Κριτική

Μαύρα Χριστούγεννα

Από -

Το 1974 ο Ρομπ Κλαρκ («Porky's», «Dead of Night») σκαρφίστηκε ένα «γιορτινό» slasher που έμελλε αθόρυβα να κάνει τομή στο είδος, επηρεάζοντας σκηνοθέτες όπως ο Τζον Κάρπεντερ (στο «Halloween») κι αποκτώντας προοδευτικά cult διαστάσεις. Ο λόγος για το «Black Christmas», την ταινία τρόμου που τοποθετεί στη θέση του θύματος μια παρέα φοιτητριών - μελών αδελφότητας και στη θέση του θύτη έναν μυστηριώδη άντρα, ο οποίος κατά τη διάρκεια των χριστουγεννιάτικων διακοπών ξεκινά διαδοχικά να τις δολοφονεί.

Περισσότερο εγκεφαλικό και λιγότερο gore, το φιλμ του Κλαρκ κερδίζει τις εντυπώσεις σε σημειολογικό και δραματουργικό επίπεδο. Οι ηρωίδες του είναι πλήρως ανεξάρτητες, άνετες με τη σεξουαλικότητά τους και τόσο κυρίαρχες ώστε αφοπλίζουν τους άντρες γύρω τους. Για αυτό και ο υστερικός δολοφόνος τις εκδικείται, με το αιματηρό έργο του να μετατρέπεται σε μια βίαιη μεταφορά για τη μάχη των φύλων, η οποία αποκαλύπτει τη βαθιά ριζωμένη τοξικότητα των αντρών. Την ίδια στιγμή, ο Κλαρκ με μια αφηγηματικά εύστροφη σκηνοθεσία αποκρύπτει πού πραγματικά βρίσκεται ο ένοχος, την ώρα που απεικονίζεται διαρκώς στη μεγάλη οθόνη. Ακόμα, θίγεται γλαφυρά η εγκληματική δυσπιστία με την οποία οι αστυνομικοί αντιμετωπίζουν τα θύματα - ηρωίδες, όταν εκείνες προσπαθούν να καταγγείλουν όσα τους έχουν συμβεί.

Τέσσερις και πλέον δεκαετίες αργότερα, στην εποχή του #MeToo, τα μηνύματα του «Black Christmas» αντηχούν ακόμα πιο εκκωφαντικά και επιτακτικά από τα '70s, προσφέροντας την ιδανική ευκαιρία στις Σοφία Τακάλ και Έιπριλ Γουλφ (σενάριο) να αναβιώσουν ένα μάλλον ξεχασμένο αλλά απολύτως επίκαιρο φιλμ. Στη σύγχρονη διασκευή διατηρείται αναλλοίωτο το σεναριακό πλαίσιο του πρωτότυπου, με τη διαφορά πως η κεντρική ηρωίδα είναι θύμα βιασμού (Ίμογκεν Πουτς), μαζί με τις φίλες - «αδερφές» της υιοθετούν μια αδιαπραγμάτευτη αντισεξιστική συμπεριφορά και προστατεύουν η μία την άλλη με κάθε κόστος. Στον αντίποδα, οι άντρες απεικονίζονται ως διαρκής εν δυνάμει κίνδυνος, καθώς νιώθουν πως απειλούνται από το δυναμισμό των συμφοιτητριών και εν δυνάμει «λείας» τους, οι οποίες τούς στερούν τον ανδρισμό τον οποίο καλούνται να «προστατεύσουν».

Σε πρώτο επίπεδο οι Τακάλ και Γουλφ πετυχαίνουν να εκμοντερνίσουν εύστοχα την ταινία του '74, όμως από ένα σημείο και μετά οι διαδοχικές αδεξιότητες παίρνουν τα ηνία του «Black Christmas». Η ηρωίδα που ενσαρκώνει η Πουτς καλείται να αντιμετωπίσει θαρραλέα και στα ίσια το βιαστή της ώστε να ξεπεράσει το οδυνηρό τραύμα της, όμως εξαρχής αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως θύμα. Είναι φτωχή η εξέλιξη του χαρακτήρα της, ενώ όλοι συνολικά αναπτύσσονται ελάχιστα στην ταινία, όντας γραμμένοι σε συμφωνία με πλείστα στερεότυπα. Όσα σχόλια πάνω στο φύλο και στην πατριαρχία αφήνει οργανικά να αναδυθούν μέσα από την αφήγηση ο Κλαρκ, εδώ εκφέρονται βαρύγδουπα και χοντροκομμένα, αγγίζοντας μονάχα την επιφάνεια των ζητημάτων που θίγουν. Αποκορύφωμα η αποκάλυψη της πραγματικής ταυτότητας του δολοφόνου, η οποία οδηγεί στο ξέσπασμα ενός... έμφυλου «frat war», ενώ μια εντελώς ξεκούδουνη ανατροπή θέλει το μισογυνισμό των αντρών να συνδέεται με τη μαύρη μαγεία(!). Η αχρείαστα ανόητη τροπή της πλοκής σαμποτάρει τις αρχικές ειλικρινείς προθέσεις της Τακάλ, στερώντας τις πιθανότητες στην ταινία της να γίνει ένα άξιο ριμέικ.

Νέα Ζηλανδία, ΗΠΑ. 2019. Διάρκεια: 98'. Διανομή: TULIP ENTERTAINMENT.