Συνέντευξη

Η Ελένη Αλεξανδράκη μιλάει για τον «γλυκό μισάνθρωπο» Κωστή Παπαγιώργη

Από -

Η σκηνοθέτιδα υπογράφει το ντοκιμαντέρ «Κωστής Παπαγιώργης, ο πιο Γλυκός Μισάνθρωπος» όπου καταγράφονται άγνωστες πτυχές της ζωής του σπουδαίου συγγραφέα και φίλου της Κωστή Παπαγιώργη. Μας μίλησε για όλα όσα την ενέπνεαν σε εκείνον, αλλά και τις πιο έντονες αναμνήσεις της σχέσης τους.

Με τον Κωστή Παπαγιώργη σαν συνδέει μια φιλία πολλών ετών. Ήταν το ντοκιμαντέρ ένας τρόπος να τον αποχαιρετίσετε;
Δεν ήταν ένας τρόπος να τον αποχαιρετίσω αλλά μάλλον ένας τρόπος να τον κρατήσω κοντά μας. Μάλιστα χαίρομαι όταν ακούω κάποιους που έχουν δει την ταινία να λένε ότι παρόλο που σχεδόν δεν υπάρχουν «ζωντανές» εικόνες δικές του, (γιατί ως γνωστών δεν εμφανίστηκε ποτέ στην τηλεόραση και στο ραδιόφωνο) θεωρούν ότι παρακολουθούν το πορτρέτο ενός ανθρώπου που ζει ενώ πρόκειται για κάποιον που έχει φύγει από την ζωή.

Πώς γνωριστήκατε με τον Κωστή Παπαγιώργη;
Γνωριστήκαμε το 1993 όταν έγραφε το βιβλίο του «Γειά σου Ασημάκη», βιβλίο / πορτρέτο του κοινού μας φίλου Χρήστου Βακαλόπουλου που είχε πεθάνει εκείνη την χρονιά. Ο Κωστής μιλούσε τότε με πολλούς φίλους του Χρήστου. Γνωριστήκαμε λοιπόν με αυτή την αφορμή και γρήγορα γίναμε πολύ φίλοι με εκείνον και την γυναίκα του, την Ράνια. Μια φιλία που κράτησε μέχρι τον θάνατό του το 2014 και συνεχίζεται φυσικά μέχρι σήμερα με την Ράνια.

Νομίζω είναι αδύνατον να διαχωριστούν τα προσωπικά συναισθήματα όταν κινηματογραφείται ένα κοντινό στο δημιουργό πρόσωπο. Υπήρξαν στιγμές που δυσκολευτήκατε συναισθηματικά γυρίζοντας το ντοκιμαντέρ;
Δεν μπορώ να πω ότι είχα ιδιαίτερους ηθικούς ενδοιασμούς και διλήμματα. Ένιωθα συναισθηματικά ασφαλής για το ότι ήθελα να κάνω αυτήν την ταινία για τον Κωστή και για το πώς ήθελα να προσεγγίσω το πρόσωπο του «πρωταγωνιστή» / φίλου μου. Ο φόβος μου ήταν περισσότερο για το πώς θα αποδώσω όσο γίνεται καλύτερα την πορεία της σκέψης του και της δουλειάς του. Όταν όμως κατάλαβα ότι αυτό που ήθελα να κάνω ήταν να τον βρω μέσα από τα γραπτά του, όπου αντικατοπτρίζεται πραγματικά ο χαρακτήρας του, όλοι οι φόβοι μου ξεπεράστηκαν.

Αντίθετα, όπως είναι φυσικό, η Ράνια αγωνιούσε για το πώς θα είναι η ταινία, και περισσότερο για το πώς η ίδια θα εμφανιζόταν και θα μιλούσε για τον άνδρα με τον οποίο είχε μια τόσο βαθιά και μεγαλειώδη σχέση. Οπότε η μόνη δυσκολία που πραγματικά αντιμετώπισα ήταν το να καταφέρω την Ρανια να βρεθεί μπροστά στην κάμερα και να μιλήσει. Πράγμα που συνέβη και τελικά είναι πολύ ευχαριστημένη που το έκανε.

Η αφήγησή σας κινείται συνειρμικά και με ταχύτατο ρυθμό. Πώς κινηθήκατε στο τελικό μοντάζ της ταινίας;
Χαίρομαι που με ρωτάτε για το μονταζ γιατί θέλω να πω πόσο υπέροχα συνεργάστηκα με τον Νίκο Πάστρα, που μόνταρε την ταινία. Ήμαστε απολύτως στο ίδιο μήκος κύματος και είχαμε μια ουσιαστική συνεννόηση και συνεργασία. Προσπαθήσαμε να διηγηθούμε την ιστορία με ένα μουσικό, θα έλεγα, τρόπο συνυφαίνοντας όλα τα στοιχεία όπως γίνεται με τις νότες σε μια παρτιτούρα. Νομίζω ότι αυτό κάνει την ταινία να έχει το ρυθμό που πρέπει και βοηθάει στο να γίνονται κατανοητά όλα τα νοήματα που είναι πυκνά και πολλές φορές δύσκολα.

Το έργο του ήταν πολυσυλλεκτικό έως και απέραντο ως προς τα θέματα που έθιγε. Πού επικεντρωθήκατε στην επιλογή των κείμενων που χρησιμοποιήσατε τελικά;
Όπως είπα και νωρίτερα, διάλεξα από τα κείμενα του Κωστή τα σημεία όπου έβλεπα ότι αντικατοπτρίζεται ο χαρακτήρας του και βέβαια αυτά που, ας πούμε, είναι αντιπροσωπευτικά της ιστορίας της σκέψης του. Υπάρχουν στην ταινία αποσπάσματα από όλα τα βιβλία του. Τα λόγια που προσπάθησα να εκμαιεύσω από τους φίλους, συγγενείς και γνωστούς του που συμμετέχουν στην ταινία, κατά κάποιο τρόπο, επιβεβαιώνουν τον λόγο του Κωστή και ο λόγος του Κωστή επιβεβαιώνει τα λόγια των φίλων.

Ποια είναι η πιο έντονη ανάμνησή σας από εκείνον;
Τον θυμάμαι ξαπλωμένο στο στρωσιδάκι του, στο πάτωμα του σαλονιού της οδού Μπουμπουλίνας, σκεπασμένο με μια μαλακιά κουβερτούλα, μπροστά στην ανοιχτή τηλεόραση, να βλέπει ποδόσφαιρο, να έχει και δυο τρία ανοιχτά βιβλία δίπλα του, και ενίοτε να παίζει και ένα τρανζιστοράκι. Από αυτήν την θέση τον θυμάμαι να μου μιλάει για την Παραλία της Κύμης όπου μεγάλωσε, και να διηγείται πώς μια μέρα τα κύματα είχαν ξεβράσει καλαμάρια και πώς έτρεχε στην αμμουδιά να τα μαζέψει, μαζί με όλα τα άλλα, ξυπόλυτα, ντόπια, παιδιά. Επίσης τον θυμάμαι πάντα καθοδόν, περιπατητή...

Σχετικά Θέματα