Συνέντευξη

Λεός Καράξ: «Καλύτερα οργισμένος παρά νοσταλγικός»

Από -

Κάποια στιγμή απλά σταμάτησα να μετράω τα τσιγάρα που είχε καπνίσει, γιατί είναι όπως και να το κάνεις ψυχαναγκαστικό. Μάλλον ήταν όταν πέταξε την 15η ή την 16η γόπα στο τασάκι… Έτσι και αλλιώς δεν είχε ιδιαίτερη σημασία. Το τσιγάρο είναι προφανώς μια μέθοδος αποσυμπίεσης για τον Λεός Καράξ, ένας επιβλαβής τρόπος για να διώχνει το στρες που πιθανότατα του προκαλούσε μια ομάδα εννιά Ελλήνων δημοσιογράφων οι οποίοι τον είχε περικυκλώσει το πρωινό της Τρίτης 18/11 στην ανθισμένη αυλή του Γαλλικού Ινστιτούτου. Από κοντά, ο Γάλλος σκηνοθέτης είναι μια ευγενική φυσιογνωμία με ιδιαίτερη κοινωνική συμπεριφορά, αφού προτιμά να ψιθυρίζει από το να μιλάει, να κοιτάζει τη μακάβρια προειδοποίηση «Fumer tue» του γαλλικού πακέτου τσιγάρων του από τα μάτια του συνομιλητή του και να δίνει απαντήσεις που μοιάζουν με χρησμούς παρά να παραδοθεί στην ευκολία της δημοσιοσχετίστικης ουδετερότητας. Φορώντας τα αγαπημένα του γυαλιά ηλίου και καπέλο (σίγουρα θα τον έχετε δει με αυτά σε κάποια φωτογραφία), ο δημιουργός των «Εραστών της Γέφυρας» και του «Holy Motors» έκατσε στο μεσαίο από τα τρία ενωμένα τραπέζια, έχοντας οπτική επαφή και με τους εννιά ανακριτές του. Παρά τη φήμη που τον ακολουθεί ότι μισεί θανάσιμα τις συνεντεύξεις, ο Γάλλος σκηνοθέτης υπέμεινε στωικά τη δημοσιογραφική μας αδιακρισία, απαντώντας στα αγγλικά σε μια καταιγίδα ερωτήσεων για εξήντα ολόκληρα λεπτά.

Το νησί με το νεκροταφείο

Ο Λέος Καράξ στο masterclass που παρέδωσε την Τετάρτη 19/11 στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος © Vangelis Patsialos
Ο Λέος Καράξ στο masterclass που παρέδωσε την Τετάρτη 19/11 στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος © Vangelis Patsialos

Σίγουρα, αυτό που βιώσαμε εκείνο το πρωινό στο Γαλλικό Ινστιτούτο δεν ήταν «άλλη μια συνέντευξη»… Από την πρώτη κιόλας στιγμή, ο Λεός Καράξ έκανε σε όλους μας σαφές ότι δεν υπήρχε περίπτωση να μπει στην λογική μιας τυποποιημένης, γραμμικής και πλήρως κατανοητής σειράς ερωτο-απαντήσεων. Στην απορία μου για το πόσο εύκολο είναι σήμερα να είσαι νεωτεριστής της 7ης Τέχνης και να μην αναπαραγάγεις πράγματα που έχουν ήδη δει στην οθόνη, προτίμησε να απαντήσει με μια εικόνα, παρά με λέξεις (κάτι που είναι συνηθισμένο ούτως ή άλλως στις ταινίες του) : «Για μένα το σινεμά είναι ένα νησί, πάνω στο οποίο υπάρχει ένα νεκροταφείο με όλους τους ανθρώπους που επηρέασαν ή επανεφηύραν το μέσο, υπηρετώντας τον πειραματικό κινηματογράφο, ή πιο εμπορικές κατευθύνσεις του όπως ο Τσάρλι Τσάπλιν ή ο Άλφρεντ Χίτσκοκ. Εγώ προσπαθώ να ακολουθήσω το δικό μου δρόμο, να ανακαλύψω τον δικό μου κλασικισμό». Λίγο αργότερα μια συνάδελφος προσπάθησε να ζητήσει εξηγήσεις για την παρομοίωση που χρησιμοποίησε ο Καράξ για να περιγράψει το σινεμά. «Γιατί λέτε ότι μοιάζει με νησί και όχι με βουνό;» τον ρώτησε. Ο Λεός Καράξ σήκωσε τους ώμους και είπε χωρίς δεύτερη σκέψη «δεν ξέρω γιατί το είπα αυτό...» σε ένα ρεσιτάλ συνεντευξιακής ειλικρινείας που σπάνια συναντάς στη δουλειά μας. Και συνέχισε στοχεύοντας στην ουσία και όχι στην υπεράσπιση ενός σχήματος λόγου: «Μπορεί να είναι ένα νησί που έχει ένα βουνό στη μέση, από όπου μπορείς να δεις τον κόσμο από διαφορετικές οπτικές γωνίας. Μπορείς να δεις τους φόβους σου, τις απώλειές σου, τους έρωτές σου».

Όλοι οι άνθρωποι του Καράξ

Ο κόσμος γέμισε τη μεγάλη αίθουσα της Ταινιοθήκης για το masterclass που παρέδωσε ο Γάλλος βιρτουόζος © Vangelis Patsialos
Ο κόσμος γέμισε τη μεγάλη αίθουσα της Ταινιοθήκης για το masterclass που παρέδωσε ο Γάλλος βιρτουόζος © Vangelis Patsialos

Παρότι το σινεμά του είναι εικαστικά δεξιοτεχνικό και επιδέξια στιλιζαρισμένο, ο Γάλλος σκηνοθέτης έχει μια ιδιαίτερη σχέση με τους ανθρώπους που συνεργάζεται και ιδιαίτερα με τους ηθοποιούς του. «Ποτέ δεν κατάλαβα το κάστινγκ. Είναι κάτι βίαιο και σχεδόν ρατσιστικό» λέει ο Καράξ. Και συνεχίζει λέγοντας ότι «φαντάζομαι και γράφω τα φιλμ μου πάνω σε συγκεκριμένους ανθρώπους που έχω στο μυαλό μου. Όταν σκέφτομαι μια ταινία με τον Ντενίς Λαβάν δεν μπορώ να τη γυρίσω με κάποιον άλλο. Αν αυτός αρνηθεί να παίξει ή πεθάνει τότε απλά η ταινία δεν θα γίνει». Ο Γάλλος δημιουργός παραδέχεται ότι δεν μπορεί να γυρίσει μόνος του μια ταινία, αλλά χρειάζεται δίπλα του ανθρώπους που να πιστέψουν στο κινηματογραφικό του όραμα. Αυτός είναι και ένας από τους λόγους που έχει κάνει τόσες λίγες ταινίες στην καριέρα του. «Θέλω δυο ή τρεις ανθρώπους που να πιστέψουν στην ταινία. Κάθε φορά πρέπει να βρίσκω συνεργάτες που μπορώ να εμπιστευτώ. Δεν είναι εύκολο να αναπτύξεις δεσμούς εμπιστοσύνης και να κάνεις πραγματικούς συνεργάτες. Είναι καλύτερα να μοιράζεσαι το ρίσκο, να νοιώσεις ότι και κάποιος άλλος έχει την ανάγκη για να γίνει αυτή η ταινία».

Όταν σταμάτησε να βλέπει ταινίες

© Vangelis Patsialos
© Vangelis Patsialos

Μάλλον το επίθετο που θα ταίριαζε καλύτερα τόσο στην ιδιοσυγκρασία του, όσο και στο σινεμά του Καράξ είναι το «απρόβλεπτος». Πότε αυτοσαρκαστικός, άλλοτε καυστικός και πάντοτε αναπάντεχος, ο ευφυής Γάλλος επιστρατεύει όποτε χρειαστεί τη δύναμη της ειλικρίνειας για να διαλύσει τις συμβάσεις που διέπουν μια συνέντευξη. Στην ερώτηση γιατί υπήρξε συνεχιστής της μακράς γαλλικής παράδοσης που θέλει τους κριτικούς να περνούν πίσω από τις κάμερες και να γίνονται τελικά σκηνοθέτες, ο Καράξ δεν έχει καμιά διάθεση να ευλογήσει τα γένια του... «Ως κριτικός εργάστηκα για ένα πολύ μικρό χρονικό διάστημα. Ήμουν πολύ κακός σε αυτό. Το έκανα μόνο και μόνο για να βλέπω ταινίες πριν αποφασίσω να γίνω σκηνοθέτης». Από την εποχή όμως που αποφάσισε να γίνει δημιουργός ουσιαστικά στέρησε από τον εαυτό του την ιδιότητα του θεατή. «Μετά τη δεύτερη ταινία μου (σ.σ. «Η Δική μας Νύχτα») σταμάτησα να βλέπω ταινίες» εξομολογείται λίγο αργότερα. «Αυτός είναι ο λόγος που δεν έχω άποψη για το γαλλικό σινεμά του σήμερα, αλλά και τον κινηματογράφο του υπόλοιπου κόσμου. Ίσως αυτό δεν είναι καλό. Άλλα αυτό νοιώθω. Πλέον βλέπω κάποια κομμάτια από ταινίες μόνον όταν θέλω να δείξω κάτι στην κόρη μου ή σε κάποιον άλλο». Στην κουβέντα, ο Καράξ θα αναφερθεί αρκετές φορές στην 10χρονη κόρη του, δείχνοντας ότι είναι ένα από τα ζητήματα που τον απασχολούν. «Δεν μπορώ να είμαι απαισιόδοξος για το μέλλον. Έχω μια κόρη ξέρεις…» θα μου πει λίγο αργότερα, όταν το κλίμα της συνέντευξης έχει πια χαλαρώσει. Αυτήν ήταν και η κατάλληλη στιγμή για να πέσουν στο τραπέζι δυο λέξεις που τα τελευταία χρόνια πάνε σετάκι: «κρίση» και «Ελλάδα»…

Η επιστροφή στην Ελλάδα

Για μια στιγμή έκανα το λάθος να υποθέσω ότι ο Λεός Καράξ μπορεί να έπεφτε στην παγίδα της νοσταλγίας, μιλώντας για τη χώρα μας με ένα κολάζ τουριστικών αναμνήσεων…«Είχα έρθει στην Ελλάδα όταν ήμουν παιδί και μετά σαν έφηβος με την κοπελιά μου». Όμως, γρήγορα ο Γάλλος δημιουργός θα επιβεβαίωνε μια δήλωση που είχε κάνει πριν από λίγα λεπτά, ότι «προτιμά να είναι οργισμένος, παρά νοσταλγικός». «Επέστρεψα στη χώρα σας με αφορμή το Φεστιβάλ Πρωτοποριακού Κινηματογράφου, γιατί είστε μπλεγμένοι άσχημα (ή «είστε βουτηγμένοι στα σκατά» αν προτιμήσετε να μεταφράσετε την έκφραση «you’re in deep shit» με αυτόν τον τρόπο). Είναι ενδιαφέρον να συναντάς ανθρώπους που έχουν προβλήματα» συνεχίζει ο Γάλλος σκηνοθέτης. Όσο για την άποψη του σε σχέση με τη λέξη που αρχίζει από «κ» και έχει γίνει το δισύλλαβο φετίχ της τελευταίας πενταετίας στην Ελλάδα, ο Καράξ θα πετάξει την μπάλα στην… γκονταρική κερκίδα: «Δεν είμαι ο κατάλληλος άνθρωπος να μιλήσει για την κρίση. Γι’ αυτά είναι καλύτερος ο Γκοντάρ». Λίγο αργότερα, όμως, ο Γάλλος βιρτουόζος θα υποκύψει στις πιέσεις μας και θα μιλήσει για την κατάσταση που βρίσκεται αυτήν την στιγμή η χώρα μας: «Η κρίση σε μια χώρα έχει αναλογίες με την προσωπική κρίση ενός ανθρώπου. Το ερώτημα είναι αν θα βγεις από αυτήν πιο δυνατός ή πιο αδύναμος». Όλοι ελπίζουμε να βγούμε πιο δυνατοί Λεός…

Ο Λέος Καράξ είναι επίσημος προσκεκλημένος του 8ου Φεστιβάλ Πρωτοποριακού Κινηματογράφου της Αθήνας που ολοκληρώνεται την Τετάρτη 26/11, με το πλήρες αφιέρωμα στο έργο του να βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη. Δείτε το ωρολόγιο πρόγραμμα του φεστιβάλ εδώ.

Σχετικά Θέματα