Συνέντευξη

Κορνέλιου Πορουμπόιου: «Διασκέδασα αφάνταστα παίζοντας με τα κλισέ του φιλμ νουάρ»

Από -

Οι «Σφυριχτές» είναι ένα πρωτότυπο νεο-νουάρ γυρισμένο στις Κανάριους Νήσους. Ταυτόχρονα αποτελούν συνέχεια της ταινίας-σταθμός του νέου ρουμάνικου σινεμά «Αστυνομία, Ταυτότητα». Ο δημιουργός τους μας δίνει όλες τις εξηγήσεις.

Από πού ξεκίνησε η ιδέα μιας αστυνομικής πλοκής η οποία βασίζεται στη χρήση ενός κώδικα συνεννόησης με σφυρίγματα;
Πριν από δέκα χρόνια είδα μια εκπομπή στη γαλλική τηλεόραση για ανθρώπους στην Ισπανία οι οποίοι «μιλούν» και καταλαβαίνουν αυτήν τη γλώσσα των σφυριγμάτων. Μου έκανε μεγάλη εντύπωση και μετά τη σχετική έρευνα άρχισα να δουλεύω το σενάριο, βασισμένο στο εύρημα ενός κώδικα που κάποιοι χρησιμοποιούν για να συνεννοούνται χωρίς να τους καταλαβαίνουν οι υπόλοιποι. Η ιδέα με οδήγησε σε φυλακισμένους, μαφιόζους κι ένα αστυνομικό θρίλερ.

Πόσο δύσκολο είναι να το ­μάθει κάποιος ως τεχνική;
Δοκίμασα μόνος μου να μάθω τα βασικά, αλλά δεν είμαι καλός στο σφύριγμα, ούτε είχα το χρόνο να ασχοληθώ επισταμένα. Μου φάνηκε πολύ δύσκολο...

Ο διεφθαρμένος αστυνομικός Κρίστι, ο οποίος καλείται να μάθει τη συγκεκριμένη γλώσσα για να απελευθερώσει έναν μαφιόζο από τη φυλακή, είναι ο ίδιος χαρακτήρας με τον πρωταγωνιστή της ταινίας σας «Αστυνομία, Ταυτότητα».
Ήθελα να ξαναπιάσω την ιστορία του αστυνομικού από εκεί που την είχα αφήσει. Νομίζω πως είναι ένας εξαιρετικά ενδιαφέρων χαρακτήρας, ο οποίος κινείται στα όρια δικαίου και αδίκου, καθήκοντος και συμφέροντος. Ήθελα να εξετάσω πιο διεξοδικά την ηθική του και τα όριά της, τα οποία αφορούν άμεσα την ηθική της κοινωνίας γύρω του. Στην ουσία πρόκειται για την ιστορία της Ρουμανίας ύστερα από δέκα χρόνια.

Η ταινία δεν έχει γραμμική αφήγηση και δομείται σαν παζλ. Ήταν μια σεναριακή απόφαση που πήρατε εξαρχής;
Η όλη περιπέτεια του ήρωά μας ­είναι ένα μάθημα ζωής γι’ αυτόν. Προχωρά, δοκιμάζεται, μαθαίνει και αναπροσαρμόζει τις μεθόδους του, όπως ανάλογα αισθάνεται και ο θεατής απέναντι στην ταινία. Νομίζω πως το μπρος πίσω στο χρόνο, αντί να μας μπερδεύει, μας βοηθάει να καταλάβουμε καλύτερα τα γεγονότα και να συμπληρώσουμε σωστά το παζλ της ιστορίας.

Οι αναφορές στο φιλμ νουάρ είναι ξεκάθαρες. Τόσο άμεσες, όπως το ότι την ηρωίδα λένε Γκίλντα, όσο και πιο ουσιαστικές, από τα θεματικά κλισέ του είδους μέχρι την όλη ατμόσφαιρα.
Διασκέδασα αφάνταστα παίζοντας με τις εικόνες, τους χαρακτήρες και όλους τους κώδικες του νουάρ. Υπάρχουν ευθείες σινεφίλ αναφορές, όπως στο «Ψυχώ» και στην «Τζίλντα», τις οποίες αντιλαμβάνεται εύκολα ο θεατής, αλλά αυτό που με ενδιέφερε πραγματικά ήταν ολόκληρο το είδος του κλασικού αστυνομικού και πώς αυτό λειτουργεί στο παρόν. Με ενδιέφερε επίσης πολύ όλο αυτό το παιχνίδι των ρόλων και των πλαστών ταυτοτήτων στο οποίο συμμετέχουν τα πρόσωπα της ταινίας. Ήθελα να ερευνήσω τη γοητεία και τον κίνδυνο να υποδυόμαστε έναν άλλον χαρακτήρα. Το πώς χάνουμε τον εαυτό μας μέσα από αυτήν τη «μεταμφίεση» είναι ένα πολύ επίκαιρο θέμα στην εποχή μας.

Γιατί επιλέξατε τη Σιγκαπούρη ως ντεκόρ της τελικής σκηνής;
Ο κήπος είναι μια έννοια που επιστρέφει συνέχεια στο φιλμ και αυτό με οδήγησε στη Σιγκαπούρη. Υπάρχει ο κήπος στο σπίτι της μητέρας, το νησί στην Ισπανία είναι ένα είδος κήπου και η Σιγκαπούρη έχει αυτούς τους μεταμοντέρνους, τεχνητούς κήπους που δίνουν μια εντυπωσιακή αλλά και ειρωνική διάσταση στη λογική τού να προσπαθείς να φτιάξεις κάτι όμορφο, απομονωμένο και προστατευμένο από το υπόλοιπο περιβάλλον.

Υπάρχει και η ξεκάθαρη σχέση κάθε χαρακτήρα με ένα χρώμα.
Πράγματι η ταινία χωρίζεται σε κεφάλαια και ο κάθε βασικός χαρακτήρας παίρνει στο δικό του τα αφηγηματικά ηνία. Στο καθένα τους κυριαρχεί κάποιο ξεχωριστό χρώμα. Νομίζω πως αυτό δίνει δια­φορετικό τόνο στη μουσικότητα της αφήγησης, σαν να υπάρχει ένα ξεχωριστό μουσικό λάιτ μοτίφ για τον καθέναν από τους ήρωες.

Έχει περάσει σχεδόν μία δεκαπενταετία από την έκρηξη του νέου ρουμάνικου σινεμά. Πώς βλέπει σήμερα την εξέλιξή του ένας από τους πρωτεργάτες του;
Στην αρχή οι περισσότερες ταινίες όλων μας ήταν κοινωνικά δράματα, αν και υπήρχαν φυσικά διαφορές στον τρόπο με τον οποίο σκηνοθετούσαμε. Αλλιώτικες οι ταινίες του Μουντζίου από τις δικές μου ή του Πουίου, αν και ο κοινωνικός περίγυρος ή οι ήρωές μας είχαν πολλά κοινά. Η μετάβαση από την εποχή του Τσαουσέσκου σε αυτήν της Ευρωπαϊκής Ένωσης ήταν κάτι πρωτόγνωρο για όλους μας. Γκρεμίστηκαν ταμπού, γεννήθηκαν ιδέες, βγήκαν στην επιφάνεια αντιφάσεις...
Με το πέρασμα των χρόνων υπάρχει μια τάση για πειραματισμό με τα κινηματογραφικά είδη, ένας θεματικός πλουραλισμός και η επιρροή των νεότερων σκηνοθετών που έρχονται ύστερα από εμάς. Όλα αυτά δημιουργούν ένα πολύ ενδιαφέρον μείγμα από ιδέες και τρόπους έκφρασης, μέσα από τους οποίους ο καθένας μας βρίσκει το δρόμο του, ενώ παράλληλα το ρουμάνικο σινεμά διατηρεί τη δυναμική και τη φρεσκάδα του.

Σχετικά Θέματα