Συνέντευξη

Ματέο Γκαρόνε: «Η ιδέα της κυριαρχίας του δυνατού κερδίζει καθημερινά έδαφος σε όλο τον κόσμο»

Από -

Ο Ιταλός σκηνοθέτης της ταινίας «Dogman» μιλάει για τη βία και το φόβο που κυριαρχούν στην καθημερινότητά μας αλλά και για την αληθινή ιστορία πίσω από το αλληγορικό αστικό γουέστερν του, το οποίο κέρδισε βραβείο ερμηνείας στο τελευταίο Φεστιβάλ Κανών.

Το πρώτο πράγμα που εντυπωσιάζει τον θεατή της ταινίας σας είναι αυτό το απόλυτα παρακμιακό αστικό ντεκόρ γύρω από το Dogman, το μαγαζί περιποίησης σκύλων του Μαρτσέλο.
Κάναμε γυρίσματα στο Καστέλ Βολτούρνο, μια κωμόπολη έξω από τη Νάπολη. Είναι μια τοποθεσία την οποία ανακάλυψα στα γυρίσματα του «Ταριχευτή» («L’Imbalsamatore») πριν από 17 χρόνια και χρησιμοποίησα ξανά σε κάποιες σκηνές στα «Γόμορρα». Ένα αστικό γουέστερν σκηνικό, ιδανικό για την ιστορία μας.

Εκτός από τα κτίρια και την όλη πολεοδομική εικόνα, χρησιμοποιείτε και τον καιρό, το φυσικό φωτισμό, με τρόπο δραματικό.
Το πρώτο μέρος της ταινίας είναι πιο φωτεινό, διότι η διάθεση είναι πιο ανάλαφρη, πιο κωμική. Στο δεύτερο ο καιρός συννεφιάζει κι επικρατούν η σκοτεινιά και η βροχή, γεγονός που κάνει εντονότερη την αίσθηση της μοναξιάς. Συγχρόνως υπογραμμίζει και την τραγική πορεία που παίρνουν τα γεγονότα.

Το σενάριο βασίζεται σε ένα πραγματικό γεγονός. Πόσο πιστός μείνατε στις λεπτομέρειές του;
Συνέβη πριν από τρεις δεκαετίες και ήταν διαβόητο για τη σκληρότητά του. Πολύ πιο άγριο και σπλάτερ από αυτό που βλέπουμε. Δούλευα το συγκεκριμένο σχέδιο για καιρό, το οποίο άλλαζε σιγά σιγά με το πέρασμα του χρόνου. Μέχρι που συνάντησα τον Μαρτσέλο Φόντε, έναν εξαιρετικό ηθοποιό, έναν σύγχρονο Μπάστερ Κίτον, ο οποίος έγινε αμέσως ο ήρωάς μου. Λόγω της κατατομής του αλλά και του χαρακτήρα που είχα δια­μορφώσει, δεν θα μπορούσε να εξασκήσει τόσο άγρια φυσική βία όσο ο πραγματικός ήρωας. Στραφήκαμε λοιπόν ακόμη περισσότερο προς την ψυχολογική βία, αλλάζοντας ανάλογα πράγματα και στην πλοκή, τα οποία με τη σειρά τους μας απομάκρυναν αρκετά από την αληθινή ιστορία.

Ποιο είναι το πιο ενδιαφέρον κινηματογραφικό στοιχείο του Μαρτσέλο;
Δεν πρόκειται απλώς για έναν άνθρωπο που εξεγείρεται απέναντι στην καταπίεση την οποία υφίσταται. Πατήσαμε στα πρότυπα των βωβών ταινιών και βάλαμε δίπλα δίπλα έναν καλό, τον ήρωά μας, κι έναν κακό, τον τραμπούκο Σιμόνε. Η αντίθεσή τους είναι απλή, σχηματική, αλλά όσο προχωράει η ταινία ο Μαρτσέλο αποδεικνύεται ιδιαίτερα περίπλοκος. Δουλέψαμε πολύ τη σχέση του με την κοινωνία γύρω του. Σαν ένα γουέστερν, όπου όλοι στη μικρή πόλη τούς γνωρίζουν όλους. Θέλαμε να δούμε πώς η βία που γεννάει αυτός ο κλειστός χώρος εισβάλλει στη ζωή του σαν ιός, γίνεται μεταδοτική και μολύνει τους πάντες. Ο Μαρτσέλο προσπαθεί να αντισταθεί σε αυτό, προσπαθεί μάταια να δραπετεύσει με έναν τρόπο...

Υπάρχει μια σαφής πολιτική αλληγορία εδώ.
Η βία έχει διάφορα πρόσωπα. Όπως και ο φόβος, ειδικά αυτός, στον οποίο στηρίζεται η βία. Ο φόβος λοιπόν, ατομικός και συλλογικός, έχει πολλές αναγνώσεις και αλληγορικές αναφορές. Η ιδέα της κυριαρχίας του δυνατού κερδίζει καθημερινά έδαφος σε ολόκληρο τον κόσμο και η εξάπλωσή της γεννά όλο και πιο αποτρόπαιες συμπεριφορές. Συμπεριφορές που ξεκινούν σαν τυχαία ξεσπάσματα, οργανώνονται όμως κοινωνικά και προοδευτικά γίνονται κοινή, αποδεκτή πρακτική.

Σημαντικός είναι, φυσικά, στην ταινία και ο ρόλος των σκυλιών.
Τα σκυλιά, όπως και τα παιδιά, είναι εντελώς ανεξέλεγκτα. Γι’ αυτό λένε πως αποτελούν το μεγαλύτερο πρόβλημα για έναν σκηνοθέτη. Φέρνουν όμως στο σενάριο το απρόβλεπτο, πράγμα που αναζητώ διαρκώς κι επίμονα. Δεν θέλω σε μια ταινία να είναι όλα οργανωμένα και προβλέψιμα. Στο γύρισμα το σκυλί δεν ακολουθεί τον ηθοποιό. Συμβαίνει το αντίθετο, κάτι που προσθέτει έκπληξη και αναγκάζει τον ηθοποιό να αυτοσχεδιάσει, να αντιδράσει με το ένστικτο. Έτσι, κάτι αναπάντεχο εισβάλλει στο πλάνο, κάτι βγαλμένο από την αληθινή ζωή, που αναστατώνει δημιουργικά όλη αυτήν την τακτοποίηση και ανατρέπει την ψευδαίσθηση του απόλυτου ελέγχου.


Δείτε το τρέιλερ της ταινίας εδώ:

Σχετικά Θέματα