Συνέντευξη

Η Ζουλιά Ντικουρνό μιλά περί τρόμου, χιούμορ και Ντέιβιντ Κρόνενμπεργκ με αφορμή το «Raw»

Από -

Εντυπωσιακά όμορφη κι εξίσου ταλαντούχα, η 34χρονη Γαλλίδα σκηνοθέτις μιλάει για το «Raw», ένα εναλλακτικό θρίλερ που σοκάρισε το κοινό του Φεστιβάλ Τορόντο και βραβεύτηκε από τους κριτικούς στις Κάνες.

Ποια είναι η σχέση σας με τα θρίλερ και τις ταινίες τρόμου;
Έξι χρόνων, προφανώς κατά λάθος, έπεσα πάνω στον «Σχιζοφρενή Δολοφόνο με το Πριόνι» στην τηλεόραση κι ενθουσιάστηκα. Δεν φοβήθηκα γιατί το είδα σαν καρτούν, αλλά αργότερα ήρθαν η «Νύχτα με τις Μάσκες», το goth, ο Λάβκραφτ και ο Πόε. Στο σχολείο έγραφα κάτι παράξενες εκθέσεις και ο δάσκαλος ανησυχούσε για μένα. Δεν ξέρω, ίσως επειδή οι γονείς μου είναι γιατροί, είχα συνηθίσει από πολύ μικρή συζητήσεις για ασθένειες, για το θάνατο. Έτσι ένιωσα πολύ οικεία όταν είδα τις ταινίες του Ντέιβιντ Κρόνεν­μπεργκ, εντυπωσιάστηκα από την κλινική, αποστασιοποιημένη ματιά του και το θέμα της μεταμόρφωσης το οποίο τον απασχολεί σταθερά. Με ενδιαφέρει πολύ κι εμένα, καθώς πιστεύω πως η μεταμόρφωση είναι το αντίθετο της ακινησίας και του κομφορμισμού. Υπάρχουν πολλοί τρόποι να την εξερευνήσεις...

Θα συμφωνούσατε ότι το «Raw» είναι μια ταινία τρόμου;

Είναι ταινία είδους, αλλά όχι τρόμου. Δεν μου αρέσει να κατηγοριοποιώ με αυστηρότητα τα πράγματα, οπότε θα έλεγα πως το «Raw» είναι ένα crossover ανάμεσα στο δράμα, στην κωμωδία και, φυσικά, στο θρίλερ τρόμου. Ξέρετε πως το πιο δύσκολο πράγμα στην υλοποίηση της ταινίας ήταν ακριβώς αυτή η μείξη των ειδών; Επί τρία χρόνια που έγραφα το σενάριο προσπαθούσα να ξεκαθαρίσω το στιλ και το κινηματογραφικό είδος. Τελικά, και μάλλον για καλό, άφησα τα πράγματα να προχωρήσουν στο μυαλό μου χωρίς ταμπέλες.

Γιατί επιλέξατε να κινηθείτε γύρω από το θέμα του κανιβαλισμού;
Η ηρωίδα μας είναι φανατική­ χορτοφάγος. Η επιλογή έγινε­ απλώς για να προχωρήσει η ιστορία, η οποία έχει να κάνει με το σοκ τού να βιώνεις μια μεγάλη αλλαγή, να βρίσκεσαι ξαφνικά στην αντίθετη θέση από αυτήν που είχες συνηθίσει, κάτι το οποίο αντιπροσωπεύει εδώ ο κανιβαλισμός.

Υιοθετήσατε ένα σκηνοθετικό ύφος που θυμίζει Κρόνεν­μπεργκ, κυρίως στις πρώτες ταινίες του, αλλά και μια ’70s ατμόσφαιρα. Γιατί;
Ήθελα μια αντι-ακαδημαϊκή οπτική, λίγο παλιομοδίτικη και λίγο παραισθητική. Να παραπέμπει διακριτικά σε εφιάλτη. Υπάρχει­ επίσης, από τη σκηνογραφία μέχρι τα καδραρίσματα, μια ενισχυμένη αίσθηση αταξίας και απειλής. Για παράδειγμα, ο φωτισμός στο δωμάτιο της ηρωίδας δεν είναι ποτέ ο ίδιος. Θέλαμε­ έτσι να τονίσουμε την έννοια της αλλαγής και το αίσθημα του μη οικείου, κάτι που συνειδητά ή ασυνείδητα φαίνεται πως μας φέρνει κοντά στον αγαπητό Κρόνενμπεργκ. Δεν υπάρχει πρόβλημα, αφού είναι καλή παρέα!

Όπως κι εσείς, έχει και αυτός μια ιδιαίτερη αίσθηση του μακάβριου χιούμορ.
Προσπάθησα να μην είμαι σοβαροφανής και υπάρχουν πολλά πράγματα στην ταινία που μου φαίνονται αστεία. Όπως είπε και ο Χίτσκοκ άλλωστε: «Δεν υπάρχει σασπένς χωρίς κωμική διάσταση και τρόμος χωρίς γέλιο».

banner