. Και το αντίστροφο.
Η Εθνική μας Βιβλιοθήκη ταυτίζεται χρονικά με το νεοελληνικό κράτος. Η ιστορία μας, σε πολύ σημαντικό βαθμό, έχει εξελιχθεί στην οδό Πανεπιστημίου, μεταξύ Πλατείας Συντάγματος και Εθνικής Βιβλιοθήκης. Για μένα, η σύνδεση, ακόμα και η ταύτιση, της Εθνικής Βιβλιοθήκης με την έννοια της Δημοκρατίας, είναι απολύτως καθοριστική. Θεμελιώδης. Δεν μπορεί να υπάρξει πνευματική εξέλιξη χωρίς τη βαθιά εμπέδωση της δημοκρατικής συνείδησης. Σε αυτά τα διακόσια χρόνια η καχεκτική μας δημοκρατία πορεύεται παράλληλα με μία ρημαγμένη Εθνική Βιβλιοθήκη. Απαξιωμένες και οι δύο από τους πολίτες. Ειδικά αυτά τα τελευταία χρόνια. Κατά συνέπεια, αν πραγματικά επιθυμούσα να οδηγηθώ στην ψυχή της Εθνικής Βιβλιοθήκης, η αναζήτηση και ενσωμάτωση στην ταινία του σπάνιου αρχειακού υλικού, ήταν μονόδρομος. Ώστε το πολιτικό-ιστορικό να αναδυθεί ως υπαρξιακό.

Γιατί επιλέξατε να βασιστείτε σε αφήγηση off (σαν να μιλάει η ίδια η Βιβλιοθήκη) και αποφύγατε τις συνεντεύξεις με ανθρώπους – μάρτυρες των ιστορικών γεγονότων ή γνώστες της επιχείρησης μεταφοράς;
Είχα αποκλείσει από την πρώτη στιγμή την ιδέα των συνεντεύξεων. Όχι επειδή τις υποτιμώ, κάθε άλλο. Έχω κάνει πολλά ανάλογα ντοκιμαντέρ. Απλώς, η συγκεκριμένη ταινία, αν και ανήκει απολύτως στο είδος του πραγματικού, χωρίς να υπάρχει κάτι στημένο, επινοημένο ή δραματοποιημένο, αναδύθηκε μέσα μου με πνοή μυθοπλασίας.
Η ιδέα μιας Εθνικής Βιβλιοθήκης ως γυναικείας υπόστασης που την έχουν κακομεταχειριστεί με το χειρότερο τρόπο, η οποία έχει φωνή και μάς μιλά για όλα όσα έχει περάσει σε αυτά τα διακόσια χρόνια, που θυμώνει, ελπίζει, παθιάζεται και αναρωτιέται για το μέλλον, ένα μέλλον που μας εμπεριέχει όλους, μου φάνηκε ως η ιδανική επιλογή για αυτή την ταινία. Με ενδιέφερε μια καθαρά υποκειμενική και προσωπική αφήγηση, αντί των πιο αντικειμενικών τοποθετήσεων που θα έδιναν οι συνεντεύξεις, ώστε να αναδυθεί ο έντονα υπαρξιακός χαρακτήρας της ταινίας. Η σταδιακή συνειδητοποίηση, δηλαδή, από όλους εμάς, ότι η Εθνική Βιβλιοθήκη, με όλα τα στραβά της, είναι ο καθρέφτης μας. Και όχι ένας δημόσιος οργανισμός που πετροβολούμε και αναθεματίζουμε.

«Όλα υπάρχουν στη μνήμη. Τόσο τα ερωτήματα όσο και οι απαντήσεις που θα μας οδηγούν αενάως σε νέα ερωτήματα. Κατά συνέπεια, δεν υπάρχει πιο συναρπαστικό υλικό, για μυθοπλασία ή ντοκιμαντέρ, από την ιστορική μνήμη. Η οποία εμπεριέχει και την προσωπική».

Πόσο σημαντική πιστεύετε θα αποδειχθεί η κίνηση της μεταφοράς ενός «εθνικού θησαυρού» σε ένα χώρο τόσο έντονης πολιτιστικής εξωστρέφειας όπως το ΚΠΙΣΝ; Κινδυνεύει πράγματι να μετατραπεί η Εθνική Βιβλιοθήκη» σε μια ακόμα «τουριστική» ατραξιόν, χάνοντας τον πραγματικό προορισμό της;
Το ΚΠΙΣΝ, κατά τη γνώμη μου, αντιπροσωπεύει την κυρίαρχη όψη της επερχόμενης νέας πραγματικότητας στη ζωή μας. Που δεν θα είναι ούτε οπωσδήποτε λαμπερή ούτε δεδομένα ζοφερή. Ο κόσμος που ανοίγεται μπροστά μας είναι εξαιρετικά σύνθετος. Δεν θα υπάρχουν, πιθανώς, πνευματικοί χώροι, όπως είναι η Εθνική Βιβλιοθήκη στην ιδεατή της εκδοχή, που θα αφήνονται στην ησυχία τους πορευόμενοι σε μία πνευματική ατμόσφαιρα αέναης έρευνας και ανακάλυψης. Ίσως η Εθνική Βιβλιοθήκη του μέλλοντος, για να μπορεί να υπάρξει, θα πρέπει να συνομιλήσει με νοοτροπίες και συμπεριφορές περισσότερο αγοραίες. Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι θα χάσει τον προορισμό της, αλλά ότι για να ανθίσει θα πρέπει να γίνει τολμηρή, ευφάνταστη και να χαράξει πνευματικούς δρόμους που όλοι οι άλλοι, μα όλοι, θα αναγκαστούν να ακολουθήσουν. Να αναδειχτεί, δηλαδή, το πνεύμα ως διαρκής μόδα. Δεν είμαι ούτε αισιόδοξος, ούτε απαισιόδοξος.

Η σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα, θεσμική και μη, μπορεί να κερδίσει το στοίχημα της αξιοποίησης του παρελθόντος της;
Υπάρχει ένα αξεδιάλυτο κουβάρι, θεσμικά και μη, που είναι η σχέση μας με το ένδοξο παρελθόν. Είτε της αρχαιότητας είτε του 1821. Που από τη μία μάς δίνει υπόσταση και από την άλλη μάς βαραίνει γιατί είναι πολύ πιο σημαντικό συγκριτικά με το μικροκαμωμένο μας σήμερα. Τουλάχιστον όπως έχουμε εθιστεί να το βλέπουμε. Ένα πλέγμα που μόνο με όρους συλλογικής ψυχανάλυσης θα μπορούσε να βρει μία απάντηση. Για αυτό κατά περιόδους καταφερόμαστε με ένταση και καταστροφική διάθεση απέναντι σε οργανισμούς που λειτουργούν, παρά τα εμφανή προβλήματά τους, ως κιβωτοί μνήμης.
Πολύ εύκολα ακούμε τη φράση «...να κλείσει ο τάδε οργανισμός αφού είναι σε αυτά τα χάλια...». Παλαιότερα το Εθνικό Θέατρο, πρόσφατα το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου, αυτές τις μέρες το ΜΙΕΤ, κάποτε άλλοτε το ΚΘΒΕ και η ΕΡΤ, την οποία πριν από κάποια χρόνια έκλεισαν με βάρβαρο τρόπο. Είναι αυτή ακριβώς η συλλογική απαξίωση στη μνήμη που οδήγησε στο βάρβαρο κλείσιμο, τότε, της ΕΡΤ. Αν γινόταν μία έρευνα, οι πιο πολλοί θα έλεγαν να κλείσει και η Εθνική Βιβλιοθήκη. Επικαλούμενοι απολύτως πραγματικούς λόγους, καθόλου ψεύτικους, αντί να σκεφτούν ότι αποτελεί, όπως και οι προαναφερθέντες δημόσιοι οργανισμοί, τον καθρέφτη μας, αλλά και τη μόνη οδό διαφυγής μας. Μόνο στην περίπτωση, όμως, που σταματήσουμε να τους αντιμετωπίζουμε συμπλεγματικά και τους κάνουμε να λειτουργήσουν όπως θα έπρεπε πάντα να είναι.

Η ιστορική μνήμη είναι ένα από τα βασικότερα θέματα της φιλμογραφίας σας. Γιατί σας ενδιαφέρει τόσο πολύ;
Βλέπω τόσο το παρόν όσο και το μέλλον, μέσα από το παρελθόν. Είτε σε προσωπικό είτε σε συλλογικό επίπεδο. Όλα υπάρχουν στη μνήμη. Τόσο τα ερωτήματα όσο και οι απαντήσεις που θα μας οδηγούν αενάως σε νέα ερωτήματα. Κατά συνέπεια, δεν υπάρχει πιο συναρπαστικό υλικό, για μυθοπλασία ή ντοκιμαντέρ, από την ιστορική μνήμη. Η οποία εμπεριέχει και την προσωπική.

Τι σας γοητεύει λοιπόν σκηνοθετικά σε ένα ντοκιμαντέρ και πόσο διαφέρει η προσέγγισή σας σε σχέση με μια ταινία μυθοπλασίας;
Είναι δύο είδη με φαινομενικά διακριτά χαρακτηριστικά το καθένα, αλλά για μένα είναι πολύ περισσότερα τα κοινά που έχουν, παρά οι διαφορές τους. Μία ταινία μυθοπλασίας πρέπει να είναι πειστική, δηλαδή να έχει διαχειριστεί επιτυχώς τα στοιχεία της πραγματικότητας που την συναποτελούν. Ενώ ένα ντοκιμαντέρ οφείλει να έχει πνοή μυθοπλασίας, δηλαδή ανάδειξη της δραματικότητας, με όποια μορφή, ώστε να χτίζονται οι χαρακτήρες, οι μορφές.
Όταν είχα κάνει, το 2012, την ασπρόμαυρη «Χαρά», ταινία μυθοπλασίας με την Αμαλία Μουτούση, στηρίχθηκα πολύ στη μεγάλη εμπειρία μου στο ντοκιμαντέρ, έχοντας ως οδηγό ότι όλη η προετοιμασία που προηγείται των γυρισμάτων γίνεται ώστε εκείνη τη στιγμή, της δράσης, να τα ξεχάσουμε όλα και να αφεθούμε στο αναπάντεχο. Όπως στο αυθεντικό ντοκιμαντέρ.
Τώρα, στη «Μεταφορά», συνεργαζόμενος και πάλι με την Αμαλία Μουτούση, που είναι η φωνή της Εθνικής Βιβλιοθήκης, αισθάνθηκα ότι είχα απόλυτη ανάγκη μια μορφή η οποία θα οδηγούσε σε μία δραματικότητα, μακριά από κάθε υπερβολή, που όμως την ίδια στιγμή θα μπορούσε να στέκει πάνω και πέρα από την αυθεντική καθημερινή πραγματικότητα που είναι κυρίαρχη στις εικόνες της ταινίας, σχολιάζοντας ό,τι βλέπουμε στο παρόν και στο παρελθόν. Με τρόπο απολύτως υποκειμενικό, ο οποίος στο τέλος θα μπορούσε να μάς συμπεριλάβει όλους (αυτός ήταν ο στόχος τουλάχιστον) και να γίνει σχεδόν αντικειμενικός. Να ταυτιστούμε, συναισθηματικά, μαζί της.

Σχετικά Θέματα