Κριτική

Με Χωρίς Γυναίκες

Από -

Δυο 40ρηδες ξεκινούν ένα ολιγοήμερο ταξίδι στη δυτική Πελοπόννησο, σε αναζήτηση μιας συμμαθήτριάς τους η οποία έχει, λέει, κλειστεί σε μοναστήρι. Στην πραγματικότητα πρόκειται για την προσπάθεια του Ρίκου, εξωστρεφή οικογενειάρχη με αδυναμία στο ωραίο φύλο, να βγάλει από την κατάθλιψη τον κολλητό του «Κουστό», ο οποίος έχει χάσει… εργοστάσιο και γυναίκα. Κωμικό road movie που δεν αποφεύγει τα θεματολογικά στερεότυπα, διχασμένο ανάμεσα σε μια εμπορική κωμωδία και μια ανάλαφρη δραμεντί δρόμου.

Σαν τον τίτλο της, η πέμπτη σκηνοθετική προσπάθεια του Βαγγέλη Σεϊτανίδη είναι μια ταινία «με χωρίς…». Μια ενδιαφέρουσα προσπάθεια δηλαδή, γεμάτη αντιφάσεις, με τόσα πλεονεκτήματα όσα και φάουλ, κυρίως όμως με αβέβαιο κινηματογραφικό προσανατολισμό. Ο εμπορικός εαυτός της φαντάζεται πως είναι μια σοφιστικέ κωμωδία, τη στιγμή που το άλλο της μισό πλασάρεται σαν δραμεντί δρόμου και μάλλον έχει περισσότερο δίκιο. Ο Σεϊτανίδης, άλλωστε, διαθέτει κομψό χιούμορ και τα καταφέρνει καλύτερα στην ανάλαφρη προσέγγιση μιας σοβαρής θεματολογίας («Αιώνιος Φοιτητής») παρά στο να στήνει καλαμπούρια κι εύκολες φάρσες.

Μακριά από την τελευταία, άχρωμη εμπορική κωμωδία του «Το Έτερον Ήμισυ», το «Με Χωρίς Γυναίκες» αφορά το ολιγοήμερο ταξίδι δύο 40ρηδων στη Δυτική Πελοπόννησο σε αναζήτηση μιας συμμαθήτριάς τους η οποία έχει, λέει, κλειστεί σε μοναστήρι. Στην πραγματικότητα πρόκειται για την προσπάθεια του Ρίκου, εξωστρεφούς οικογενειάρχη με αδυναμία στο ωραίο φύλο, να βγάλει από την κατάθλιψη τον κολλητό του «Κουστό», ο οποίος έχει χάσει... εργοστάσιο και γυναίκα. Η ρέμπελη περιήγησή τους με το αυτοκινούμενο τροχόσπιτο του Ρίκου θα τους επιφυλάξει πολλά απρόοπτα, τα οποία «χτίζουν» ένα buddy movie με έξυπνες ατάκες, κάποιες εύστοχες κοινωνικοπολιτικές παρατηρήσεις (η καθυστερημένη ενηλικίωση δεν αφορά μόνο τους πρωταγωνιστές αλλά και ολόκληρη τη χώρα) και μια ελεγχόμενη μελαγχολία, αλλά δραματουργικά αδύναμο και με αρκετές αφηγηματικές αφέλειες, τις οποίες σίγουρα θα συμμάζευε μια καλο-οργανωμένη και πλουσιότερη παραγωγή. Ο Σεϊτανίδης όμως προσπαθεί φιλότιμα, έχοντας στο νου του μια χαλαρή ταινία δρόμου στα πρότυπα του ανεξάρτητου αμερικανικού σινεμά, πράγμα πιο δύσκολο απ’ ό,τι φαντάζει. Τα θεματολογικά στερεότυπα δεν αποφεύγονται, τα αστεία είναι πιο συγκρατημένα (κι ενοχικά) απ’ ό,τι θα έπρεπε και η δραματική στροφή του τελευταίου μέρους της διαδρομής αδικαιολόγητα απότομη, με το κωμικό ταμπεραμέντο και τη σωστή χημεία των δύο πρωταγωνιστών να διασώζουν πολλές αμηχανίες της πλοκής. Ειδικά ο Δημήτρης Ήμελλος («Bank Bang») είναι σε μεγάλα κέφια και… με χωρίς αυτόν θα μιλούσαμε για μια εντελώς ­διαφορετική ταινία.

banner

Σχετικά Θέματα