Κριτική

Με Σειρά Εξαφάνισης

Από -

Ο Νιλς, ένας φιλήσυχος εκχιονιστής που δουλεύει στα νορβηγικά βουνά, μαθαίνει πως ο γιος του έχει πέσει θύμα δολοφονίας. Η απόφασή του να εκδικηθεί θα τον φέρει αντιμέτωπο με έναν αδίστακτο μεγαλέμπορο ναρκωτικών, σε ένα τυλιγμένο στο χιόνι και βουτηγμένο στο μαύρο χιούμορ αιματοβαμμένο θρίλερ, πιστό στην (καλύτερη) παράδοση του Ταραντίνο και των αδελφών Κοέν.

«Με Σειρά Εξαφάνισης»: αν και ο ελληνικός τίτλος αποδίδει εύστοχα τον αντίστοιχο αγγλόφωνο αλλά και το ιλαρό πνεύμα της ταινίας, ο αυθεντικός «Kraftidioten» - «Πανηλίθιοι» είναι ακόμη ενδεικτικότερος και πιο… κοενικός. Το χιονοσκεπές κι αιματοβαμμένο «Φάργκο», άλλωστε, είναι αναμφίβολα μία από τις ταινίες που είχε στο νου του ο Δανός Κιμ Φουπζ Άακεσον («Σαπουνόπερα» της Περνίλε Φίσερ Κρίστενσεν, «Η Αίσθηση του Έρωτα» του Ντέιβιντ Μακένζι) όταν έγραφε το αγωνιώδες αυτό θρίλερ, το οποίο την ίδια στιγμή είναι, ακριβώς όπως και η ταινία των Κοέν, μια απολαυστική μαύρη κωμωδία.
Το κατάλευκο χιόνι και το κατακόκκινο αίμα κυριαρχούν ως μοτίβα που παραπέμπουν στην αθωότητα και την ειδυλλιακή ζωή από τη μία, στην ενοχή και τη βία από την άλλη, σε μια κλασική ιστορία εκδίκησης που στο κέντρο της έχει έναν φιλήσυχο, κοντά στη σύνταξη υπάλληλο ο οποίος δουλεύει ως εκχιονιστής σε μια ορεινή περιοχή της Νορβηγίας. Όταν, έπειτα από παρεξήγηση, ο νεαρός γιος του μπλεχτεί στα πόδια μιας σπείρας διακίνησης ναρκωτικών και καταλήξει νεκρός «από υπερβολική δόση», ο Νιλς θα βάλει σκοπό της ζωής του να βρει τους αληθινούς ενόχους για το θάνατό του. Συντετριμμένη, η γυναίκα του θα τον εγκαταλείψει, εκείνος όμως θα συνεχίσει πεισματικά, βρίσκοντας –και ξεπαστρεύοντας– τους φυσικούς αυτουργούς, αποφασισμένος να τιμωρήσει και τον ιθύνοντα νου, τον αρχιγκάνγκστερ «Κόμη».

Ο Νορβηγός σκηνοθέτης Χανς Πέτερ Μόλαντ, του αγγλόφωνου «Aberdeen» (2000) και της γυρισμένης στο Βιετνάμ «Γης της Επαγγελίας» (2004), κατανοεί στην εντέλεια το βαθιά ειρωνικό και ταυτόχρονα μελαγχολικό πνεύμα του πανέξυπνου σεναρίου, εγκαθιστώντας εξαρχής ένα ρεαλιστικό αφηγηματικό τόνο. Η απότομη εισβολή της βίας, η οποία οδεύει κλιμακούμενη, δεν αλλάζει το ύφος της ταινίας, που εισάγει στην αρχή διακριτικά και στην εξέλιξή της όλο και πιο έντονα στοιχεία σάτιρας και σαρκασμού, στα όρια της παρωδίας. Δια­μέσου όλων αυτών η πορεία του Νιλς παραμένει και αυτή σταθερή, διατηρώντας μέχρι τέλους μια δραματική, βαθιά υπαρξιακή βαρύτητα, η οποία έρχεται σε άμεση αντίθεση με ένα σύμπαν ξεκαρδιστικών όσο κι επικίνδυνων «πανηλιθίων» που ορίζουν πλέον τους κανόνες του παιχνιδιού.
Αναμειγνύοντας (με δημιουργικό μοντάζ) γραφική βία και βιτριολικό χιούμορ, ο Μόλαντ εκτελεί με συγκρατημένη ακρίβεια την ταραντινική κινηματογραφική συνταγή, ρίχνοντας παράλληλα μια σειρά από εύστοχα βέλη στη λευκή σαν το χιόνι και ατσαλάκωτη σαν τα κοστούμια του «Κόμη» σκανδιναβική κοινωνική πραγματικότητα (η συζήτηση για τις όλο ανέσεις νορβηγικές φυλακές, ο χορτοφάγος μαφιόζος, η ανατολίτισσα σύζυγος του Γουίνγκμαν). Ολοκληρώνει μάλιστα το «τρικ» του με ένα αποθεωτικά κωμικοτραγικό, απόλυτα κοενικό φινάλε, το οποίο μαζί με τη… σειρά εξαφάνισης των εμπλεκομένων αποτελούν στιγμές κινηματογραφικής ανθολογίας.

Νορβηγία, Σουηδία. 2014. Διάρκεια: 116΄. Διανομή: FEELGOOD ENT.

Σχετικά Θέματα