Θέμα

Μέριλ Στριπ και Τομ Χανκς ρίχνουν κυβερνήσεις στο «The Post»

Από -

Στο άκρως πολιτικοποιημένο Χόλιγουντ της μετα-Τραμπ εποχής οι φιλελεύθερες δηλώσεις, κινηματογραφικές ή μη, θεωρούνται πλέον προτεραιότητα για κάθε προοδευτικό καλλιτέχνη. Έτσι τρεις κορυφαίοι σταρ της σύγχρονης showbiz ένωσαν για πρώτη φορά τις δυνάμεις τους για να μεταφέρουν στο πανί με το «Post», που βγαίνει την επόμενη εβδομάδα στις αίθουσες, την αληθινή ιστορία των Pentagon Papers. Μια ιστορική νίκη της ελευθεροτυπίας ενάντια στις κυβερνητικές αυθαιρεσίες τριών δεκαετιών και τεσσάρων Αμερικανών προέδρων.

Από την εποχή του σκανδάλου Γουότεργκεϊτ και μετά ελάχιστες φορές η πολιτική συνοχή της αμερικανικής κοινωνίας κλονίστηκε βίαια και ποτέ με τη διχαστική ένταση της περιόδου διακυβέρνησης του Ρίτσαρντ Νίξον. Η 11η Σεπτεμβρίου ήταν ένα ισχυρότατο σοκ το οποίο εξήρε το πατριωτικό φρόνημα και μόνο προς το τέλος της η δεύτερη θητεία του Τζορτζ Μπους, «βοηθούντος» του πολέμου στο Ιράκ, άρχισε να ξεσηκώνει τις προοδευτικές φωνές, οι οποίες πήραν την εκδίκησή τους και καθάρισαν τη συνείδησή τους εκλέγοντας τον Μπαράκ Ομπάμα ως τον πρώτο Αφροαμερικανό πρόεδρο. Η κόπωση της οκταετούς διακυβέρνησής του όμως οδήγησε πρώτα στην ανάδειξη του sui generis, εκτός κομματικού ελέγχου Ντόναλντ Τραμπ ως ισχυρότατου πολιτικού παράγοντα και κατόπιν στην όλως απροσδόκητη εκλογή. Κάτι που δοκίμασε τα πολιτικά αντανακλαστικά σύσσωμης της φιλελεύθερης Αμερικής, με αιχμή του δόρατος τον Τύπο και τη showbiz.

Στην αίθουσα σύνταξης της κινηματογραφικής «The Washington Post»

Το Χόλιγουντ κάνει πόλεμο
Η Μέκκα του σινεμά είχε πρωτοδηλώσει εμμέσως τους φόβους της απέναντι στην ανησυχητική αλλαγή των καιρών με την προπέρσινη οσκαρική βράβευση του «Spotlight» εις βάρος της «Επιστροφής». Ενός ακαδημαϊκού δημοσιογραφικού δράματος με κοινωνικά μηνύματα (το σκάνδαλο κακοποίησης ανηλίκων από ιερείς της αρχιεπισκοπής της Βοστόνης), τα οποία έχουν γίνει σήμερα, στη μετα-Γουάινστιν εποχή, ακόμη πιο επίκαιρα. Και μόλις πέρυσι το εξίσου κοινωνικό «Moonlight» επικράτησε του σαφώς οσκαρικότερης κοπής «La La Land», αποτελώντας ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα πολιτικής βράβευσης στην ιστορία του θεσμού. Ανέκαθεν φιλελεύθερη (τουλάχιστον μετά τη μακαρθική Μαύρη Λίστα), η αμερικανική κινηματογραφική βιομηχανία πέρασε άμεσα μέσω των εκπροσώπων της στην πρώτη γραμμή του αγώνα ενάντια σε όσα αντιπροσωπεύει η προεδρία Τραμπ.

Κι αν το σκάνδαλο «Χάρβεϊ Γουάινστιν», η περίπτωση Κέβιν Σπέισι και οι καθημερινά αυξανόμενες καταγγελίες περί σεξουαλικής παρενόχλησης στους κόλπους της έχουν σκιάσει προσωρινά την αντικυβερνητική συστράτευση των σταρ της μικρής και της μεγάλης οθόνης, το «Post» βρίσκεται εδώ (από 11/1 στις ελληνικές αίθουσες) για να μας την υπενθυμίσει. Όχι μόνο επειδή το βασισμένο σε αληθινά γεγονότα πολιτικό θρίλερ του Στίβεν Σπίλμπεργκ κάνει άμεσες και προφανείς συγκρίσεις ανάμεσα στις κυβερνήσεις Νίξον και Τραμπ, καταγγέλλοντας την αυθαιρεσία της εκτελεστικής εξουσίας, αλλά κι επειδή για την επείγουσα υλοποίησή του αναστατώθηκε ολόκληρη η οργανωμένη στην εντέλεια χολιγουντιανή μηχανή, άλλαξε οργανογράμματα, ακύρωσε συμφωνίες και ανέβαλε πανάκριβες παραγωγές.

Τομ Χανκς και Μέριλ Στριπ...σφαιράτοι για τα Όσκαρ!

Συστημένο κι επείγον
Τον περσινό Ιανουάριο η ατζέντα του Στίβεν Σπίλμπεργκ ήταν συμπληρωμένη για ολόκληρη τη χρονιά. Έχοντας ήδη τελειώσει τα γυρίσματα της sci-fi περιπέτειας «Ready Player One», θα επέβλεπε τα απαιτητικά ειδικά εφέ της, με την ταινία να έχει προγραμματισμένη πρεμιέρα στις 30/3/2018. Ως παραγωγός, θα ολοκλήρωνε τα μπλοκμπάστερ «Jurassic World: Το Βασίλειο Έπεσε» και «Bumblebee» (spin off των «Transformers»), φιλόδοξες δολαριομηχανές του καλοκαιριού του 2018, ενώ μέσα στην άνοιξη θα ξεκινούσε τα γυρίσματα του δράματος εποχής «The Kidnapping of Edgardo Mortara». Με τα προβλήματα του κάστινγκ να μεγαλώνουν διαρκώς όμως, καθώς οι ηθοποιοί που είχε ο ίδιος στο νου του δυσκολεύονταν να χωρέσουν στο χρονοδιάγραμμα των γυρισμάτων, ο Σπίλμπεργκ άρχισε να σκέφτεται σοβαρά την αναβολή της παραγωγής για μερικούς μήνες. Και τότε ­δέχτηκε ένα τηλεφώνημα από την Έιμι Πασκάλ.

Οι αληθινοί Κάθριν Γκράχαμ και Μπέντζαμιν Μπράντλι, εκδότρια και διευθυντής της «Washington Post» αντίστοιχα

Η Πασκάλ ήταν μέχρι πρόσφατα πρόεδρος της Sony Pictures και, ως ανεξάρτητη παραγωγός πλέον, τον Οκτώβριο του 2016 είχε κερδίσει την πλειοδοσία για το πολυαναμενόμενο σενάριο της πρωτοεμφανιζόμενης Λιζ Χάνα «The Post». Καθώς γνώριζε τα προβλήματα του «…Edgardo Mortara», πλησίασε αμέσως τον Σπίλμπεργκ και τον έπεισε να οριστικοποιήσει την αναβολή, αρπάζοντας έτσι απ’ τα μαλλιά την ευκαιρία για ένα καυτό πολιτικό θρίλερ που έπρεπε να υλοποιηθεί εν ριπή οφθαλμού. Όπως δήλωσε ο ίδιος: «Όταν διάβασα τη πρώτη εκδοχή του σεναρίου, κατάλαβα πως είχαμε μπροστά μας κάτι που δεν μπορούσε να περιμένει δυο ή τρία χρόνια. Ήταν μια ιστορία που έπρεπε να αφηγηθούμε σήμερα».

Έτσι ο «…Edgardo Mortara» αναπρογραμματίστηκε για αργότερα, οι Τομ Χανκς και Μέριλ Στριπ κλείστηκαν για τους πρωταγωνιστικούς ρόλους, αναπροσαρμόζοντας κι εκείνοι τα σχέδιά τους, ενώ ο Σπίλμπεργκ αγκαζάρισε­ τον βραβευμένο με Όσκαρ σεναριο­γράφο του «Spotlight» Τζος Σίνγκερ για να φρεσκάρει ως ειδικός­ επί των δημοσιογραφικών θεμάτων την εκδοχή της Χάνα και να προσθέσει την απαραίτητη ιστορική και πραγματολογική ακρίβεια στην ιστορία της «Washington Post» και των Pentagon Papers.

Τhe big three: Μέριλ Στριπ, Στίβεν Σπίλμπεργκ και Τομ Χανκς

Όλοι οι άνθρωποι του προέδρου reloaded
«Κάποιοι άνθρωποι απολαμβάνουν τον ανταγωνισμό και τους τσακωμούς και πραγματικά θα ευχόμουν να ήμουν ένας από αυτούς. Αλλά δεν είμαι. Έτσι όμως και αναγκαστείς να ακολουθήσεις το συγκεκριμένο δρόμο, πιστεύω πως πρέπει να κοιτάζεις μόνο μπροστά. Δεν μπορείς να τα παρατήσεις». Η Κάθριν Γκράχαμ (1917-2001) ανέλαβε εκδότρια της «Washington Post» το 1963, αμέσως μετά την αυτοκτονία του συζύγου της Φίλιπ, ο οποίος τη διοικούσε από το 1946. Το «Post», στο οποίο την ενσαρκώνει η υποψήφια για Χρυσή Σφαίρα Μέριλ Στριπ, ρίχνει ιδιαίτερο βάρος στο πώς μια γυναίκα –(σχεδόν) απλή νοικοκυρά μέχρι πρόσφατα– αντιμετωπίζει­ την πρόκληση να ηγηθεί στις αρχές των ’60s μιας μεγάλης opinion leader επιχείρησης.

Και πώς το 1971 έρχεται, μαζί με τον έμπειρο διευθυντή της εφημερίδας Μπέντζαμιν Μπράντλι (ένας επίσης υποψήφιος για Σφαίρα Τομ Χανκς), απέναντι σε ένα οριακό επαγγελματικό και ηθικό δίλημμα που αφορά το μέλλον της αμερικανικής δημοκρατίας. Τον Μάρτιο του 1971 οι «New York Times» αποκτούν πρόσβαση σε μια άκρως απόρρητη έκθεση 7.000 σελίδων συντεταγμένη από το υπουργείο Εξωτερικών επί θητείας του Ρόμπερτ ΜακΝαμάρα το 1967, την οποία διαρρέει ο πρώην πεζοναύτης κι ένας από τους συντάκτες της Ντάνιελ Έλσμπεργκ.

Πρόκειται για τα επονομαζόμενα «Pentagon Papers», τα οποία περιγράφουν την κρυμμένη, αληθινή εικόνα του πολέμου του Βιετνάμ, γεμάτη ελάχιστα κολακευτικές λεπτομέρειες για τη δράση του αμερικανικού στρατού και τις τακτικές μαζικής παραπληροφόρησης και συγκάλυψης εγκλημάτων, που ξεκινούν από την εποχή του Αϊζενχάουερ και φτάνουν σε αυτήν του Τζόνσον, με το καθεστώς Νίξον να την κρατά μυστική και να συνεχίζει τις ίδιες και χειρότερες πρακτικές. Έπειτα από ενδελεχή μελέτη, οι «Times» αποφασίζουν τελικά να δημοσιεύσουν στις 13/6/1971 την αποκλειστικότητα, η κυβέρνηση όμως τους στέλνει άμεσα στο δικαστήριο κατηγορώντας τους για εθνική προδοσία και πετυχαίνει δύο ημέρες αργότερα την πολυπόθητη απαγόρευση δημοσίευσης.

Από εκεί αναλαμβάνει η «Washington Post», με τους Γκράχαμ και Μπράντλι να αποκτούν πρόσβαση στο τεράστιο αδημοσίευτο υλικό, νιώθοντας την ιστορική ευθύνη να τους καλεί. Οι νομικοί σύμβουλοι του εντύπου, ωστόσο, τους προειδοποιούν πως με το προηγούμενο των «Times» οποιαδήποτε κίνηση δημοσίευσης μπορεί να επιφέρει ακόμη και κλείσιμο της εφημερίδας. Ταυτόχρονα οι κυβερνητικές πιέσεις γίνονται όλο και πιο επίμονες. Να δημοσιεύσει λοιπόν κανείς ή να μη δημοσιεύσει;

Κάνοντας σαφείς τους παραλληλισμούς με τη σημερινή εποχή και τα ανάλογα ερωτήματα περί fake και real news, το «Post» επιχειρεί να συνδυάσει την αγωνία ενός θρίλερ, το βάθος ενός ψυχολογικού δράματος και τις πολιτικές ανησυχίες μιας ολόκληρης εποχής. Με το βαρύ πυροβολικό του Χόλιγουντ σε πλήρη ανάπτυξη (ακόμη και ο μουσικοσυνθέτης Τζον Γουίλιαμς προτίμησε να γράψει εσπευσμένα το σάουντρακ αυτού του φιλμ θυσιάζοντας το «Ready Player One»), η ταινία μοιά­ζει να έχει εξαρχής την επιθυμητή αντίδραση, αποσπώντας διθυραμβικές κριτικές, πληθώρα βραβείων από κριτικές ενώσεις κι έξι πρωτοκλασάτες υποψηφιότητες για Χρυσή Σφαίρα. Το λόγο έχουν πλέον τα ταμεία, τα Όσκαρ και η κινηματογραφική ιστορία...

ΑΛΗΘΙΝΕΣ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΗΣ ΑΚΕΡΑΙΟΤΗΤΑΣ

«ΟΛΟΙ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΤΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΥ»
Το απόλυτο πολιτικό χολιγουντιανό θρίλερ, βασισμένο στην αποκάλυψη του σκανδάλου Γουότεργκεϊτ από τους Γούντγουορντ - Μπέρνστιν και τη «Washington Post». Βραβευμένο με τέσσερα Όσκαρ, αποτελεί το απόλυτο κινηματογραφικό πρότυπο του «Post».

«FROST NIXON: Η ΑΝΑΜΕΤΡΗΣΗ»
Το 1977 ο Ντέιβιντ Φροστ ανακρίνει εξοντωτικά τον πρώην πρόεδρο Νίξον: η καλύτερη ταινία του Ρον Χάουαρντ και η συναρπαστική αναβίωση των παραλειπομένων μιας εκπομπής που άλλαξε τη σύγχρονη πολιτική και τηλεοπτική ιστορία.

«SPOTLIGHT»
Το 2001 μια ειδική ομάδα ρεπόρτερ της εφημερίδας «The Boston Globe» ξεσκεπάζει τη μακροχρόνια κακοποίηση ανηλίκων από ιερείς της τοπικής αρχιεπισκοπής. Ένα μοντέρνο «Όλοι οι Άνθρωποι του Προέδρου», βραβευμένο με Όσκαρ καλύτερης ταινίας και πρωτότυπου σεναρίου.

«ΚΑΛΗΝΥΧΤΑ, ΚΑΙ ΚΑΛΗ ΤΥΧΗ»
Το 1953 ο ρεπόρτερ Έντουαρντ Μόροου και ο παραγωγός του Φρεντ Φρέντλι διακινδυνεύουν την καριέρα τους επιτιθέμενοι κατά του γερουσιαστή ΜακΚάρθι. Ακόμη ένα στιβαρό (και ασπρόμαυρο) «αληθινό» πολιτικό δράμα οσκαρικής κοπής (έξι υποψηφιότητες) διά χειρός Τζορτζ Κλούνεϊ.

«Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΟΥ ΠΟΥΛΗΣΕ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ»
Η ιστορία του ιδρυτή του WikiLeaks Τζούλιαν Ασάνζ και του συνεργάτη του Ντάνιελ Μπεργκ γίνεται στα χέρια του Μπιλ Κόντον («Η Πεντάμορφη και το Τέρας») ένα άνευρο βιογραφικό δράμα και μια χαμένη ευκαιρία για μια συναρπαστική hi-tech πολιτική καταγγελία.