Συνέντευξη

Η Ιζαμπέλ Ιπέρ μας εξηγεί πώς έγινε «Νονά της Νύχτας»

Από -

Το Ιανουάριο του 2020 και καθώς προσγειωνόμουν στο Παρίσι, το μόνο μου άγχος ήταν αν θα προλάβω ανοιχτό το αγαπημένο μου μπαρ μιας και ο κορονοϊός δεν είχε χτυπήσει ακόμα την πόρτα της Ευρώπης και μικρές απολαύσεις σαν κι αυτή θεωρούνταν δεδομένες. Ο λόγος που βρέθηκα στη γαλλική πρωτεύουσα ήταν μια συνέντευξη με την Ιζαμπέλ Ιπέρ, την οποία θα συναντούσα σε κεντρικό ξενοδοχείο, με αφορμή τη νέα της ταινία με τίτλο «Η Νονά της Νύχτας» σε σκηνοθεσία Ζαν-Πολ Σαλομέ.

Πρόκειται για έναν από τους πιο ξεχωριστούς ρόλους στη φιλμογραφία της διάσημης ηθοποιού, μιας και υποδύεται μια μεταφράστρια της αστυνομίας που βλέπει ξαφνικά την καριέρα της να αλλάζει πορεία. Αιτία η ανακάλυψη πως ο γιος μιας αγαπημένης φίλης της είναι μπλεγμένος σε κύκλωμα ναρκωτικών, πληροφορία που τη φέρνει σε δύσκολη θέση. Θέλοντας να βοηθήσει, η Πασιάνς σταδιακά δελεάζεται από τον κόσμο της παρανομίας και, υπολογίζοντας παράλληλα κάποια σοβαρά προσωπικά χρέη, αποφασίζει να γίνει... ντίλερ!

Ενώ περίμενα στο χολ του ξενοδοχείου νιώθοντας ήδη δέος –πες το και άγχος–, η μικροκαμωμένη και δυναμική Ιπέρ εμφανίστηκε αναμενόμενα σικ και πολύ λιγότερο επιβλητική απ’ όσο περίμενα. Ευτυχώς, γιατί έτσι το «rec» πατήθηκε χωρίς να τρέμει το χέρι...

Ενσαρκώνετε έναν από τους πιο εκκεντρικούς ρόλους της καριέρας σας. Τι σας δελέασε να υποδυθείτε αυτή την ηρωίδα;
Προτού μου κάνει την πρόταση ο Ζαν-Πολ Σαλομέ, είχε τύχει να ακούσω σε μια ραδιοφωνική εκπομπή για το βιβλίο στο οποίο βασίζεται η ταινία. Ήδη μου είχε κεντρίσει το ενδιαφέρον και πίστευα πως η υπόθεση βασίζεται σε μια πάρα πολύ καλή ιδέα. Όταν πια μιλήσαμε με τον Ζαν-Πολ, αγόρασα το μυθιστόρημα και βρήκα το χαρακτήρα της πρωταγωνίστριας εξαιρετικά γραμμένο και πλήρη. Αυτή η γυναίκα είναι ξεχωριστή, αυθεντική. Φυσικά, δεν θα έλεγα ότι έχω πολλά κοινά μ’ εκείνη, αλλά εκτίμησα το πόσο σύγχρονο πρόσωπο είναι, ένας άνθρωπος άμεσα συνδεδεμένος με το μητροπολιτικό τοπίο και τα όσα συμβαίνουν σήμερα.


Το Παρίσι είναι πράγματι ιδιαίτερα «ζωντανό» στην ταινία.
Πράγματι, μέσω της Πασιάνς μας δίνεται η ευκαιρία να δούμε ένα διαφορετικό Παρίσι, εκείνο όπου διαφορετικοί λαοί και κουλτούρες συνυπάρχουν αρμονικά. Υπό αυτή την έννοια, η ταινία έχει και μια κοινωνιολογική χροιά. Επίσης, μου άρεσε πολύ το ύφος της ιστορίας διότι συνδυάζει το δράμα, την αγωνία και την κωμωδία.

banner

Μπορεί η ίδια να μην είναι αποσυνδεδεμένη από την πραγματικότητα, ωστόσο στην ταινία μοιάζει σαν να είναι η πρώτη φορά που έρχεται αντιμέτωπη με αρνητικά φαινόμενα, όπως η κοινωνική ανισότητα.
Εδώ υπεισέρχεται η ομορφιά του σινεμά. Ο κινηματογράφος είναι ο τόπος όπου μπορούμε να δούμε πώς ένας άνθρωπος μεταστρέφεται ριζικά και ουσιαστικά. Διότι η Πασιάνς, παρότι σίγουρα γνωρίζει τι συμβαίνει γύρω της, πόσο υποφέρει ο διπλανός της, μέσα από τις νέες εμπειρίες της βιώνει τρόπον τινά μια αφύπνιση. Αποκτά μια νέα κοινωνική συνείδηση και διαμορφώνεται από την αρχή χάρη στις καταστάσεις που την ωθούν να πολιτικοποιηθεί. Δεν ξέρω, μήπως ακούγομαι… μαρξίστρια; (γέλια)

Η Πασιάνς αποκτά μια ιδιαίτερη σχέση με τον αστυνομικό προϊστάμενό της, τον οποίο υποδύεται ο Ιπολίτ Ζιραρντό. Εσείς πώς θα την περιγράφατε;
Σαν έναν πολύ παράξενο έρωτα. Βρίσκω μάλιστα το χαρακτήρα του Ιπολίτ από τους πλέον ενδιαφέροντες της ταινίας, επειδή καλείται να μοιραστεί ανάμεσα στα συναισθήματά του και στη δουλειά του ως μπάτσος. Θέλει προστατέψει την Πασιάνς, αλλά πρέπει να τη συλλάβει! Δεν ξέρω, υπάρχει μια ιδιαιτερότητα, μια ποίηση σε αυτήν τη σχέση η οποία ενέχει το απωθημένο, τον πόθο και την υποχρέωση μαζί.

Ανησυχήσατε καθόλου για το ενδεχόμενο η ταινία να στιγματίζει κάποιους ανθρώπους σε σχέση με την κατανάλωση κάνναβης;
Η αλήθεια είναι πως όχι, διότι στα μάτια μου ήταν προφανές πως το λογοτεχνικό και σεναριακό υλικό ήταν βασισμένο σε απτά φαινόμενα και πραγματικές συμπεριφορές. Θυμάμαι, κιόλας, πως όταν είχε κυκλοφορήσει το βιβλίο είχε σχολιαστεί αυτή ακριβώς η ειλικρίνειά του. Έπειτα, στην ταινία δεν περιγράφονται επιφανειακά καταστάσεις, αλλά καθοδηγούμαστε σε αυτές μέσω των συναισθημάτων.

Μιας και αναφερθήκατε ξανά στο μυθιστόρημα, αναρωτιέμαι, όταν καλείστε να ερμηνεύσετε ένα ρόλο βασισμένο σε λογοτεχνικό έργο, το διαβάζετε πριν ή κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας σας;
Όχι απαραίτητα. Όταν έχω στα χέρια μου το σενάριο, γνωρίζω ήδη όλα όσα πρέπει να ξέρω για το χαρακτήρα μου. Συχνά, άλλωστε, οι διασκευές είναι τόσο διαφορετικές από το πρωτότυπο που δεν έχει ιδιαίτερο νόημα να το διαβάσεις. Για παράδειγμα, όταν γυρίζαμε τη «Δασκάλα του Πιάνου» με τον Μίκαελ Χάνεκε, είχα εντρυφήσει τόσο στο σενάριο που κάπως δεν... ψήθηκα να διαβάσω και το βιβλίο της Ελφρίντε Γέλινεκ. Είχα πει, εντάξει, δεν έγινε και τίποτα, θα έρθει η ώρα του κάποια στιγμή. Το αστείο είναι ότι έχω διαβάσει πολλά άλλα έργα της Γέλινεκ... Μήπως να το ξεκινήσω τώρα; (γέλια)