Συνέντευξη

Η Ευαγγελία Κρανιώτη μιλά για την ανεκτίμητη εμπειρία του «Exotica, Erotica, ETC»

Από -

To CineDoc επαναπροβάλλει το βραβευμένο ντοκιμαντέρ της Ευαγγελίας Κρανιώτη «Exotica, Erotica, ETC» το Σάββατο 21/11 (16.00) στον Δαναό μετά από τρεις ασφυκτικά γεμάτες προβολές, ένα φιλμ για τους φευγαλέους ή ισόβιους έρωτες που εμπνέει η μοναξιά της θάλασσας.

Ευαγγελία Κρανιώτη
Ευαγγελία Κρανιώτη

Προτίμησες –ως επί των πλείστων- την off αφήγηση στην ταινία σου. Ελάχιστες φορές κινηματογραφείς τους ανθρώπους που μιλούν, αφήνοντας τις εικόνες να δημιουργήσουν επιβλητικές συνθέσεις… Για παράδειγμα, η εικόνα του ναυτικού που περπατά μέσα στο γεμάτο με στάρι αμπάρι του πλοίου θυμίζει «Zabriskie Point». Αυτό οφείλεται στην παράλληλη εικαστική σου δραστηριότητα;
Αυτό κατ’ αρχήν οφείλεται στην ίδια τη φύση του υλικού που συγκέντρωσα και στις επιλογές που έκανα στο μοντάζ. Στα ταξίδια μου γνώρισα και κινηματογράφησα δεκάδες γυναίκες και άνδρες που μιλούν, κλαίνε, τραγουδούν, ονειρεύονται. Στην ταινία άφησα να αναδυθεί μόνο μια γυναικεία παρουσία και μια εξίσου δυνατή κατά τη γνώμη μου ανδρική αφήγηση. Δεν με ενδιέφερε ένα έργο που θα το διέσχιζε πληθώρα εφήμερων χαρακτήρων, κι έτσι θυσίασα πολλές ενδιαφέρουσες αφηγήσεις. Αυτή η συνειδητή επιλογή επέβαλε με τη σειρά της άλλες, οι οποίες σε συνδυασμό με τις εικόνες που κινηματογράφησα απομάκρυναν την ταινία από το κλασσικό φορμά του ντοκιμαντέρ, προσδίδοντας της μια έντονα εικαστική διάσταση.

Εκτός από τους ναύτες και τις ιερόδουλες, πρωταγωνιστές στην ταινία σου είναι και τα πλοία. Οι ήχοι που βγάζουν είναι σαν να μιλούν για την άνιση μάχη που δίνουν με τις δυνάμεις της φύσης...
Η σχέση μου με τα βαπόρια δεν ήταν χρηστική, ήταν αισθητική. Τα αντιμετώπιζα ως όγκους, κινηματογραφικά σκηνικό, ready made γλυπτά που μέσα από την κινηματογράφηση μετατρέπονταν σε φετίχ. Αυτή η έλλειψη αναστολών και αναφορών με βοήθησε να τα "τιθασεύσω" οπτικά και να τα πλησιάσω χωρίς ανησυχία για το αν θα σταθώ στο ύψος των μνημειακών τους διαστάσεων.

Που βρήκες την απίστευτη πρωταγωνίστριά σου Σάντι; Είναι πραγματικά χειμαρρώδης. Πόσο εύκολο ήταν να μπεις στο κόσμο του αγοραίου έρωτα;
Στη Λατινική Αμερική ο ερωτισμός είναι διάχυτος και τα ταμπού διαφορετικά από ότι στην Ευρώπη. Στη Βραζιλία όπου ξεκίνησα την ερευνά μου, οι Έλληνες ναυτικοί είχαν αφήσει μνήμες έντονες κι αγαπημένες. Οι Βραζιλιάνες μου ανοίχτηκαν γιατί μοιραζόμουν αυτή την κοινή καταγωγή με τους άνδρες που γνώρισαν – για εκείνες ήμουν "a grega", η Ελληνίδα. Τη Σάντι τη γνώρισα σε ένα μικρό λιμάνι της Χιλής, αφού πέρασα το Μαγγελάνο. Κουρασμένη από το ταξίδι, το μόνο που σκεφτόμουν ήταν να ξεμπαρκάρω. Όμως εκείνη ήρθε προς το μέρος μου και σχεδόν απαίτησε να μου πει την ιστορία της. Τότε, δεν μιλούσα ισπανικά κι άρχισα να την κινηματογραφώ μην καταλαβαίνοντας ακριβώς τι μου λέει, χαμένη στη μετάφραση. Ενστικτωδώς, αντιλήφθηκα τη δύναμη της αφήγησης και της παρουσίας της. Τελικά, παρέτεινα τη διαμονή μου στη Χιλή, και μάλιστα επέστρεψα ξανά εκεί με την πρώτη ευκαιρία. Για τη Σάντι ήμουν η κόρη που θα ήθελε αλλά δεν μπόρεσε να έχει από κάποιον Έλληνα ναυτικό. Για μένα ήταν όλες Σειρήνες, αλλά και ταυτόχρονα Πηνελόπες που λαχταρούσα να συναντήσω.

Ο Έλληνας ναυτικός αφηγητής είναι και αυτός εξαιρετικός…
Ο Καπετάνιος είναι άλλη μια ξεχωριστή περίπτωση ανθρώπου. Τον συνάντησα σ’ ένα από τα πρώτα μου φωτογραφικά ταξίδια στο Νότιο Αιγαίο, και παρόλο που ο λόγος του μου είχε κάνει μεγάλη εντύπωση δεν κρατήσαμε καμιά επαφή. Οχτώ χρόνια αργότερα ήταν ο πρώτος άνθρωπος που αναζήτησα όταν έψαχνα για ένα ανδρικό voice over ως αντίστιξη στην παρουσία της Σάντι. Δεν μπορούσα να ταξιδέψω εκείνη την περίοδο για να πάω στο νησί του. Όμως βρήκα το τηλέφωνό του και του πρότεινα να κάνουμε μια σειρά από συζητήσεις μέσω skype γύρω από τα θέματα που διαπραγματεύεται η ταινία μου. Δέχθηκε. Στις συζητήσεις μας η φωνή του έμοιαζε να έρχεται από κάπου μακριά, από ένα μοναχικό δωμάτιο ξενοδοχείου ή από τη μέση του ωκεανού. Αυτή η καταγραφή ήταν μια πρόκληση γιατί κάθε καινούρια του αφήγηση επέφερε σημαντικές αλλαγές στο ήδη υπάρχον μοντάζ. Κάναμε έναν ικανό αριθμό συζητήσεων πριν σιγουρευτώ πως έχω στα χέρια μου ό,τι χρειάζομαι και του είμαι ευγνώμων για την υπομονή και την εμπιστοσύνη του.

Εxotica, Erotica, Etc.
Εxotica, Erotica, Etc.

Πόσο χρόνο πήραν τα γυρίσματα και που έγιναν αυτά; Ταξίδεψες πολύ μέσα στα τάνκερ; Πώς είναι η ζωή εκεί και ποιες δυσκολίες είχαν τα γυρίσματα;
Όλο το πρότζεκτ (φωτογραφικό και οπτικοακουστικό) με απασχόλησε 9 χρόνια : Ξεκίνησε στη Μεσόγειο (2006-2009), συνεχίστηκε στη Λατινική Αμερική (2010-2011) και τέλος ολοκληρώθηκε εν πλω (2011-2014). Κάθε μια από αυτές τις περιόδους αντιπροσωπεύει μια διαφορετική φάση στη δουλειά μου, μα όλες μαζί σχηματίζουν ένα οργανικό σύνολο. Τα γυρίσματα της ταινίας ουσιαστικά ξεκίνησαν από το 2011 και μετά, κατά τη διάρκεια των 12 μπάρκων που έκανα σε πετρελαιοφόρα, φορτηγά και κοντεϊνεράδικα. Κυρίως, ταξίδεψα με τάνκερς αλλά κάθε βαπόρι μου άρεσε, για άλλο λόγο το καθένα. Τα γκαζάδικα ήταν πολύ ωραία αισθητικά, όπως και τα αμπάρια των φορτηγών. Τα φορτηγά κάνουν ακόμα μερικά ξεχασμένα δρομολόγια, ενώ καμιά φορά μένουν λίγο παραπάνω στα λιμάνια, κάτι που είναι μια πολυτέλεια πλέον. Τα κοντεϊνεράδικα αντίθετα ταξιδεύουν γρήγορα και είναι πολύ ακριβή στα δρομολόγιά τους – μια αλλού είδους πολυτέλεια στη θάλασσα, όπου οι ημερομηνίες άφιξης και αναχώρησης είναι σχεδόν πάντα αβέβαιες. Από ένα σημείο κι έπειτα τα καράβια ήταν το εργαστήριο μου και τα γυρίσματα της ταινίας έγιναν τρόπος ζωής για μένα. Πάνω από όλα, αυτό το ταξίδι μου έδωσε την ευκαιρία να εμβαθύνω στην ψυχολογία ανδρών και γυναικών σε συνθήκες περιπλάνησης και επιθυμίας. Παρά τις προφανείς δυσκολίες, μια τέτοια εμπειρία είναι ανεκτίμητη για κάθε δημιουργό.

Κάνεις μια ιδιαίτερη και δεξιοτεχνική χρήση του φωτός και της μουσικής. Γιατί επέλεξες την συνηθέστερα «στεγνή» καλλιτεχνικά φόρμα του ντοκιμαντέρ από αυτήν της αβανταδόρικης μυθοπλασίας; Ποιος επιμελήθηκε τις μελωδίες που ακούμε στο φιλμ σου;
Το στερεότυπο της σχέσης του ναυτικού και της γυναίκας της νύχτας έχει υπάρξει ευρέως αντικείμενο μυθοπλασίας, τόσο στον κινηματογράφο όσο και στη λογοτεχνία. Εγώ ήθελα να δω πως είναι όλα αυτά στην πραγματικότητα. Έψαχνα αληθινούς χαρακτήρες, ικανούς να εμπνεύσουν ένα βιβλίο ή μια ταινία μυθοπλασίας. Ήθελα να μαγευτώ για να μπορέσω να μαγέψω, όπως θα έλεγε η Ζυράνα Ζατέλη, όχι για να κάνω ένα «στεγνό» ντοκιμαντέρ με μαρτυρίες για τη ζωή στη θάλασσα και στα λιμάνια. Αυτό που με ενδιέφερε ήταν το ακατέργαστο δυναμικό των τόπων και των ανθρώπων. Τελικά ήταν το φως και η χρήση του που μεταμόρφωσαν το ύφος της ταινίας. Δουλεύω σχεδόν πάντα φυσικό φως, χωρίς να παρεμβαίνω με κάποια πρόσθετη, τεχνητή πηγή. Οι διηγήσεις των παλιών ναυτικών που με έσπρωξαν να κάνω αυτό το ταξίδι ήταν λουσμένες σ’ένα φως κινηματογραφικό. Κανείς όμως δεν ζει σε ένα τέλεια φωτισμένο κινηματογραφικό στούντιο, ακόμα λιγότερο οι ναυτικοί εκείνα τα χρόνια. Οι ωκεανοί, τα λιμάνια, οι στενάχωρες καμπινές και τα βρώμικα δωμάτια ξενοδοχείων ήταν η σκηνογραφία της ζωής τους. Όταν άρχισα να ταξιδεύω, συνειδητοποίησα πως όλος ο ρομαντισμός της θάλασσας είναι φτιαγμένος από μια κοινότυπη πραγματικότητα. Αλλά όταν φιλτράρεται από το φως της μνήμης μετατρέπεται σε φαντασία, φιξιόν. Κι έτσι γεννιούνται οι μύθοι. Γι 'αυτό και αποφάσισα ότι οι πραγματικές συνθήκες ζωής των ανδρών στα καράβια και των γυναικών στα λιμάνια θα ήταν το σκηνικό της ταινίας μου, το σημείο εκκίνησης.
Τέλος, ο ήχος ήταν εξίσου σημαντικός. Στο μοντάζ ήχου αντιμετωπίσαμε τη μουσική σαν ένα voice over σε ένα άλλο επίπεδο, θέλαμε ο ήχος να έχει μια απόχρωση που να συνδιαλέγεται με το φως της κάθε σκηνής. Η μουσική είναι απόηχος των ακουσμάτων μου εν πλω και είμαι πολύ περήφανη που ο διάσημος συνθέτης Eric Néveux δέχθηκε να συνθέσει δυο κομμάτια ειδικά για το Εxotica, Erotica, Etc.

Ο ναυτικός εξομολογείται κάποια στιγμή στην ταινία ότι δεν έχει την πολυτέλεια να αφήσει «τη συνήθεια να σκοτώσει το όνειρο». Είναι τελικό το όνειρο που μας αναγκάζει να σαλπάρουμε για νέους προορισμούς ή κατάρα του ανικανοποίητου;
Το ένα είναι η άλλη όψη του άλλου, εξαρτάται πως το κοιτάει κανείς. Αναπόφευκτα έρχεται στο νου μου η φράση του Ελύτη «Το ζήτημα είναι από πού βλέπει κανείς τον ουρανό. Εγώ τον έχω δει από καταμεσίς της θάλασσας».

Σχετικά Θέματα