Κριτική

Μαζί ή Τίποτα

Από -

Η ζωή της Κάτια καταρρέει όταν ο κουρδικής καταγωγής άντρας και ο μικρός γιος της σκοτώνονται σε βομβιστική επίθεση. Προσπαθώντας να συνέλθει, θα βρεθεί μάρτυρας στη δίκη δύο υπόπτων νεοναζί, για τους οποίους όμως δεν υπάρχουν ατράνταχτα ενοχοποιητικά στοιχεία. Χρυσή Σφαίρα ξενόγλωσσης ταινίας και βραβείο γυναικείας ερμηνείας στις Κάνες για ένα επίκαιρο, σκληρό και τολμηρό στις απόψεις του κοινωνικό σχόλιο με αμφιλεγόμενο φινάλε.

Μετά την αριστουργηματική «Άκρη του Ουρανού» και το διασκεδαστικότατο «Soul Kitchen», η λαμπρή κινηματογραφική καριέρα του Φατίχ Ακίν δέχτηκε μια απρόσμενη «Μαχαιριά». Το φιλόδοξο ιστορικό έπος του πάνω στη σφαγή των Αρμενίων αποδείχτηκε πραγματική καταστροφή, τόσο καλλιτεχνική όσο κι εμπορική, σε σημείο που δεν ήταν λίγοι εκείνοι οι οποίοι προδίκασαν την οριστική διαγραφή του από την άτυπη λίστα των πρωτοκλασάτων Ευρωπαίων σκηνοθετών. Αλλά ο 45χρονος Τουρκογερμανός­ δεν παρέδωσε τα όπλα. Θύμισε σε όλους πως είναι ακόμη ενεργός πρόπερσι, με το συμπαθές, μικρής εμβέλειας νεανικό road movie «Βερολίνο, Αντίο» και αμέσως μετά επέστρεψε με ένα τολμηρό κοινωνικό θρίλερ που δεν θα μπορούσε να περάσει απαρατήρητο. Στη χώρα μας για έναν παραπάνω λόγο, καθώς η Ελλάδα πρωταγωνιστεί στην ταινία με πολλαπλό τρόπο.

Ο Ακίν εμπνεύστηκε την ιστορία του από τους οργανωμένους φόνους Τούρκων, Κούρδων κι Ελλήνων μεταναστών, τους οποίους διέπραξαν Γερμανοί νεοναζί κατά την προηγούμενη δεκαετία, αλλά και από το μεροληπτικό τρόπο με τον οποίο προσπάθησε να τους διαλευκάνει η αστυνομία. Έτσι έγραψε μαζί με τον ηθοποιό και σεναριογράφο («Βερολίνο, Αντίο») Χαρκ Μπομ την ιστορία της Κάτια, μιας Γερμανίδας που, παρά τις αντιρρήσεις των δικών της, παντρεύεται τον κουρδικής καταγωγής και καταδικασμένο για διακίνηση ναρκωτικών Νούρι. Λίγα χρόνια αργότερα όμως θα χάσει αυτόν και τον μικρό τους γιο Ρόκο σε βομβιστική επίθεση.

Στην προσπάθειά της να ξεπεράσει το τεράστιο σοκ, θα βρεθεί ακροάτρια αλλά και μάρτυρας στη δίκη δύο νεαρών νεοναζί που κατηγορούνται για την τρομοκρατική ενέργεια. Αν και τους ενοχοποιεί πληθώρα στοιχείων, πολλές λεπτομέρειες παραμένουν θολές και η κατάθεση ενός Έλληνα ξενοδόχου (ο σκηνοθέτης Γιάννης Οικονομίδης σε μια ανατριχιαστικά πειστική ερμηνεία), μέλους της Χρυσής Αυγής, τους δίνει αμφισβητούμενο άλλοθι. Με ταχύ ρυθμό και καθαρή αφήγηση, η ταινία ξεκινάει σαν ένα οδυνηρό ρέκβιεμ πάνω στην απώλεια, άμεσα συνδεδεμένο με την ξενοφοβική και τυπολατρική στάση της εξουσίας­ απέναντι σε μια γκρίζα κοινωνική πραγματικότητα.

Ο Φατίχ Ακίν καταγγέλλει την εύκολη ποινικοποίηση της καθημερινότητας, αποκαλύπτει την πολιτική διάσταση της (μη) απονομής δικαιοσύνης και με straight forward, «αμερικανικό» τρόπο στήνει ένα δικαστικο-ψυχολογικό αγωνιώδες δράμα για τη θλίψη, την οποία η αδικία (παιδί πολύ συγκεκριμένων μηχανισμών) μετατρέπει σε οργή και ασυγκράτητη επιθυμία για εκδίκηση. Στην καλύτερη και βραβευμένη στις Κάνες ερμηνεία της, η Νταϊάν Κρούγκερ αποδίδει συγκινητικά το παγιδευμένο σε έναν κύκλο βίας ανήμπορο θύμα, το οποίο είναι καταδικασμένο να τον ανατροφοδοτήσει, ως ανελέητος θύτης πλέον. Και με αυτήν την «καταδίκη» είναι που κορυφώνει (στην Ελλάδα) τολμηρά και αμφιλεγόμενα το επίκαιρα στρατευμένο δράμα του ο Ακίν, αποσπώντας την ξενόγλωσση Χρυσή Σφαίρα και ξεκινώντας μια πολιτικά και φιλοσοφικά θερμή αντιπαράθεση.

Γερμανία, Γαλλία. 2017. Διάρκεια: 105΄. Διανομή: ROSEBUD.21 / SEVEN FILMS.

Σχετικά Θέματα