Κριτική

Λευκός Θεός

Από -

Η 13χρονη Λίλι αποχωρίζεται από τον αγαπημένο σκύλο της Χάγκεν, ο οποίος προσπαθεί να επιβιώσει σε μια εχθρική Βουδαπέστη. Απελπισμένη, εκείνη τον αναζητά παντού για να τον σώσει. Κοινωνική αλληγορία κατά των διακρίσεων και της καταπίεσης, γυρισμένη σαν συναρπαστικό θρίλερ... χολιγουντιανής δεξιοτεχνίας.

Η μοντέρνα εκδοχή του «Αυλητή του Χάμελιν» συναντά μια αμερικανική κινηματογραφική περιπέτεια: μια νεαρή κοπέλα ποδηλατεί στην έρημη Βουδαπέστη. Ξαφνικά ξεχύνονται πίσω της δεκάδες εξαγριωμένα σκυλιά τα οποία την καταδιώκουν, καθώς εκείνη τα οδηγεί έξω από το κέντρο της πόλης. Είναι η πρώτη σκηνή της ταινίας, η οποία ξεκινά in media res, για να επιστρέψει στην αρχή μιας μάλλον μελοδραματικής ιστορίας.

Η 13χρονη Λίλι αναγκάζεται να ζήσει για ένα εξάμηνο με τον πατέρα της, στο διαμέρισμα του οποίου ο αγαπημένος της σκύλος Χάγκεν δημιουργεί προβλήματα. Μη έχοντας πού να τον αφήσει, κάνει το ίδιο και με την ορχήστρα στην οποία εκείνη συμμετέχει, με αποτέλεσμα ο πατέρας της να τον παρατήσει κάποια στιγμή στη μέση του δρόμου. Κι ενώ η Λίλι τον ψάχνει απεγνωσμένα, ο Χάγκεν προσπαθεί να επιβιώσει σε μια απειλητική, γεμάτη ανθρώπινους κινδύνους πόλη.

Η ισορροπία ανάμεσα στην αλληγορική φαντασία, στο ρεαλισμό και στην καθαρόαιμη, straight forward αφήγηση την οποία επιτυγχάνει ο Κορνέλ Μουντρούτσο είναι αξιοθαύμαστη. Στην έκτη ταινία του, ο Ούγγρος σκηνοθέτης εξυφαίνει μια απλή στον πυρήνα της, αλλά περίτεχνη στη σεναριακή της ανάπτυξη παραβολή πάνω στις σύγχρονες μορφές διακρίσεων και καταπίεσης. Η ανθρώπινη (δυτική) κοινωνία είναι ο «λευκός θεός» του φιλμ, με τον Χάγκεν και τους «φίλους» του να αποτελούν τις κάθε είδους μειονότητες-θύματα της γενικευμένης πολιτικοκοινωνικής ανισότητας.
Σε καθαρά πολιτικό επίπεδο η ματιά του Μουντρούτσο είναι μάλλον (συγκαταβατικά) ρηχή, η ανάπτυξη της πλοκής όμως είναι καθαρή, συγκεντρωμένη και σαφής, ενώ αφήνει περιθώριο για κάθε είδους «ανάγνωση» της συγκινητικής αλληγορίας (από τους μετανάστες μέχρι το Ολοκαύτωμα). Πολλές ευφυείς λεπτομέρειες, όπως η χρήση της κλασικής μουσικής ή της ιστορίας του «Τανχόιζερ», προσδίδουν βάθος στο απλό στόρι, με την αφηγηματική ένταση να κλιμακώνεται αριστοτεχνικά και τη σκηνοθετική βιρτουοζιτέ του 39χρονου ­δημιουργού να είναι… χολιγουντιανού επιπέδου. Πρώτο βραβείο στο τμήμα Ένα Κάποιο Βλέμμα των Κανών και ταινία έναρξης στο πρόσφατο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης.

Ουγγαρία, Γερμανία. 2014. Διάρκεια: 119΄. Διανομή: AMA FILMS.