Κώστας Γαβράς: συνέντευξη εφ' όλης της ύλης

«Η ζωή είναι ανησυχία όχι εξασφάλιση»

Από , -

Ο Έλληνας σπουδαίος σκηνοθέτης, που επαναπροσδιόρισε παγκόσμια την έννοια του πολιτικού σινεμά, επιστρέφει με το «Κεφάλαιο», ένα γλυκόπικρο δράμα πάνω στο διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα και στις παθογένειές του. Ύστερα από σχεδόν μισό αιώνα καριέρας, ο Κώστας Γαβράς μιλά στο «α» για τα λάθη της αριστεράς, τις νέες προοπτικές της, το παγκόσμιο κεφάλαιο και τους εκφραστές του καθώς και για τη νέα πολιτική πραγματικότητα στην Ελλάδα.

Ακολουθώντας διαφορετική πορεία από τον συμφοιτητή του στην παρισινή IDHEC Θόδωρο Αγγελόπουλο, ο οποίος επέστρεψε στην πατρίδα του και ρούφηξε τη σύγχρονη ελληνική Ιστορία μέχρι το μεδούλι, μιλώντας μια ιδιαίτερη αρτ κινηματογραφική γλώσσα που γνώρισε παγκόσμια αναγνώριση και φανατικούς οπαδούς κι εχθρούς, ο Κώστας Γαβράς αποφάσισε να μείνει για πάντα στη Γαλλία και να κάνει τη χώρα που γέννησε την αστική δημοκρατία και τη σύγχρονη δυτική τέχνη δεύτερη πατρίδα του. Σπουδάζοντας Συγκριτική Φιλολογία στη Σορβόνη, συνεχίζοντας τις σπουδές του στο σινεμά κι ερχόμενος σε επαφή με τη γαλλική κουλτούρα, ο γεννημένος το 1933 Γαβράς κατάφερε να συνθέσει μια αυθεντική και απόλυτα πρωτότυπη καλλιτεχνική ταυτότητα, που από τη μια της πλευρά είχε τα βιώματα μιας μικρής μεσογειακής χώρας με περιπετειώδη ιστορική διαδρομή, πολέμους και δικαιώματα υπό αμφισβήτηση και από την άλλη τη μεθοδικότητα της γαλλικής σκέψης, τη χρυσή πολιτιστική κληρονομιά του τόπου, την αγάπη του για το παγκόσμιο σινεμά και πάνω από όλα τα βιώματα μιας κοχλάζουσας εποχής, της δεκαετία του ’60, που ισοπέδωσε με μανία οτιδήποτε παλιό δημιουργώντας στα συντρίμμια του μια ολοκαίνουργια πραγματικότητα… Ο Έλληνας σκηνοθέτης κατάφερε να αποβάλει μια και καλή το διαστρεβλωτικό βαλκανικό πάθος από την ανάγνωση της παγκόσμιας Ιστορίας, αποκτώντας με τον καιρό μια γλυκιά μετριοπάθεια και μια πολιτική ψυχραιμία που γρήγορα έδωσαν στα έργα του τη σφραγίδα του διαχρονικού. Ο ριζοσπαστισμός της εποχής, τόσο σε πολιτικό όσο και σε κινηματογραφικό επίπεδο, τον επηρέασε, αλλά σε καμία περίπτωση δεν τον στιγμάτισε. 

Ακολουθώντας διαφορετική πορεία από τον συμφοιτητή του στην παρισινή IDHEC Θόδωρο Αγγελόπουλο, ο οποίος επέστρεψε στην πατρίδα του και ρούφηξε τη σύγχρονη ελληνική Ιστορία μέχρι το μεδούλι, μιλώντας μια ιδιαίτερη αρτ κινηματογραφική γλώσσα που γνώρισε παγκόσμια αναγνώριση και φανατικούς οπαδούς κι εχθρούς, ο Κώστας Γαβράς αποφάσισε να μείνει για πάντα στη Γαλλία και να κάνει τη χώρα που γέννησε την αστική δημοκρατία και τη σύγχρονη δυτική τέχνη δεύτερη πατρίδα του. Σπουδάζοντας Συγκριτική Φιλολογία στη Σορβόνη, συνεχίζοντας τις σπουδές του στο σινεμά κι ερχόμενος σε επαφή με τη γαλλική κουλτούρα, ο γεννημένος το 1933 Γαβράς κατάφερε να συνθέσει μια αυθεντική και απόλυτα πρωτότυπη καλλιτεχνική ταυτότητα, που από τη μια της πλευρά είχε τα βιώματα μιας μικρής μεσογειακής χώρας με περιπετειώδη ιστορική διαδρομή, πολέμους και δικαιώματα υπό αμφισβήτηση και από την άλλη τη μεθοδικότητα της γαλλικής σκέψης, τη χρυσή πολιτιστική κληρονομιά του τόπου, την αγάπη του για το παγκόσμιο σινεμά και πάνω από όλα τα βιώματα μιας κοχλάζουσας εποχής, της δεκαετία του ’60, που ισοπέδωσε με μανία οτιδήποτε παλιό δημιουργώντας στα συντρίμμια του μια ολοκαίνουργια πραγματικότητα… Ο Έλληνας σκηνοθέτης κατάφερε να αποβάλει μια και καλή το διαστρεβλωτικό βαλκανικό πάθος από την ανάγνωση της παγκόσμιας Ιστορίας, αποκτώντας με τον καιρό μια γλυκιά μετριοπάθεια και μια πολιτική ψυχραιμία που γρήγορα έδωσαν στα έργα του τη σφραγίδα του διαχρονικού. Ο ριζοσπαστισμός της εποχής, τόσο σε πολιτικό όσο και σε κινηματογραφικό επίπεδο, τον επηρέασε, αλλά σε καμία περίπτωση δεν τον στιγμάτισε. 

Μακριά από τη ρηξικέλευθη επαναστατικότητα της κρατούσας νουβέλ βαγκ, ο Κώστας Γαβράς υιοθέτησε πιο συμβατικές αφηγηματικές φόρμες, διαμορφώνοντας έναν πολιτικό κινηματογράφο που απευθύνεται σε ένα ευρύτερο κοινό. Η πρώτη του ταινία, το «Διαμέρισμα Δολοφόνων» (1965) αποτέλεσε μια δεξιοτεχνική άσκηση ύφους, ένα φιλμ που φανέρωνε την αγάπη του Γαβρά για το νουάρ και τον Χίτσκοκ. Το αντιπολεμικό «Μακί, τα Λιοντάρια της Κολάσεως» (1967) ήταν ένα πρωτόλειο δείγμα του προσωπικού του κινηματογραφικού στιλ, του ιδιότυπου πολιτικού σινεμά του που είχε αρχίσει να σχηματοποιείται σιγά σιγά. Η τρίτη του ταινία, το εμβληματικό «Ζ» (1969), το οποίο κέρδισε δύο Όσκαρ και το βραβείο της Κριτικής Επιτροπής στις Κάνες, απογείωσε την καριέρα του και αποτέλεσε το εφαλτήριο μιας νέας δυναμικής εκδοχής του παγκόσμιου πολιτικού σινεμά. Ο Κώστας Γαβράς μετέτρεψε τη δολοφονία του βουλευτή της ΕΔΑ Γρηγόρη Λαμπράκη από το φασιστικό παρακράτος σε μια πανεθνική ιστορία θυσίας για τη δικαιοσύνη και τη δημοκρατία, δοσμένη σε μορφή αγωνιώδους θρίλερ, όπου το σασπένς, οι κινηματογραφικοί κώδικες του γουέστερν και η έντονη δράση συνυπάρχουν ιδανικά με τα ουμανιστικά προτάγματα. Από εκεί και πέρα, ο Έλληνας σκηνοθέτης κάνει παγκόσμια κινηματογραφική πορεία σαρώνοντας τα βραβεία σε ολόκληρο τον κόσμο: ο «Αγνοούμενος» (1982) κερδίζει Χρυσό Φοίνικα και Όσκαρ καλύτερου διασκευασμένου σεναρίου, το «Μουσικό Κουτί»  προσθέτει το 1990 τη Χρυσή Άρκτο στην τροπαιοθήκη του, ενώ το 2003 λαμβάνει το πρώτο Σεζάρ της καριέρας του με το «Αμήν.». Εδώ και σχεδόν μισό αιώνα ο Κώστας Γαβράς βρίσκεται στην ελίτ της ευρωπαϊκής κινηματογραφίας... Ξέρετε πολλούς που να έχουν καταφέρει κάτι τέτοιο;  

Πάντοτε επίκαιρος, πάντοτε αιχμηρός

Στις ταινίες του δεν δίστασε να τα βάλει με κάθε μορφή εξουσίας και την εξάσκηση βίας από όπου κι αν προερχόταν: στο «Ζ» (1969) μπήκε στο στόχαστρό του το ακροδεξιό παρακράτος, στον «Αγνοούμενο» (1982) ο ιμπεριαλισμός και η CIA, στο «Αμήν.» (2003) η πανίσχυρη ρωμαιοκαθολική εκκλησία, στο «Χάννα Κ.» (1983) το κράτος του Ισραήλ, αλλά και από την άλλη πλευρά κριτικάρισε με ένταση το σταλινισμό στην «Ομολογία» (1970) και την επαναστατική βία στην «Κατάσταση Πολιορκίας» (1973). Για τις τελευταίες δύο ταινίες, μάλιστα, του ασκήθηκε δριμεία κριτική από την αριστερά τόσο στην Ελλάδα όσο και στη Γαλλία. Ο ίδιος δείχνει να μην κρατά κακία στους παλιούς επικριτές του, θεωρώντας ότι ανήκουν σε μια παλιότερη γενιά αριστερών που παραπλανήθηκε και ταυτόχρονα έκανε ιστορικά λάθη: «Ξεκίνησαν και προσπάθησαν με καλές ιδέες, αλλά στο τέλος πίστεψαν πιο πολύ από τις ιδέες σε αυτούς που τις υπαγόρευαν και πιο συγκεκριμένα στη Σοβιετική Ένωση. Αυτό ήταν το μοιραίο λάθος, το ότι δηλαδή όλα πέρασαν στα χέρια των σταλινικών και των μπρεζνιεφικών. Τους ακολούθησαν πιστά, με θρησκευτική ευλάβεια, τόσο στην Ελλάδα όσο και στη Γαλλία». Ο πάντοτε πολιτικά ανήσυχος σκηνοθέτης φαίνεται να είναι αισιόδοξος, κάτι που είναι ιδιαίτερα εμφανές και στο καινούργιο «Κεφάλαιο» της πλούσιας φιλμογραφίας του, μια ταινία που μας φέρνει σε επαφή με τις ατραπούς του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος. Οι ιδεολόγοι τού σήμερα δεν έχουν «καμία σχέση με την παλιά γενιά. Έχουν τις δικές τους ιδέες, τις οποίες υπερασπίζονται με πάθος και θέλουν να πολεμήσουν γι’ αυτές μέχρι τέλους». Ο στόχος όμως πλέον δεν είναι ορατός και ξεκάθαρος όπως παλιότερα: νεαροί τεχνοκράτες που κρύβονται σε μπανανίες φορολογικούς παραδείσους με τροπικά ονόματα, off shore εταιρείες-φαντάσματα κι ένα κεφάλαιο άυλο και αεικίνητο, που ταξιδεύει με ταχύτητα φωτός δημιουργώντας χάρτινα υπερκέρδη. Όλα αυτά οδήγησαν τον Κώστα Γαβρά στην απόφαση να κάνει μια πολιτική ταινία για το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα, χρησιμοποιώντας, όπως και στο «Τσεκούρι», το μαύρο χιούμορ για να περιγράψει την ηθική σκοτεινιά της εποχής μας: «Είναι αλήθεια ότι βλέπω τα πράγματα με περισσότερη ειρωνεία. Δεν ξέρω, παλιά είχαμε ξεκάθαρα διλήμματα^ όχι απαραίτητα σωστά, αλλά ξεκάθαρα: δεξιά-αριστερά, Ανατολή-Δύση. Τώρα υπάρχουν φανατισμοί της στιγμής –ο Γιωργάκης θα μας σώσει, όχι ο Κωστάκης θα μας σώσει– και απογοήτευση διαρκείας». 

Το «Κεφάλαιο» και οι άνθρωποι της νέας εποχής

Μετά το «Παράδεισος στη Δύση» και το μεταναστευτικό ζήτημα, ο Κώστας Γαβράς χτυπάει στη ρίζα του κακού το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό κατεστημένο, που βλέπει τους ανθρώπους σαν νούμερα και τα κράτη σαν αναλώσιμα στρατιωτάκια στο διεθνές πολιτικοοικονομικό σκάκι. «Έπεσα πάνω σε ένα δοκίμιο του Ζαν Περελεβάντ, ενός αντισυμβατικού τραπεζίτη, το οποίο μου αποκάλυψε έναν ενδιαφέροντα κόσμο από την εσωτερική, σκοτεινή πλευρά. Κατόπιν διάβασα το “Κεφάλαιο” του Στεφάν Οσμόν, το οποίο αμέσως θέλησα να κάνω ταινία και στο οποίο έμεινα πιστός ως ένα σημείο, κυρίως στο πρώτο του μισό. Το τέλος του φιλμ είναι εντελώς διαφορετικό, πιο ελαφρύ, αλλά κατά τη γνώμη μου πιο πικρό και πιο κοντά στην πραγματικότητα». Πρωταγωνιστής του φιλμ είναι ο Μαρκ Τουρνέιγ, ένα από τα γρανάζια του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος. «Είναι κυνικός, ένας άνθρωπος της νέας εποχής. Δεν είναι θετικός ήρωας, αλλά όπως στο “Τσεκούρι”, έτσι και στο “Κεφάλαιο” δεν ήθελα να καλοπιάσω τον θεατή. Προσπάθησα να τον ανησυχήσω λιγάκι. Ο Τουρνέιγ είναι συμπαθητικός, είναι γοητευτικός, όπως τα υψηλόβαθμα στελέχη των τραπεζών με τα οποία συναντήθηκα. Άνθρωποι συγκροτημένοι, εύχαρεις, μορφωμένοι, αλλά υπηρέτες ενός απάνθρωπου μηχανισμού που μοναδικό σκοπό έχει το κέρδος». 

Αισιοδοξία και νέα ελληνική πραγματικότητα

Αν και βρίσκεται έξι δεκαετίες μακριά από την Ελλάδα, ο Κώστας Γαβράς παρακολουθεί στενά τη νέα πολιτική πραγματικότητα της χώρας, όπως αυτή διαμορφώθηκε μετά την κρίση χρέους, την εφαρμογή των μνημονίων και την εντυπωσιακή άνοδο της ακροδεξιάς στην Ελλάδα. Ο ίδιος επισκέπτεται πολύ συχνά την πατρίδα του, διαθέτοντας πάντα μια ψύχραιμη ματιά απέναντι στην πολιτική κατάσταση κι ένα πηγαία θετικό πνεύμα: «Είμαι αισιόδοξος για το μέλλον. Φυσικά είμαι. Έχουμε περάσει μεγάλες καταστροφές, ακόμη και πρόσφατα. Την Κατοχή, τον Εμφύλιο… Και οι βάρβαροι, όπως η Χρυσή Αυγή τώρα, υπήρχαν πάντα στην Ελλάδα. Οι Χίτες, το ακροδεξιό παρακράτος, οι συνταγματάρχες, όλοι αυτοί. Αλλά ζήσαμε μερικά χρόνια πλαστής ευημερίας και τα ξεχάσαμε. Μη νομίζετε όμως πως οι περισσότεροι από αυτό το 7-8% της Χρυσής Αυγής είναι φασίστες. Κάθε άλλο. Απλώς νιώθουν ότι από εκεί ακούν μια φωνή που τους προτείνει λύσεις. Αλλά λύσεις με τα καδρόνια δεν έρχονται. Ποτέ δεν ήρθαν και αυτό είναι ζήτημα παιδείας για να το καταλάβει κάποιος». Σε κάθε συνέντευξη του ο Κώστας Γαβράς δεν παραλείπει να θίξει το καυτό θέμα της παιδείας, την αχίλλειο πτέρνα της σύγχρονης Ελλάδας. Το διαχρονικό έλλειμμα εκπαίδευσης βρίσκεται στον πυρήνα κάθε παθογένειας στη λειτουργία του κράτους και της κοινωνίας γενικότερα για τον Έλληνα σκηνοθέτη. «Στη χώρα μας η έλλειψη παιδείας είναι μεγάλο πρόβλημα, το οποίο είδα ζωντανά όταν πήγα να σπουδάσω στη Γαλλία. Τέλειωσα το γυμνάσιο στην Αθήνα και από το σχολείο δεν μας πήγαν ούτε μία φορά στον Παρθενώνα. Αυτοί, από την Ιστορία μέχρι τα φιλολογικά και το σινεμά, ήταν πολύ μπροστά. Έκανα κουπί πολλά χρόνια και πάλι νιώθω πως έχω ελλείψεις. Εδώ δεν μας μαθαίνουν αυτά που πρέπει, μας μαθαίνουν όμως να επαναπαυόμαστε και να κοιτάζουμε την ησυχία μας^ τη βόλεψή μας. Πώς θα τελειώσουμε το σχολείο, μετά το πανεπιστήμιο και μετά πώς θα βρούμε μια δουλειά στο Δημόσιο. Αλλά η ζωή δεν είναι εξασφάλιση, είναι ανησυχία. Είναι δημιουργία, ειδικά όταν είσαι νέος. Εδώ μας κατηχούν στο αντίθετο…»

Η Ταινιοθήκη και ο Γαβράς

Πρόεδρος της Ταινιοθήκης της Γαλλίας συνολικά επί μία δεκαετία (1982-87 και από το 2007 μέχρι σήμερα), ο Κώστας Γαβράς γνωρίζει καλύτερα από τον καθέναν την εξέχουσα σημασία ενός τέτοιου πολιτιστικού οργανισμού. Όπως δηλώνει και ο ίδιος χαρακτηριστικά: «Η Ταινιοθήκη είναι η κινηματογραφική ιστορία μας, ένα βασικό κομμάτι της πολιτιστικής μας παιδείας. Και η παιδεία, όπως είπαμε, είναι η μόνη ουσιαστική απάντηση στα πολιτικά και κοινωνικά προβλήματα τα οποία αντιμετωπίζει η κάθε εποχή. Στην Ταινιοθήκη της Γαλλίας γίνεται σπουδαία δουλειά τόσο όσον αφορά τη συντήρηση όσο και την προβολή των ταινιών. Στην Ελλάδα πρέπει να αναδείξουμε και να ενισχύσουμε το ρόλο των ταινιοθηκών και είναι ευχάριστο το ότι πρόσφατα εγκαινιάστηκε η Ταινιοθήκη της Θεσσαλονίκης. Είναι τα κινηματογραφικά σχολεία μας, εκεί όπου μαθαίνουμε τις ταινίες του παρελθόντος, οι οποίες καθορίζουν τις εικόνες του μέλλοντός μας». Η Ταινιοθήκη της Ελλάδος έχει ετοιμάσει μια πλήρη ρετροσπεκτίβα για το έργο του Κώστα Γαβρά από την Τρίτη 29/1 μέχρι την Τετάρτη 6/2. 

Σχετικά Θέματα