Συνέντευξη

Η Χριστίνα Φοίβη μιλά για την τολμηρή και πολιτικά κοφτερή «Αμυγδαλιά»

Από -

Μπορεί να βρίσκεται στα πρώτα κινηματογραφικά βήματά της, ωστόσο η Χριστίνα Φοίβη έχει ήδη διακριθεί ως μία από τις πιο ενδιαφέρουσες νέες δημιουργούς του ελληνικού σινεμά. Τα βλέμματα στράφηκαν πάνω της πέρσι, όταν το ντεμπούτο της «Αμυγδαλιά» έκανε πρεμιέρα στο 21ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης, συμμετέχοντας μάλιστα στο διεθνές διαγωνιστικό τμήμα της διοργάνωσης.

Η ταινία ξεχώρισε τόσο εξαιτίας των θεματικών που θίγει, όπως οι διαφορετικές πτυχές της ελληνικότητας και οι προβληματισμοί πάνω στις ερμηνείες της θηλυκότητας, όσο και για το πειραματικό αταξινόμητο ύφος της. Μια αν μη τι άλλο ξεχωριστή μίξη, η οποία σπανίζει στο ελληνικό ντοκιμαντέρ, που παράλληλα επιδεικνύει τη δημιουργική τόλμη της Χριστίνας Φοίβη. Κάτι παραπάνω από ένα χρόνο μετά την πρεμιέρα της «Αμυγδαλιάς», η σκηνοθέτιδα παρουσιάζει ξανά στο κοινό την ταινία την Παρασκευή 18/9 στο Τριανόν (20.30, €7). Αμέσως μετά την προβολή ακολουθεί συναυλία από την ομάδα αφρικανικών κρουστών Sembe και συζήτηση με τους συντελεστές του ντοκιμαντέρ μαζί με τις ομιλήτριες Νουρ Σέικ και Μαρίνα Λυκοβουνιώτη από το Δίκτυο Ανθρώπων που Ακούνε Φωνές. Συντονίζει η Έλενα Χριστοπούλου.

Με αφορμή λοιπόν την προβολή συζητήσαμε με την Χριστίνα Φοίβη για την ουσία του ντοκιμαντέρ αλλά και το γεγονός πως παραμένει εξαιρετικά επίκαιρη σήμερα.

Το ντοκιμαντέρ βασίζεται αρκετά σε πολυσήμαντους συμβολισμούς και κάδρα με ξεκάθαρη σημειολογία. Σε ανησύχησε καθόλου το ενδεχόμενο μήπως το ύφος της ταινίας πάρει τα ηνία αυτού που ήθελες να πεις;
Κάθε ταινία αποτελείται από πολλαπλά συστατικά, όπως μία συνταγή μαγειρικής. Χρειάζεται να αναπτύξεις μία ζωντανή σχέση με τα συστατικά από τα οποία προκύπτει μια ταινία (τις εικόνες, τους ήχους, τον λόγο ή και την απουσία του) καθώς το περιεχόμενο της ταινίας που δημιουργείς, και την μεταξύ τους σχέση. Να αναρωτηθείς γιατί την κάνεις, από ποια θέση προσεγγίζεις το θέμα, να σκεφτείς «τι με αφορά εμένα σε αυτόν τον κόσμο στο οποίο έρχομαι και ξαναέρχομαι»; Αυτό που με απασχολεί στην περίπτωση της «Αμυγδαλιάς», η ξενο-ποίηση, είναι κάτι που κουβαλάω όπου πάω και σιγά σιγά με κουβαλά και αυτό.
Το ύφος οποιασδήποτε ταινίας δεν διαχωρίζεται από το περιεχόμενό της• η φόρμα μιας ταινίας είναι αλληλένδετη με αυτό που θέλω να πω. Στην «Αμυγδαλιά», η επιθυμία μου από την αρχή ήταν να μοιραστώ το βλέμμα μου, τον τρόπο που βλέπω, και που συναντιέται με το βλέμμα άλλων ατόμων με τα οποία έχω συνυπάρξει, μοιραστεί, και με τα οποία έχω πλέον έρθει κοντά μέσα από αυτή τη δημιουργική διαδικασία. Γιατί το να θέλουμε να δούμε μέσα από τα μάτια «άλλων» είναι κάτι που με απασχολεί. Με μία φράση, η απάντησή μου στην ερώτηση: το τι θέλω να πω συμπεριλαμβάνει το ύφος, δεν είναι κάτι ξεχωριστό ή ανεξάρτητο. Το τι και το πώς πάνε χέρι-χέρι.

Ένα από τα στοιχεία που δίνουν στην ταινία ξεχωριστό χαρακτήρα είναι το στήσιμο της σκηνοθεσίας. Πλάνα ρεαλιστικά διαδέχονται από άλλα μεταφορικά, πάντα σε συνδυασμό με την αφήγηση off που δίνει τον τόνο. Σε ποιόν βαθμό κατασκεύασες την «Αμυγδαλιά» στο μοντάζ; Ή μένεις πιστή σε αυτό που είχες εξαρχής στο μυαλό σου;
Το μοντάζ έπαιξε μεγάλο ρόλο στη σκηνοθεσία. Προσεγγίζω το μοντάζ ως ένα είδος προσωπικής γραφής, όπου ένα μέρος της σκηνοθεσίας προκύπτει μέσα από αυτήν. Παρόλα αυτά υπήρχε ένα πλάνο πριν ξεκινήσει το μοντάζ, το οποίο ήταν ανοιχτό στο διάλογο με το «εδώ και τώρα». Ακόμη και η χρονική στιγμή η οποία θα γίνει το μοντάζ επηρεάζει πάντα το αποτέλεσμα πιστεύω, όπως και οι εξωτερικές συνθήκες, αλλά και η εσωτερική μας ζωή, που διαρκώς και καθημερινά μεταβάλλεται. Στο μοντάζ δουλέψαμε μαζί με τον Γιάννη Λάσκαρη, χτίζοντας έναν από κοινού διάλογο μέσα από εικόνες και ήχους.
Σε αρκετά στοιχεία της «Αμυγδαλιάς» έμεινα πιστή στις αρχικές κατευθύνσεις, ενώ άλλα πράγματα προέκυψαν στην πορεία μέσα από την ίδια τη διαδικασία, την έρευνα, τον αυτοσχεδιασμό και το βίωμα. Το μοντάζ είναι για μένα μία κατασκευή, ένα χτίσιμο υλικών.

Είναι σαφής η προσωπική εμπλοκή σου στην ταινία, τόσο λόγω της πολυετούς προετοιμασίας, όσο και στο καθαυτό υλικό. Ταυτίζεις το βίωμα και το σινεμά;
Πιστεύω πως ό,τι δημιουργούμε είναι ένα καθρέφτης μας. Αντανακλά τις εμπειρίες μας, τα βιώματά μας, τις ιδέες, τις επιλογές μας, τα μοτίβα μας. Θα έλεγα ότι για μένα το σινεμά προκύπτει από βιώματα, συνομιλεί με αυτά, αλλά είναι και μία εμπειρία από μόνη της. Το να «δεις» και να ακούσεις μια ταινία αποτελεί ένα βίωμα. Οι ταινίες που θα δούμε κατοικούν μέσα μας, αποτελούν αναφορά, θα τις συζητήσουμε στις παρέες μας, θα επηρεάσουν τον τρόπο που βλέπουμε και αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο. Όταν κάτι μένει συστηματικά αόρατο στο σινεμά, αφήνει αόρατες όψεις της κοινωνικής ζωής. 
Με ενδιαφέρει το σινεμά που νοιάζεται για το βίωμα τόσο των θεατών όσο και αυτών που συμμετέχουν στην παραγωγή της ταινίας, και μπορεί και γεφυρώνει τους κόσμους αυτούς, τους φέρνει σε διάλογο με όρους ισοτιμίας, αξιοπρέπειας και σεβασμού.

Πως κάτι σκοτεινό κρύβεται πίσω από την καρτποσταλική εικόνα της Ελλάδας, το βλέπουμε ξανά με όσα τραγικά συμβαίνουν στη Λέσβο αυτήν την περίοδο. Κι η ταινία θίγει άμεσα σημαντικές πτυχές του προσφυγικού ζητήματος. Αν και βαρύγδουπη ερώτηση, πιστεύεις πως το σινεμά έχει τη δύναμη να αλλάξει βαθιά ριζωμένες νοοτροπίες;
Πιστεύω ότι το σινεμά μπορεί να ανοίξει τα μάτια μας, τα αυτιά μας, το μυαλό, τις αισθήσεις. Να μας μεταφέρει σε μέρη όπου μας διευρύνεται η αντίληψη. Το σινεμά μπορεί να είναι ένα μία ανοιχτή πρόσκληση να μετατοπίσουμε – έστω για λίγη ώρα – τη θέση από την οποία βιώνουμε τον κόσμο. Μπορεί να συμμετέχει στην καθημερινή καλλιέργεια της ενσυναίσθησης, καλώντας μας να προσεγγίσουμε άλλους κόσμους πέρα από τους δικούς μας προσωπικούς μικρόκοσμους. Μπορεί να αποτελέσει μέσο κοινωνικού και πολιτικού προβληματισμού και διαλόγου, αν το θέλει. Ωστόσο, παραμένει μόνο ένα κομμάτι της κοινωνικής μας ζωής.
Για μένα, το σινεμά, χρειάζεται – και οφείλει – να είναι σε διάλογο με την κοινωνία γενικότερα να μην απευθύνεται σε μεμονωμένες ομάδες. Ακόμα, να είναι ένα προσβάσιμο μέσο, το οποίο μπορεί να επιτευχθεί με προσβασιμότητα σε προβολές για άτομα με αναπηρίες, με προσιτές τιμές στα σινεμά, με προγράμματα που αναγνωρίζουν την γλωσσική ποικιλομορφία, ειδικές εκδηλώσεις με ελεύθερη είσοδο ή και με ελεύθερη συνεισφορά, σε κοινωνικούς χώρους, σε χώρους εκπαιδευτικούς, σε δημόσιους χώρους, πλατείες. Παράλληλα, είναι αναγκαίο να είναι προσβάσιμα και τα μέσα παραγωγής μιας ταινίας, π.χ. να υπάρχει επαρκές πλαίσιο δημόσιας στήριξης του σύγχρονου κινηματογράφου, να γίνεται προσβάσιμη η διαδικασία διεκδίκησης χρηματοδότησης για ανάπτυξη ταινιών από δημόσιους πόρους, να υπάρχουν ξεχωριστές κατηγορίες αιτήσεων για καλλιτέχνιδες και καλλιτέχνες σε διαφορετικά στάδια της σταδιοδρομίας τους (κατηγορία για νέες/νέους, κατηγορίες για ταινίες σκηνοθετών και σκηνοθετριών που έχουν ήδη κάνει π.χ. δύο ταινίες μεγάλου μήκους, όπως γίνεται και σε άλλες χώρες). Διαφορετικά τα άτομα που δημιουργούν ταινίες θα είναι λίγα, και θα αναπαριστούν κόσμους πολύ συγκεκριμένους, μη-συμπεριληπτικούς.
Όσο αφορά τα γεγονότα της περασμένης εβδομάδας στην Λέσβο, είναι μία ακόμη υπενθύμιση της ανισότητας και της αδικίας που καλά επικρατεί εδώ και πολλά χρόνια. Δεν θα έπρεπε ποτέ να υπήρχε μια Μόρια και Μόριες. Το τραγικό είναι ότι υπάρχουν εξ αρχής. Είναι εργαλεία δομικού ρατσισμού και τόπος/τρόπος εξόντωσης ανθρώπων, ψυχικά και σωματικά.

Η «Αμυγδαλιά» είχε μια πολύ καλή φεστιβαλική πορεία και χαρακτηριστική τη συμμετοχή στο διαγωνιστικό του φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Αν θέλεις πες μου πώς τη βίωσες και ποια είναι τα επόμενα σχέδιά σου.
Η πρεμιέρα της «Αμυγδαλιάς» στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης καθώς και οι επόμενες προβολές είχαν μεγάλο ενδιαφέρον για μένα. Στη Θεσσαλονίκη ήταν η πρώτη φορά που μια ταινία μου θα προβαλλόταν σε διεθνές φεστιβάλ. Ήταν επίσης πρώτη φορά που έζησα το συγκεκριμένο φεστιβάλ – όπου είχα βρεθεί παλαιότερα ως θεατής – ως σκηνοθέτιδα που παρουσιάζει νέα ταινία.
Κάθε προβολή είναι και ένα διαφορετικό συμβάν. Στην πρώτη προβολή της «Αμυγδαλιάς» στη Θεσσαλονίκη θυμάμαι φωνές κυρίων και κυριών να αντιδρούν όταν έβλεπαν σκηνές που ανατρέπουν ή διαπραγματεύονται με κάποιο τρόπο κάποιο σύμβολο, το τσαρούχι, το εικονοστάσι, το σώμα χωρίς ρούχα. Από τις φωνητικές τους αντιδράσεις αισθάνθηκα ένα ξάφνιασμα στην αίθουσα να απλώνεται.
Παράλληλα, παρατήρησα και στις δύο προβολές της Αμυγδαλιάς στην Θεσσαλονίκη ότι μιλούσαν περισσότερο άντρες* στα Q/A από ότι γυναίκες*, πράγμα που με προβλημάτισε, ειδικά επειδή η Αμυγδαλιά θέτει ξεκάθαρα στο επίκεντρό της βιώματα και φωνές γυναικών*. Ονειρεύομαι προβολές όπου γυναίκες* νιώθουν (νιώθουμε) άνετα να διεκδικήσουν χώρο στο δημόσιο λόγο, που πιστεύουν στις σκέψεις και στις ιδέες τους αρκετά ώστε να τις μοιραστούν δυνατά. Ο δημόσιος λόγος είναι σημαντικό μέρος χειραφέτησης και ενδυνάμωσης. Λένε ότι άτομα που δεν μιλούν πολύ, που ακούνε, συνήθως έχουν τα περισσότερα να πουν. Αλλά επίσης υπάρχει ένα ρητό που λέει: «Αν μιλάς εδώ και ώρα, ήρθε η ώρα να ακούσεις. Και αν ακούς εδώ και ώρα, ήρθε η στιγμή να μιλήσεις».
Μέσα στα επόμενα σχέδια μου βρίσκεται μια νέα ταινία οδοιπορικού που εξερευνά τις πολλαπλές υφές της προσωπικής και συλλογικής μνήμης μέσα από τη ζωή ενός 96χρονού αρχιτέκτονα στην Αρκαδία. Η ιδέα για την ταινία προέκυψε το καλοκαίρι του 2017.

Σχετικά Θέματα