Συνέντευξη

Η Ζακλίν Λέντζου μας μιλά για το «Τέλος του Πόνου (Μια Πρόταση)» λίγο πριν την πρεμιέρα στο Λοκάρνο

Από -

Δύο χρόνια μετά το αφοπλιστικά τρυφερό «Έκτορας Μαλό: Η Τελευταία Μέρα της Χρονιάς», το οποίο απέσπασε το πρώτο βραβείο μικρού μήκους στην Εβδομάδα της Κριτικής στο φεστιβάλ των Κανών, η ταλαντούχα Ζακλίν Λέντζου επιστρέφει σε μια σημαντική ευρωπαϊκή διοργάνωση με τη νέα μικρού μήκους της «Το Τέλος του Πόνου (Μια Πρόταση)» («The End of Suffering (A Proposal)»).

Στο φεστιβάλ του Λοκάρνο αυτήν τη φορά, όπου το 2016 είχε παρουσιάσει την «Αλεπού» αποσπώντας το βραβείο καλύτερης ταινίας από την Επιτροπή Νέων, η Λέντζου προετοιμάζεται για τη διαδικτυακή λόγω της πανδημίας πρεμιέρα της ταινίας της στις 9 Αυγούστου. Μέσω της πλατφόρμας Festival Scope, η ψηφιακή θέαση του φιλμ είναι δωρεάν και ανοιχτή στο κοινό, έτσι για όσο είναι διαθέσιμες οι virtual θέσεις για την ταινία μπορείτε από αύριο να τη δείτε εδώ.

Το «Τέλος του Πόνου (Μια Πρόταση)» έρχεται σε μια περίοδο εντατικής δουλειάς για τη Λέντζου, η οποία ετοιμάζει το μεγάλου μήκους ντεμπούτο της «Σελήνη, 66 Ερωτήσεις». Το «Τέλος...» με πρωταγωνίστρια τη Σοφία Κόκκαλη, αφορά μια νεαρή γυναίκα η οποία καθώς βιώνει έναν πανικό έρχεται σε επαφή με το Σύμπαν κι ακολουθεί μεταξύ τους ένας αλλόκοσμος διάλογος.

Με υλικά τα χειροπιαστά συναισθήματα και το αίσθημα του κατεπείγοντος, η ταινία μας υπενθυμίζει πως το σινεμά είναι πρωτίστως διαφυγή, ένας φαντασιακός χώρος όπου απαλύνονται οι φόβοι και πραγματώνονται οι επιθυμίες μας. Στο «Τέλος...» το γλυκόπικρο χιούμορ εναρμονίζεται με την ειλικρινή μελαγχολία, διατηρώντας σε όλη του τη διάρκεια μια ενδοσκοπική διάθεση και αποστάσεις ασφαλείας από την επιτήδευση.

Λίγο πριν την πρεμιέρα της ταινίας, η Ζακλίν Λέντζου απαντά στις ερωτήσεις μας για αυτήν, αλλά και την ιδιαίτερη συγκυρία στην οποία παρουσιάζεται το κοινό η νέα δημιουργία της.

Παρότι η ταινία συστήνεται στο δελτίο τύπου ως μια «πλανητική συμφωνία», πρόκειται σαφώς για ένα πολύ προσωπικό φιλμ. Σα να γυρίστηκε ως επιτακτική δημιουργική διέξοδος από κάτι ασφυκτικό. Είναι έτσι;
Είναι έτσι, γιατί σχεδόν πάντα έτσι είναι.
Φαντάζομαι το στοιχείο του επιτακτικού αφορά όλους τους δημιουργούς. Πρέπει να το φτιάξεις, πρέπει να το γράψεις, πρέπει να το σχεδιάσεις, τώρα. Αν δεν πρέπει, τότε γιατί;
Τον  Ιούνιο του 2019 λοιπόν, λίγο πριν γίνω 30 (συμβολικό;) συνήλθα από ένα τεράστιο σκοτάδι – εξ ου και ο «κωμικός» τίτλος. Ένιωθα ότι τελείωσε ο πόνος, τουλάχιστον ο δικός μου. Επικοινώνησα την ιδέα μου στη Φένια (σ.σ.: Κοσοβίτσα, παραγωγός), και ενώ παράλληλα ετοιμάζαμε τη «Σελήνη...», με εμπιστεύτηκε, μου είπε «όρμα».
Πήγαμε και το κάναμε με φοβερή όρεξη. Δεν υπήρχε ακριβώς προετοιμασία, είχε λογική «HIWA», είχε τη λογική «πάμε να φτιάξουμε ένα ψευδοντοκιμαντέρ για τον  Άρη, ένα από τα πολύ απλά που θα έβλεπες μεσημέρι καλοκαιριού σε κάποιο τοπικό κανάλι. Αυτά τα υπνωτιστικά». Είχε λογική;
Όποτε θα έλεγα ότι ναι, είναι μια προσωπική πλανητική συμφωνία.

Στο σύνολό της η ταινία μου άφησε την εντύπωση πως αποτελεί τρόπον τινά μια άσκηση ηρεμίας της ηρωίδας. Την κυριεύει αιφνίδιος πανικός και στη συνέχεια φαντασιώνεται ένα διάλογο με το υπερπέραν ώστε να «δραπετεύσει» από την πραγματικότητα. Είναι σαν η πρωταγωνίστρια να έχει κλείσει τα μάτια και να βλέπουμε την ταινία μέσα στο μυαλό της.
Πιστεύω πώς για να έρθει κάποιος αντιμέτωπος με αυτό το ύπουλο και γνώριμο (στους πληγωμένους) «γιατί» («Γιατί είμαι εδώ; Γιατί υπάρχω;»), σημαίνει ότι ο πόνος και ο φόβος αποτελούν δυστυχώς μόνιμα περιβάλλοντα για τις σκέψεις του.
Η Σοφία στην ταινία αναπαριστά έναν τέτοιον άνθρωπο. Τη βλέπουμε να κλαίει, τη βλέπουμε να τρέχει για να ξεφύγει, την ακούμε να αναπνέει.
Και βέβαια η ταινία είναι μια άσκηση ηρεμίας, και μου αρέσει να υπάρχει αμφιβολία για το αν κατασκευάζει τον διάλογο ή αν ο διάλογος όντως λαμβάνει χώρα με έναν τρόπο τηλεπαθητικό. Τι την καθιστά πιο «πειραγμένη»; Το να μιλάει με τον εαυτό της κατ’ αυτόν τον τρόπο ή το να συνομιλεί με το Σύμπαν;
Σκέφτομαι πως σε δύσκολες φάσεις σηκώνω το  κεφάλι μου ψηλά, προς τον ουρανό. Με τον καιρό συνειδητοποίησα ότι δεν με τραβά απλώς η ομορφιά του, τα αστέρια, τα σύννεφα. Είναι η αίσθηση ότι ανήκω κάπου. Με «χωράει» ολόκληρος ο κόσμος, από εκεί που δε με χωρούσε το ίδιο μου το σώμα. Έχω σπίτι μου τον κόσμο, όπως όλοι μας, και αυτό είναι πολύ ανακουφιστικό.
(Ακόμα και με αμφιβολία για το εάν ισχύει ή όχι.)

Αν και υφολογικά υπάρχουν στοιχεία sci-fi, η ταινία αποφεύγει να ενταχθεί σε συγκεκριμένες κατηγορίες. Η επιστημονική φαντασία άρα έρχεται ως ένα μέσο για αποστασιοποίηση και ανακάλυψη ενός άλλου πιο χαρμόσυνου τόπου, όπως είναι ο πλανήτης Άρης στην ταινία;
Ένα από τα πρώτα πράγμα που το Σύμπαν λέει στη Σοφία είναι θα πρέπει να πάψει το συνήθειο της κατηγοριοποίησης, οπότε μοιάζει σαν και η ίδια η ταινία να υπακούει και κατά συνέπεια να μην εντάσσεται.
Είναι μια παθογένεια του κόσμου, όπως τον έχουμε φτιάξει, να πρέπει όλα να εμπίπτουν κάπου. Εάν δεν εμπίπτουν, η κοινωνία μοιάζει να τρομάζει, να ταράζεται και να προτιμάει να εξολοθρεύσει οτιδήποτε δεν επιδέχεται σαφείς ταμπέλες. Έτσι έχουμε γαλουχηθεί από σπίτια και σχολεία και δυστυχώς είναι ξεκάθαρο ότι είναι πηγή τεράστιων αδικιών, προβλημάτων, παρεξηγήσεων και εν τέλει πόνου.
Έτσι την ταινία την συστήνω ως την πρώτη μου «μαύρη κωμωδία επιστημονικής αρτ φαντασίας».
Είναι ο πλανήτης Άρης πιο χαρμόσυνος τόπος; Δεν είμαι σίγουρη. Πιστεύω πολλοί άνθρωποι εάν κάτσουν και σκεφτούν τι προτείνει η ταινία σαν τρόπο ύπαρξης και συνύπαρξης, δε θα χαρούν. Πόσο εθισμένοι είμαστε στο άγχος, στον χρόνο και στους περιορισμούς του, πόσο εθισμένοι είμαστε στον φόβο;
Θέλουμε να είμαστε ελεύθεροι από ό,τι μας μαστίζει ή έχουμε σύνδρομο Στοκχόλμης με τα προβλήματα μας;

Έχει ενδιαφέρον η επιλογή σου να χρησιμοποιήσεις τους υπότιτλους ως εργαλείο της αφήγησης. Πώς κατέληξες σε αυτήν την απόφαση;
Ήταν μεγάλη η συζήτηση για το πώς θα ακούγεται το Σύμπαν. Θα έχει φωνή; Εάν ναι, τι φύλου θα είναι; Τι θα σήμαινε να έχει αντρική φωνή ακολουθώντας την κινηματογραφική παράδοση του πως ακούγεται συνήθως ο Θεός; Αντίστοιχα τι θα σήμαινε να έχει γυναικεία φωνή που μιλάει σε μια νεαρή γυναίκα; Θα γινόταν για το κοινό μια άλλη μάνα;
Για καιρό υπήρχαν μόνο υπότιτλοι, πράγμα που ενδυνάμωνε την ιδέα ότι βλέπουμε έναν εσωτερικό διάλογο. Δεν ακούς, αλλά είναι σαν να διαβάζεις τις σκέψεις σου.
Όταν κλείναμε την ταινία, φέτος τον χειμώνα, ο Λέανδρος (σ.σ.: Ντούνης, σχεδιαστής ήχου) είχε την ιδέα να φτιάξουμε έναν ήχο που είναι ακαθόριστος και παράλληλα πολύ συγκεκριμένος. Έτσι φτιάχτηκε αυτός ο περίεργος ήχος που έχει μέσα λίγο και από τη φωνή μου. (Μ' αρέσουν τα «υπερυπόγεια» cameo.)

Στο τέλος ακούγεται ένα τραγούδι που μάλλον λίγοι είναι εκείνοι που το γνωρίζουν. Εσύ πώς το ανακάλυψες;
Το τραγούδι το ανακάλυψα σε ένα πάρτι της Ισαβέλλας, Φεβρουάριο του '18. Το θυμάμαι έντονα γιατί ήταν το μόνο σημείο στο πάρτι στο οποίο σηκώθηκα από τον καναπέ και κάπως παρίστανα ότι χορεύω με σκοπό να κάνω Shazam. «Τυλιγμένοι στο Χάος» διάβασα και είπα εδώ είμαστε.
Είχα συγκινηθεί πάρα πολύ από την –για το σήμερα- παραδοξότητα των στίχων και αυτό με ώθησε στο να εξερευνήσω παραπάνω το φαινόμενο Κασσιανή-Αννίτα Κουτσουβέλη.
Προς φοβερή μου έκπληξη, τη λεγόμενη σημαδιακή, μέσα σε όλα τα υπέροχα που έφτιαχνε αυτή η γυναίκα, έμαθα πως το 2009 ξεκίνησε, για πρώτη φορά στην Ελλάδα, εορτασμό Πανσελήνου στη Μάνη από όπου και καταγόταν. Δεδομένης αγάπης μου για τη σελήνη, αυτόματα αγάπησα και την Αννίτα.

Η Σοφία Κόκκαλη πρωταγωνιστεί σε μια ακόμα μικρού μήκους σου, ενώ στους συντελεστές βρίσκουμε κι άλλους σταθερούς συνεργάτες, όπως ο διευθυντής φωτογραφίας Κωνσταντίνος Κουκουλιός. Πόσο σημαντικό είναι να δουλεύεις με μια συγκεκριμένη ομάδα η οποία ενδεχομένως αντιλαμβάνεται άμεσα το όραμά σου;
Η λέξη «σημασία» είναι κάπως ψυχρή. Οπότε δυσκολεύομαι να απαντήσω στο πόσο σημαντικό είναι.
Είναι η φυσική μου αντίδραση με το που καταφτάσει μια ιδέα, αφού την αφήσω να χτίσει και να χτιστεί μέσα μου, να την επικοινωνήσω στον Κωνσταντίνο, στην Εύα (σ.σ.: Γουλάκου, σκηνογράφος), στη Φένια, στη  Σμαρώ (σ.σ.: Παπαευαγγέλου, μοντάζ). Είναι κάπως οικογενειακό το σύστημα μου, νομίζω αυτή μου η τάση μοιάζει με το παιδικό συνήθειο του «α, είδα αυτό το καταπληκτικό πράγμα σήμερα, να το πω στη μαμά μου».
Χρειάζομαι σταθερότητα και συνέπεια, χρειάζομαι δεσμούς και εμπιστοσύνη για να φτιάξω το οτιδήποτε. Είναι από τα αγαπημένα μου πράγματα στον κόσμο να είμαι στο σετ με τους δικούς μου. Κάπως ο χώρος γίνεται ένα άπλετο πεδίο παιχνιδιού, χαράς και πιθανοτήτων, και είμαι παραπάνω από ευγνώμων για αυτήν την ενέργεια. Είναι μαγική!
Η Σοφία. Η Σοφία είναι από τα σπουδαιότερα πρόσωπα της ζωής μου, έχω μινι-όραμα να είναι μέρος όλων των κόσμων που φτιάχνω-φτιάχνουμε. Νιώθω τύχη που τη γνώρισα, την αγάπησα, την έχω δίπλα μου.

Παράλληλα ετοιμάζεις το μεγάλου μήκους ντεμπούτο σου «Σελήνη, 66 Ερωτήσεις». Σε τι φάση βρίσκεται η ταινία και κατά πόσο επηρεάστηκε από το ξέσπασμα της πανδημίας;
Η καραντίνα ήρθε σαν από μηχανής θεός. Είχαμε μπει με Σμαρώ τόσο βαθιά στο υλικό και στις επιλογές μας, που εγώ προσωπικά είχα χαθεί.
Όταν ξανασυναντηθήκαμε με αφορμή τη «Σελήνη...», έμοιαζε σαν να είδαμε πρώτη φορά την ταινία. Την ίδια ταινία που μοντάραμε ακόμη και ανήμερα Χριστουγέννων λόγω κάποιας προθεσμίας, την ίδια ταινία που ξεψαχνίζαμε ασταμάτητα για μήνες.
Για μένα ήταν αποκαλυπτική εμπειρία, τόσο η απόσταση όσο και η επανένωση (με το υλικό και το σχήμα του).
Το αστείο/περίεργο είναι ότι κυριολεκτικά μια μέρα πριν την ανακοίνωση του lockdown, παίξαμε στο Μεξικό, στο φεστιβάλ της Καταπούλτα στο πλαίσιο του work-in-progress και πήραμε τρία βραβεία. Είναι σαν το σύμπαν να μας είπε, μπράβο ως εδώ, τώρα ξεκούραση!
Εύχομαι το 2021 τα πράγματα να εξομαλυνθούν και να δούμε την ταινία σε σινεμά, κανονικά, όπως παλιά, δίπλα-δίπλα.

Σχετικά Θέματα