Θέμα

«Μετά τα Μεσάνυχτα»: Η ταινία του Νίκολας Ρεγκ που άλλαξε για πάντα τον βρετανικό τρόμο

Από -

Ο μορφασμός του Σάδερλαντ ό,τι πιο κοντινό κινηματογραφικά στην «Κραυγή» του Έντβαρτ Μουνκ
Ο μορφασμός του Σάδερλαντ ό,τι πιο κοντινό κινηματογραφικά στην «Κραυγή» του Έντβαρτ Μουνκ

Ο ανθρωπος που έριξε σφαλιάρα στον Ντέιβιντ Λιν, καθώς διαφωνούσαν για το γύρισμα μιας σκηνής στο «Δόκτορ Ζιβάγκο» (1967), και ο κινηματογραφικός δημιουργός που μας σύστησε την αφανή εφιαλτική διάσταση του κόσμου γύρω μας πολύ πριν από τον Ντέιβιντ Λιντς, ξεκίνησε να ασχολείται με το σινεμά από τύχη. Ο Νίκολας Ρεγκ επισκέφτηκε μια μέρα το στούντιο απέναντι από το σπίτι του στο Γουέστ Εντ, ξεκίνησε φτιάχνοντας τσάι στα συνεργεία κι αργότερα ανέλαβε βοηθός διευθυντή φωτογραφίας. Με αυτή την ιδιότητα γνώρισε στον «Λόρενς της Αραβίας» (1961) τον Λιν και έτσι άρχισε να σμιλεύει τη διακριτή αισθητική του δουλεύοντας σε ταινίες σπουδαίων δημιουργών, όπως ο Ρότζερ Κόρμαν («Η Μάσκα του Κόκκινου Θανάτου», 1964) και ο Φρανσουά Τριφό («Φαρενάιτ 451», 1966). Πλάι τους έμαθε να χειρίζεται άριστα τα έντονα χρώματα, κυρίαρχο στοιχείο του χειροπιαστού στιλιζαρίσματός του, αλλά και να επεξεργάζεται τις θεματικές που θα διέτρεχαν τη φιλμογραφία του ως σκηνοθέτη.

Ένας οικείος, μα παράξενος κόσμος

Ο Ντέιβιντ Μπόουι στον «Άνθρωπο που Έπεσε στη Γη»
Ο Ντέιβιντ Μπόουι στον «Άνθρωπο που Έπεσε στη Γη»

Ο Νίκολας Ρεγκ χρησιμοποιεί γνώριμες τοποθεσίες για να φτάσει τους ήρωές του στα άκρα, είτε πρόκειται για την αυστραλέζικη έρημο («Walkabout», 1971) είτε για τη λουσάτη Βιένη («Η Δύναμη της Σάρκας», 1980). Αυτές γίνονται το φόντο για ντελιριακές υπαρξιακές αναζητήσεις εμποτισμένες σε ναρκωτικά («Performance», 1970) ή για να ενισχύσουν το αίσθημα της μοναξιάς και της απώλειας του εαυτού, όπως το βιώνει ο συγκινητικός Ντέιβιντ Μπόουι στο «Ο Άνθρωπος που Έπεσε από τη Γη» (1976). Σταθερή συνισταμένη αφενός ο ακαταμάχητος σεξουαλικός πόθος, ο οποίος αν δεν παρασύρει στην καταστροφή τους πρωταγωνιστές, θα τους οδηγήσει σε μια καθοριστική αφύπνιση, αφετέρου η κατακερματισμένη αντισυμβατική αφήγηση.

Ο Νίκολας Ρεγκ πέρασε πολλά χρόνια ως διευθυντής φωτογραφίας προτού ξεκινήσει να σκηνοθετεί
Ο Νίκολας Ρεγκ πέρασε πολλά χρόνια ως διευθυντής φωτογραφίας προτού ξεκινήσει να σκηνοθετεί

Το σήμα κατατεθέν των ταινιών του Ρεγκ θέλει την πλοκή να ακολουθεί μια οριακά αυτοσχεδιαστική κατεύθυνση, με οδηγό τις επιλογές των ηρώων που καθιστούν απρόβλεπτη την εξέλιξη της ιστορίας τους. Επιπλέον, ο… αμετανόητα φορμαλιστής Βρετανός είχε την τάση να ακολουθεί διαφορετικά κινηματογραφικά είδη απλώς για να υιοθετεί το ύφος τους, καθώς τα φιλμ που παρέδωσε έρχονταν πάντα σε ρήξη με τους καθιερωμένους κανόνες τους. Αυτή η προσέγγιση δημιούργησε πολλά προβλήματα στην καριέρα του, με τα στούντιο να αρνούνται να κυκλοφορήσουν ή να παρεμβαίνουν καθοριστικά στις ταινίες του, ο Ρεγκ όμως κατάφερε να αφήσει ένα ανεξίτηλο σημάδι στο σινεμά. Και το πέτυχε το 1973, με το αψεγάδιαστο «Μετά τα Μεσάνυχτα», το οποίο διεύρυνε τα όρια των ταινιών τρόμου χύνοντας ελάχιστο αίμα, αλλά προκαλώντας μια ανατριχίλα που κρατάει μέχρι σήμερα.

Το κόκκινο ρέκβιεμ

Η υπόθεση της ταινίας, βασισμένη σε μια ιστορία της Ντάφνι ντι Μοριέ, δεν προϊδεάζει για το μέγεθος του σοκαριστικού εφιάλτη που περικλείει. Αφορά ένα παντρεμένο ζευγάρι (Ντόναλντ Σάδερλαντ - Τζούλι Κρίστι) που, ενώ πενθεί τον πνιγμό της κόρης του, ταξιδεύει στη Βενετία, όπου βιώνει μια σειρά από παράξενες εμπειρίες αφού συναναστραφεί μια ηλικιωμένη γυναίκα με πνευματιστικές ικανότητες. Το στόρι αφορά σε πρώτο επίπεδο το συντριπτικό βάρος του πένθους, αλλά στα χέρια του Ρεγκ γίνεται μια σπουδή πάνω στις μυστηριώδεις πτυχές της πραγματικότητας, τις ανθρώπινες αυταπάτες, το σεξ ως προσωρινό παυσίπονο και την αποξένωση που παρεισφρέει ανάμεσα σε δύο αγαπημένους συντρόφους.

Δεν είναι όμως μονάχα η πολυπλοκότητα που καθιστά το «Μετά τα Μεσάνυχτα» εικονοκλαστικό, αλλά ο τρόπος με τον οποίο δομεί την αφήγησή του. Η εναρκτήρια σεκάνς αποτελεί υπόδειγμα εισαγωγής σε μια ταινία, καθώς το παράλληλο μοντάζ συστήνει στην εντέλεια το πλαίσιο της πλοκής, κρατώντας ταυτόχρονα το θεατή στην άκρη του καθίσματος. Την ίδια στιγμή που παρακολουθούμε ένα κορίτσι να παίζει επικίνδυνα, ο πατέρας του νιώθει ξαφνική ανησυχία όταν πάλλεται μέσα του το γονεϊκό ένστικτο. Πρόκειται για ένα είδος συνειρμικού μοντάζ, που τελειοποιεί εδώ ο Γκρέιαμ Κλίφορντ, και φαίνεται καλύτερα στη χαρακτηριστική ερωτική σκηνή που μοιράζονται Σάδερλαντ και Κρίστι, μια από τις πειστικότερες που έχουν γυριστεί ποτέ.

Κατά τη διάρκεια του σεξ παρεμβάλλονται πλάνα του ζευγαριού να προσεγγίζει τρυφερά ο ένας τον άλλο, αλλά και να ντύνονται αφού έχει ολοκληρωθεί η πράξη. Έτσι ο Ρεγκ απεικονίζει με αυθεντικότητα τις συναισθηματικές διακυμάνσεις ανάμεσα σε συντρόφους που γνωρίζουν απ' έξω τα σώματά τους, που το μυαλό τους συχνά ξεχνιέται σε άσχετες σκέψεις την ώρα του σεξ, ενώ μετά το τέλος της διέγερσης κυριεύονται από μελαγχολία. Πρόκειται για μια τόσο έντονη σκηνή που ο Στίβεν Σόντερμπεργκ τη χρησιμοποίησε σχεδόν αυτούσια στο «Εκτός Ελέγχου» (1998).

Πρόβα στα γυρίσματα του «Μετά τα Μεσάνυχτα»
Πρόβα στα γυρίσματα του «Μετά τα Μεσάνυχτα»

Ο λόγος για τον οποίο ο Ρεγκ παίζει με το χρόνο στην αφήγηση, συχνά αποπροσανατολίζοντας το θεατή, είναι επειδή αντιλαμβάνεται το μοντάζ σαν τη λειτουργία της ανθρώπινης σκέψης. Διότι όταν μας συμβαίνει κάτι, την ίδια στιγμή ο εγκέφαλος δεν επεξεργάζεται μόνο το άμεσο γεγονός, αλλά προβάλλει στο υποσυνείδητο εικόνες από άλλες, παρελθούσες ή μη, καταστάσεις. Έτσι ο σκηνοθέτης αποδέχεται το ρίσκο να δημιουργήσει απορίες στο κοινό, φροντίζει ωστόσο να το κρατήσει κολλημένο στην οθόνη και στο τέλος να το αποζημιώσει αδρά. Η τελική ενότητα του «Μετά τα Μεσάνυχτα» μένει ανεξίτηλη στο θεατή, καθώς αποκαλύπτει μια αδιανόητη ανατροπή που λύνει το μυστήριο με τον πλέον εκκωφαντικό τρόπο. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Κρίστοφερ Νόλαν, όταν γύριζε το παραληρηματικό «Memento» (2000), μελέτησε αυτήν την ταινία αλλά και το «Μια Νύχτα με τη Μέριλιν» (1985), στα οποία ο Ρεγκ στήνει περίτεχνα το plot twist που «κρύβεται» σε κοινή θέα.

Εκτός από τον χρόνο, εδώ ο Ρεγκ αποδομεί επίσης τη συμβατική θέαση του κόσμου. Από τη μια στιγμή στην άλλη, η ηρεμία διακόπτεται από αφύσικα περιστατικά που προκαλούν κρίσεις πανικού στους πρωταγωνιστές, σημάδι μιας εύθραυστης και περίπλοκης πραγματικότητας που αδυνατούν να κατανοήσουν. Προοδευτικά η Βενετία μεταμορφώνεται σε έναν πνιγηρό λαβύρινθο, μια πόλη σμιλεμένη με μοναδική αρχιτεκτονική, που απειλεί να παγιδεύσει στα σπλάχνα της τον αρχιτέκτονα ήρωα. Η λεπτή ειρωνεία που εντοπίζεται εδώ δεν περιορίζεται στην ιδιότητα του ρόλου του Σάδερλαντ, αλλά και στο γεγονός ότι εκείνος και η γυναίκα του επιχειρούν να ξεπεράσουν την απώλεια της κόρης τους που πέθανε από πνιγμό, σε μια πόλη περιτριγυρισμένη από νερό και η οποία στην κυριολεξία βυθίζεται.

Οι πρωταγωνιστές είναι προσκολλημένοι στις αυταπάτες τους κι αρνούνται να αντικρίσουν την πραγματικότητα κατάματα, παρότι οι προειδοποιήσεις τους προσφέρονται απλόχερα. Γι’ αυτό και δεν υπάρχει πλάνο στην ταινία που να μην πάλλεται από αγωνία, ενώ κάθε κίνηση των ηθοποιών είναι νευρική και αγχωμένη, ακόμα και τις στιγμές που προς στιγμήν επικρατούν τα χαμόγελα. Το πένθος και το μετατραυματικό στρες που βιώνουν οι μεγαλοαστοί ήρωες δεν είναι στοιχεία που αποσκοπούν στην ταύτιση των θεατών. Ο Ρεγκ ενδιαφέρεται να εξοικειώσει το κοινό με την ψυχολογική τους κατάσταση, να μπει στη θέση τους και να πάρει μέρος στη δράση. Έτσι αποκτά διεισδυτικότητα η συνταρακτική κατακλείδα της ταινίας, όταν πια γίνεται ξεκάθαρο πως ο άνθρωπος μπορεί να ελέγχει τα πάντα στον κόσμο εκτός από την ίδια του τη ζωή.

Το στιλ, η αφηγηματική λογική και οι θεματικές που θίγει το «Μετά τα Μεσάνυχτα» το κατατάσσουν στην αφρόκρεμα της 7ης Τέχνης, ενώ ο λόγος για τον οποίο τρομάζει ακόμα είναι γιατί η κάθαρση που προσφέρει αποδεικνύεται ακαριαία μάταιη. Σειρά σας λοιπόν να ανακαλύψετε μία από τις καλύτερες βρετανικές ταινίες όλων των εποχών σύμφωνα με το BFI και ένα από τα πλέον ανατριχιαστικά φιλμ τρόμου, ακόμα κι αν δεν είστε έτοιμοι...

Βρετανικά horror must-see

«Peeping Tom» (1960, Μάικλ Πάουελ)

Χιτσκοκικό αιματοβαμμένο θρίλερ, που ψυχογραφεί τη σεξουαλική σύγχυση του πρωταγωνιστή. Ενός άντρα ο οποίος δολοφονεί γυναίκες και κινηματογραφεί τις πράξεις του ώστε να αποτυπώσει τον τρόμο τους. Ένα ανατριχιαστικό φιλμ που θεωρείται εύλογα η πρώτη slasher ταινία και μια σπάνιας ποιότητας κατάδυση στο ανθρώπινο ασυνείδητο.

«Το Καταραμένο Σκιάχτρο» (1973, Ρόμπι Χάρντι)

Η ταινία που όρισε το folk horror, επηρεάζοντας μέχρι σήμερα φιλμ όπως το «Μεσοκαλόκαιρο» (2019, Άρι Άστερ), μπλέκει μοναδικά το φανταστικό με το νατουραλισμό και τη φρίκη. Και να σκεφτείτε πως αρχικά κυκλοφόρησε μαζί με το «Μετά τα Μεσάνυχτα», σε διπλή προβολή, για να προσελκύσουν τους φαν του τρόμου.

«Witchfinder General» (1968, Μάικλ Ριβς)

Ο Βίνσεντ Πράις μεταμορφώνεται σε μοχθηρό κυνηγό μαγισσών στη μεσαιωνική Αγγλία, αλλά και στις σκοτεινές αίθουσες. Για την εποχή της, η ταινία θεωρήθηκε τρομερά βίαιη, πολλές σκηνές της κόπηκαν, ο μύθος της όμως με τα χρόνια διογκώθηκε, γεννώντας ένα κύμα ταινιών τρόμου που βασίζονταν στις λαϊκές παραδόσεις.

Αναλυτικές πληροφορίες από τον οδηγό σινεμά

Σχετικά Θέματα