Συνέντευξη

Η Γιασμίλα Ζμπάνιτς μιλάει για το οσκαρικά υποψήφιο «Κβο Βάντις, Άιντα;»

Από -

Η βραβευμένη Βόσνια σκηνοθέτιδα («Σεράγεβο σ’ Αγαπώ») τολμάει ν αναμετρηθεί με τα καυτά ακόμα γεγονότα της σφαγής της Σρεμπρένιτσα.

Η ταινία σας βασίζεται στο βιβλίο «Under the UN flag» του Χασάν Νουχάμοβιτς. Αυτό σας έδωσε την έμπνευση για την υλοποίησή της;
Η Σρεμπρένιτσα ήταν η έμπνευση. Τη νιώθω πολύ κοντά μου γιατί επιβίωσα του πολέμου στο Σαράγεβο, το οποίο ήταν επίσης σε πολιορκία και θα μπορούσε εύκολα να έχει την κατάληξη της Σρεμπρένιτσα. Πάντα σκεφτόμουν ότι κάποιος πρέπει να κάνει μια ταινία για ό,τι συνέβη εκεί, αλλά ποτέ δεν είχα σκεφτεί ότι θα έπρεπε να ήμουν εγώ. Όμως, η ιστορία με στοίχειωνε. Διάβασα ό,τι μπορούσα και μετά από τέσσερις άλλες ταινίες ένιωσα έτοιμη να την κάνω. Ένιωθα μεγάλη ευθύνη γιατί ήθελα να φτιάξω μια ταινία που θα επιτρέψει στον κόσμο να καταλάβει τι συνέβη και να μείνω πιστή στους χαρακτήρες και στα γεγονότα. Ήξερα ότι δεν θα μπορούσα να αφηγηθώ κάθε πλευρά αυτής της περίπλοκης ιστορίας και ότι θα έπρεπε να κάνω επιλογές. Έπρεπε να χρησιμοποιήσω τη μυθοπλασία, γιατί το σινεμά έχει τους δικούς του κανόνες. Το «Under the UN flag» ενέπνευσε με τη σειρά του την ιστορία της ταινίας. Ο Νουχάμοβιτς ήταν διερμηνέας των Ηνωμένων Εθνών στην πόλη Ποτοτσάρι, του οποίου η μητέρα, ο πατέρας και ο αδερφός δολοφονήθηκαν, αφού εκδιώχθηκαν από τη βάση του ΟΗΕ. Πήραμε τα δικαιώματα του βιβλίου και αρχίσαμε να φτιάχνουμε το σενάριο μαζί του, ωστόσο ήταν πολύ επίπονη διαδικασία για εκείνον, οπότε αναθεωρήσαμε και ξεκινήσαμε από την αρχή. Δοκιμάσαμε να βάλουμε μια γυναίκα ως κεντρική ηρωίδα, μια μάνα που θέλει να προστατεύσει τα παιδιά της και το σενάριο εξελίχθηκε πλέον προς αυτή την κατεύθυνση.

Πόσο δύσκολο ήταν να βρεθεί χρηματοδότηση και να ολοκληρωθεί η ταινία;
Γνωρίζαμε ότι η Σρεμπρένιτσα είναι μέχρι σήμερα ένα επίπονο θέμα το οποίο ορισμένοι πολιτικοί θα προσπαθούσαν να εκμεταλλευθούν για δικούς τους σκοπούς. Να δημιουργήσουν άλλη μία διαμάχη ανάμεσα στους ανθρώπους, οπότε έπρεπε να κρύψουμε το γεγονός ότι κάναμε γύρισμα με βάση αυτή την ιστορία. Η περίοδος της χρηματοδότησης ήταν επίσης πολύ δύσκολη. Πολλοί είπαν ότι δεν θέλουν να κάνουν μια ταινία για μια γενοκτονία. Και ως γυναίκα σκηνοθέτιδα στα Βαλκάνια, όπου οι κοινωνίες είναι ακόμα έντονα πατριαρχικές, είναι δέκα φορές πιο δύσκολο να σε εμπιστευτούν. Παρ’ όλα αυτά καταφέραμε να βρούμε συμπαραγωγούς από εννέα χώρες, ξεπεράσαμε τα τεχνικά προβλήματα, όπως τον τρόπο να βρούμε πολεμικό εξοπλισμό, και ευτυχώς προλάβαμε την πανδημία, γιατί με τόσους ηθοποιούς δεν θα καταφέρναμε να γίνει η ταινία λόγω των περιορισμών. Όταν κάναμε την πρεμιέρα και το κοινό ήταν δακρυσμένο, ήμουν ευτυχισμένη. Είναι υπέροχο να βλέπεις ότι το κοινό αγαπάει και τις ταινίες με δύσκολα θέματα.

banner

Η φιλμογραφία σας είναι γεμάτη αναφορές στον Πόλεμο της Βοσνίας. Αυτή τη φορά, όμως, τον βλέπουμε σε πρώτο πλάνο…
Όπως ανέφερα, ενηλικιώθηκα μέσα στον πόλεμο και αυτό άφησε ανεξίτηλα σημάδια. Μέχρι τώρα είχα κάνει ταινίες που μιλούν για τις συνέπειες του πολέμου, αλλά αυτή είναι η πρώτη μου ταινία όπου βλέπουμε τον ίδιο τον πόλεμο, τα τανκς και τα όπλα, μπροστά στην κάμερα. Όπως λέω συχνά, η γενιά μου προσπαθεί να βρει τρόπους να ξεπεράσει το τραύμα, να ξεπεράσει την καταστροφή, να πει την αλήθεια στην επόμενη γενιά, η οποία οφείλει στον εαυτό της να προχωρήσει χωρίς ενοχές, αλλά με ιστορική γνώση. Τα τραύματα δεν έχουν επουλωθεί ακόμα γιατί μέχρι σήμερα υπάρχει άρνηση της γενοκτονίας και αυτό συνεχίζει να πληγώνει τις οικογένειες των θυμάτων. Πιστεύω ότι οι ταινίες μπορούν να αλλάξουν τον κόσμο. Ακόμα κι αν ένας άνθρωπος αλλάξει και αποφασίσει να μην πληγώνει τους άλλους, αυτό είναι ένα επίτευγμα.

Γιατί διαλέξατε τη λατινική φράση «Quo Vadis» ως μέρος του τίτλου;
Το «Quo vadis?» σημαίνει «πού βαδίζεις;» και αναφέρεται στον Απόστολο Πέτρο: ο Πέτρος εγκαταλείπει τη Ρώμη φοβούμενος τη θανάτωσή του από το καθεστώς και στο δρόμο βλέπει έναν άνθρωπο που βαδίζει προς την αντίθετη κατεύθυνση. Αναγνωρίζει στο πρόσωπό του τον αναστημένο Ιησού Χριστό. Στα λατινικά, ο Πέτρος τον ρωτάει «Κβο βάντις;» ή «Κβο βάντις, Ντόμινε;» (= «που πας Κύριε;») και εκείνος αποκρίνεται ότι, ενώ ο Πέτρος εγκατέλειπε το ποίμνιό του, «Rōmam eō iterum crucifīgī» (= «Πηγαίνω στη Ρώμη για να σταυρωθώ για δεύτερη φορά»). Έτσι, ο Πέτρος βρίσκει το θάρρος να επιστρέψει στην πόλη και να συνεχίσει την αποστολή του. Ο τίτλος εδώ μας παραπέμπει σε ένα ηθικό ερώτημα, που απευθύνεται στην συνείδηση της Άιντα. Είναι μια γυναίκα η οποία συνεχώς πρέπει να κάνει επιλογές και να πάρει αποφάσεις υπό την πίεση των γεγονότων. Μετά από όλα όσα έχουν συμβεί επιλέγει να επιστρέψει και να μην ξεχάσει. Αλλά ας μην αποκαλύψουμε πολλά για το τέλος.

Αυτού του είδους οι ταινίες κινδυνεύουν να πέσουν στην παγίδα της απλοποίησης: οι Σέρβοι αιμοσταγείς δολοφόνοι, οι Κροάτες τα αθώα θύματα. Πως διαχειριστήκατε αυτό το ρίσκο;
Όταν προτείναμε το σενάριο στη Γιάσνα Τζούρισιτς, που είναι Σέρβα, γνώριζε τα προβλήματα τα οποία είχε αντιμετωπίσει η Μιριάνα Καράνοβιτς με το «Σεράγεβο σ’ Αγαπώ». Την είπαν προδότρια και έγιναν διαμαρτυρίες ώστε να μην ξαναδουλέψει στη Σερβία. Η Γιάσνα τα ήξερε όλα αυτά, αλλά δέχτηκε αμέσως, το ίδιο και ο σύζυγός της Μπόρις Ισάκοβιτς, που παίζει τον Μλάντιτς. Μετά την πρεμιέρα στη Βενετία τα ΜΜΕ της φέρθηκαν πολύ άσχημα, ενώ κανείς Σέρβος δημοσιογράφος δεν βρισκόταν στο φεστιβάλ για να δει με τα μάτια του την ταινία. Τα κυβερνητικά μέσα έτσι δουλεύουν, αν δείξεις ότι ο Μλάντιτς είναι εγκληματίας, λες ότι όλοι οι Σέρβοι είναι εγκληματίες. Όχι, αυτό ακριβώς δεν ήθελα να κάνω. Δεν είναι μια ταινία ενάντια στους Σέρβους, γιατί δεν έκαναν όλοι οι Σέρβοι αυτά τα εγκλήματα. Επίσης, πιστεύω ότι δείχνουμε την τεράστια ευθύνη του ΟΗΕ για ό,τι συνέβη. Μελέτησα την τελική αναφορά από τα Ηνωμένη Έθνη για το τι έγινε στη Σρεμπρένιτσα και είχα την ευκαιρία να συζητήσω μαζί τους κάποιες λεπτομέρειες του σεναρίου. Όσο για τις σκηνές με τον Μλάντιτς, μπορεί εύκολα κάποιος να τις βρει στο διαδίκτυο καθώς είχε μαζί του συνεχώς έναν κάμεραμαν. Πραγματικά πιστεύω ότι πετύχαμε ένα ρήγμα στο τείχος της άρνησης που έχουν χτίσει πολλοί πολιτικοί και χτίσαμε σκαλοπάτια προς την αλήθεια και τη συμφιλίωση.

Στο παρελθόν έχετε δουλέψει ως μαριονετίστρια και κλόουν. Πως αυτό επηρέασε τη σκηνοθετική οπτική σας;
Ήθελα από μικρή να γίνω σκηνοθέτιδα. Ωστόσο, όταν ξέσπασε ο πόλεμος όλα σταμάτησαν. Δεν είχαμε ηλεκτρικό ρεύμα και θέρμανση. Παρόλα αυτά, με κάποιο τρόπο καταφέραμε να λειτουργούμε την κινηματογραφική σχολή στα καταφύγια. Εκείνη την εποχή είχε επισκεφθεί το Σαράγεβο ο Πίτερ Σούμαν από το Bread & Puppet Theater του Βερμόντ για να μας υποστηρίξει. Μου άρεσε πολύ η δουλειά του και δούλεψα μαζί του για ένα εξάμηνο σε μία φάρμα στο Βερμόντ. Επίσης η Αμερικάνα Λι Ντι Λονγκ ήρθε στο Σαράγεβο κατά τη διάρκεια του πολέμου και δουλέψαμε στο είδος της Κομέντια ντελ Άρτε. Κι αυτό μου άνοιξε τους ορίζοντες, γιατί ως κλόουν κοροϊδεύεις τον εαυτό σου που είναι κάτι πολύ δύσκολο. Ήταν πολύ σημαντικό για μένα να μην φοβάμαι τα συναισθήματά μου και να τα αποκαλύπτω. Και οι δύο εμπειρίες ενέπνευσαν τη δημιουργικότητά μου και όξυναν την πολιτική μου οπτική.

Έχετε ζήσει σχεδόν 17 χρόνια στην πρώην Γιουγκοσλαβία. Ο πόλεμος την διέλυσε, τράνταξε τα Βαλκάνια κι ολόκληρη την Ευρώπη. Τι σκέφτεστε τώρα για τη ζωή τότε και τώρα;
Θεωρώ ότι ήμουν και είμαι αισιόδοξος άνθρωπος. Αλλά αυτός ο πόλεμος με σημάδεψε. Ήμουν έφηβη όταν ξεκίνησε και στην αρχή δεν καταλαβαίναμε ότι αυτό ήταν πόλεμος. Ήμασταν σίγουροι ότι η Γιουγκοσλαβία και ιδιαίτερα η Βοσνία δεν θα έμπαινε σε πόλεμο γιατί είχε ανθρώπους από όλες τις πλευρές. Έχω μέλη της οικογένειας μου από την Σερβία και από την Κροατία. Ήμασταν αφελείς. Δεν μπορούσαμε να το φανταστούμε. Είπαμε ότι θα περάσει γρήγορα. Είναι απλά κάποιοι ανόητοι με όπλα, αλλά θα φύγουν σύντομα. Όταν αυτό δεν συνέβη, ήταν ένα σοκ, και αυτό που μας έμαθε είναι ότι όλα μπορούν να αλλάξουν από τη μια μέρα στην άλλη. Η ζωή είναι εύθραυστη. Όλο το σύστημα είναι εύθραυστο. Με αυτό το συναίσθημα πορεύομαι στη ζωή. Δεν θεωρώ τίποτα δεδομένο, σίγουρα όχι τους θεσμούς.

Σχετικά Θέματα