Συνέντευξη

Η Ευαγγελία Κρανιώτη πιστεύει «στην αλήθεια ενός βλέμματος»

Από -

Η βραβευμένη σκηνοθέτιδα του «Obscuro Barroco» μας περιέγραψε την εμπειρία των γυρισμάτων του ονειρικού ντοκιμαντέρ της που συμμετείχε στο Πανόραμα του Φεστιβάλ Βερολίνου. Η ταινία θα προβληθεί στο Γαλλικό Ινστιτούτο (25/4, 19.30, €6) στο πλαίσιο του CineDoc, και από την Πέμπτη 26/4 στο Δαναό.

banner

Αφού είδα την ταινία σας, μία από τις σκέψεις που είχα ήταν πως μοιάζει σαν το πλοίο του «Exotica, Erotica, Etc.» να έχει βρει τελικά το λιμάνι του. Τι είναι εκείνο που σας ελκύει συνεχώς στη Νότια Αμερική;
Προτού ακόμα γυρίσω την πρώτη μου ταινία είχα την επιθυμία να εργαστώ και να ζήσω έξω από την Ελλάδα, να γνωρίσω τον κόσμο. Ήμουν ήδη εγκατεστημένη στη Γαλλία όταν το «Exotica, Erotica, Etc.» έγινε η αφορμή να ταξιδέψω στην Λατινική Αμερική. Φτάνοντας πριν χρόνια στο Ρίο ντε Τζανέιρο της Βραζιλίας, ξεκίνησα να κινηματογραφώ τα πλάνα εκείνα που αργότερα θα εξελίσσονταν στην πρώτη μου ταινία.

Για την ακρίβεια η συγκεκριμένη πόλη μου προκάλεσε την έντονη επιθυμία να καταγράφω τα πάντα γύρω μου. Αφού λοιπόν ολοκλήρωσα το «Exotica» θέλησα να της αφιερώσω παραπάνω κινηματογραφικό χρόνο. Να αποτίσω ένα φόρο τιμής σ’εκείνη,στους κατοίκους της, αλλά και σε αυτό το άρρητο που την περιβάλλει. Αυτήν την αίσθηση τη βρίσκω σαφώς και σε άλλα μέρη, όμως η Βραζιλία και κατ’επέκταση η Νότιος Αμερική, κατέχουν μια θέση πολύ ξεχωριστή μέσα μου. Σ’αυτούς τους τόπους πάντα επιστρέφω.

Αυτήν την άρρητη αίσθηση που περιγράφετε πιστεύω πως καταφέρνετε να την αποτυπώσετε με έναν μυσταγωγικό τρόπο, ο οποίος μου θυμίζει τη ζάλη μιας ιεροτελεστίας. Η ταινία δημιουργεί έναν δικό της κόσμο. Σε ποιον βαθμό είστε παρατηρήτρια στο «Obscuro Barroco» και σε ποιον σκηνοθετείτε τις καταστάσεις;
Εάν με τη λέξη «παρατηρήτρια» αναφέρεστε στο ντοκιμαντέρ, και με τη «σκηνοθεσία» στη μυθοπλασία, τότε ας πούμε πως αυτή η ταινία συνδυάζει και τα δύο είδη. Όμως προσωπικά πιστεύω ότι στο ντοκιμαντερ δεν παρατηρεί κανείς καταστάσεις έτσι απλά. Από μόνη της η επιλογή της τοποθέτησης της κάμερας με ένα συγκεκριμένο τρόπο συνιστά ένα φίλτρο, είναι ένα βλέμμα. Η έννοια της παρατήρησης υποδηλώνει κατά κάποιον τρόπο απουσία συμμετοχής, κάτι που δεν ισχύει στην κινηματογράφηση, η οποία άλλωστε είναι και μια πολύ σωματική υπόθεση.

Μ’ενδιαφέρει να χρησιμοποιώ την πραγματικότητα για να αφηγηθώ κάτι άλλο. Παίρνω τις ελευθερίες που μου χρειάζονται και παρεμβαίνω όταν νιώθω πως πρέπει, με δημιουργικό τρόπο, ο οποίος όντως θυμίζει τη μυθοπλασία. Στο «Obscuro Barroco» υπάρχουν σκηνές που σκηνοθετήθηκαν, επειδή οι πρωταγωνιστές μου με οδήγησαν σ’αυτές, ενώ άλλες σκηνές μού τις χάρισε η ίδια η πόλη στην περιπλάνηση μέσα της. Το «Obscuro Barroco» άλλωστε είναι ένα πρότζεκτ επάνω στη δυαδικότητα, στο αλλότριο. Έχει μέσα του ετερόκλητα στοιχεία ως θέση και ως θεωρητική σύλληψη. Άρα η πρόσμιξη ντοκιμαντέρ και μυθοπλασίας ήταν κάτι που προκάλεσα συνειδητά.

Δεν πιστεύω πως υπάρχει αντικειμενικότητα στην κινηματογράφηση γι' αυτό και μου αρέσει αυτού του είδους η κατάργηση των ορίων. Πιστεύω στην αλήθεια ενός βλέμματος και αυτή είναι καθαρά υποκειμενική. Ανάμεσα σε εμένα και τους πρωταγωνιστές μου υπάρχει μια συνθήκη εμπιστοσύνης, και για αυτό δέχομαι πως όσα μου λένε είναι αληθινά, αλλά όχι απαραίτητα πραγματικά.

banner

Είναι σαφές πάντως πως κάθε κομμάτι της ταινίας προκαλεί συνειρμικά εκείνο που το διαδέχεται, δεν αφήνεται τίποτα την τύχη του και συνομιλούν μεταξύ τους οι εικόνες. Στον κόσμο αυτόν μας καθοδηγεί η Λουάνα Μουνίζ. Πώς συνδεθήκατε μαζί της και κερδίσατε την εμπιστοσύνη της;
Γνωριστήκαμε όταν χρειάστηκε να της ζητήσω άδεια για να κινηματογραφήσω την περιοχή της, στο κέντρο του Ρίο ντε Τζανέιρο. Είχα ήδη ακούσει πολλά για εκείνη, και γνώριζα πως στο παρελθόν είχε συμμετάσχει σε διάφορα καλλιτεχνικά πονήματα. Η Λουάνα είχε πολλές κοινωνικές ανησυχίες, καθώς κατείχε προεδρικές θέσεις σε διάφορα σωματεία και η δράση της ήταν έντονη στον queer χώρο της Βραζιλίας. Δεν περίμενα όμως ότι θα καταλήξουμε να κάνουμε την ταινία μαζί. Αυτό ήταν κάτι αμοιβαίο που συνεπήρε και τις δύο μας.

Το πρότζεκτ τότε ήταν στο ξεκίνημά του και ήταν ακόμα εφικτό να ενταχθούν επιπλέον χαρακτήρες σε αυτό. Έτσι με τη Λουάνα ξεκινήσαμε να δουλεύουμε με το σκεπτικό πως θα μοιραστούμε κάποιες κινηματογραφικές εμπειρίες μαζί. Η ίδια είχε μια πολύ έντονη προσωπικότητα, και καθώς ήταν εξοικειωμένη με την κάμερα, συχνά αναδείκνυε την περσόνα που εμφάνιζε συνήθως σε ρεπορτάζ, σε τηλεοπτικές εκπομπές κ.λπ. Σταδιακά την απεγκλώβισα από αυτό το γνώριμο για εκείνη πεδίο και άρχισα να την κατευθύνω στα δικά μου μέρη — αλλά και σε κάποια που ούτε εγώ η ίδια είχα ξαναπάει.

Έτσι προέκυψε και η πρότασή μου να απαγγείλει αποσπάσματα του βιβλίου της θρυλικής Βραζιλιάνας συγγραφέως Κλαρίς Λισπέκτορ (σ.σ.: του «Agua Viva» / «The Stream of Life») που έπεσε στα χέρια μου κατά τη διάρκεια του μοντάζ, και το οποίο αποφάσισα πως θα είναι ο συνδετικός κρίκος ανάμεσα στις σκηνές της ταινίας. Η διαδικασία της ηχογράφησης ήταν από μόνη της πολύ έντονη, γιατί υπήρχε ένα είδος ταύτισης της Λουάνα με την Λισπέκτορ, οι οποίες μάλιστα έμελλε να πεθάνουν στην ίδια ηλικία. Η Λισπέκτορ γεννήθηκε στη Βραζιλία και είχε ουκρανική καταγωγή. Έγράφε μεν στα πορτογαλικά, αλλά στα χέρια της η γλώσσα αυτή έμοιαζε άγνωστη, τόσο στη σύνταξη όσο και στην εικόνοπλαστική της δύναμη. Η αίσθηση του «ξένου» που προυπήρχε στο κείμενο, βρήκε ζωηρό απόηχο στο σώμα και στη ψυχοσύνθεση της Λουάνα. Γι αυτό το λόγο, οι αναγνώσεις που έγιναν ήταν τρομερά συγκινητικές. Αυτή η εμπειρία σφράγισε την σχέση μου μαζί της και ήταν η τελευταία μας συνεργασία για την ταινία.

Στην ταινία αναδύεται ένας έντονος ερωτισμός, ο οποίος είναι αναμενόμενο να κυριαρχεί στο καρναβάλι, όμως υπάρχει και στα σημεία της πόλης όπου η επιθυμία εκδηλώνεται κρυμμένα. Πιστεύετε πως ο ερωτισμός είναι η ουσία που δίνει ζωή στο Ρίο ντε Τζανέιρο;
Δεν ξέρω τι να σας πω. Αυτό όντως ισχύει, αλλά προτιμώ ν’αποφεύγω τις γενικεύσεις. Άλλωστε οι περισσότερες πρωτεύουσες συνοδεύονται από σχόλια για το πόσο ερωτικές είναι... Το Ρίο ντε Τζανέιρο είναι ένας πολύ ηλεκτρισμένος τόπος, πανσεξουαλικός σχεδόν. Υπάρχει συνάφεια σωμάτων και κανείς δεν μπορεί να την αποφύγει. Το καρναβάλι είναι η αποθέωση αυτής της κατάστασης, κι εάν σκεφτεί κανείς πως γύρω από αυτό κινούνται τα πάντα, γίνεται κατανοητό πώς με αυτό τον τρόπο «δίνεται ο τόνος» στην πόλη. Ταυτόχρονα εκεί κυλάει και έντονη αδρεναλίνη, καθώς πρόκειται για επικίνδυνο μέρος. Ίσως να συμβάλλει κι αυτό το χαρακτηριστικό στον εθισμό που προκαλεί σε όσους το επισκέπτονται. Όλα αυτά όμως συνοδεύονται από πολλά κοινωνικά θέματα που δυσκολεύουν τη ζωή εκεί. Έτσι, αθροιστικά, το Ρίο ντε Τζανέιρο βρίσκεται εν μέσω πληθώρας αντιθέσεων οι οποίες το «τραβούν» από τη μία μεριά στην άλλη.

Προσωπικά με ενδιέφερε, γνωρίζοντας όλα αυτά που σας περιγράφω, να καταγράψω με τον δικό μου τρόπο πώς ζουν και πορεύονται στη «γη της μεταμόρφωσης» οι άνθρωποι που βιώνουν τον ίλιγγο του φύλου. Πώς η φωνή τους για δικαίωμα στην αλλαγή συναντά τη φωνή μιας ολόκληρης κοινωνίας που ζητά δημοκρατία μια πολύ συγκεκριμένη χρονική στιγμή, μέσα σ’αυτό το ποτάμι που λέγεται Ρίο. Κι αν κατέγραψα αυτό το θέμα με τρυφερότητα και ερωτισμό, εν τέλει δεν θα μπορούσα να το κανω διαφορετικά: αυτός είναι ο τρόπος που κινηματογραφώ.

Σχετικά Θέματα