Κριτική

Η Έκλειψη

Από -

Μετά την «Περιπέτεια» (1960) και τη «Νύχτα» (1961), ο Μικελάντζελο Αντονιόνι ολοκληρώνει μέσα σε μια τριετία την «Τριλογία της αποξένωσης» με την πλέον λιτή και ταυτόχρονα νεωτερική αφηγηματικά ταινία του. Επιπλέον, το πικρότερο σχόλιό του πάνω στη χρεοκοπία των σύγχρονων σχέσεων. Είναι χαρακτηριστικό ότι ήθελε να χρησιμοποιήσει ως εισαγωγική κάρτα-προμετωπίδα της «Έκλειψης» το στίχο του Ντίλαν Τόμας: «Κι όμως, κάποια βεβαιότητα πρέπει να υπάρχει· εάν όχι ότι αγαπάμε καλά, τουλάχιστον ότι δεν αγαπάμε».

Μπαίνοντας στη συναρπαστικότερη δεκαετία της μεγάλης οθόνης, η αντονιονική «Τριλογία» ανέτρεψε σοκαριστικά (η «Περιπέτεια» γιουχαΐστηκε εντονότατα στις Κάνες) την κατεστημένη κινηματογραφική άποψη πάνω στο χώρο και στο χρόνο, πιστοποιώντας πανηγυρικά το πέρασμα από την εποχή του κλασικού σ’ αυτή του μοντέρνου σινεμά που είχε ξεκινήσει από τον «Πολίτη Κέιν».

Το «Χιροσίμα, Αγάπη μου», το «Με Κομμένη την Ανάσα» και η «Περιπέτεια», ταινίες οι οποίες έκαναν πρεμιέρα σε διάστημα 12 μηνών μεταξύ τους, άλλαξαν ριζικά παγιωμένες αντιλήψεις πάνω στη δομή και την εξέλιξη της πλοκής, αλλά και την ψυχολογική περιγραφή των χαρακτήρων. Η φαινομενολογική, αποστασιοποιημένη αντονιονική προσέγγιση θα εστιάσει στη σύγχρονη αλλοτρίωση των σχέσεων και θα την περιγράψει με μια πρωτόγνωρη διεισδυτικότητα, καθαρά οπτική (μακριές, σιωπηλές σεκάνς, το άγριο φυσικό τοπίο απέναντι στην άδεια, ψυχρή αστική πραγματικότητα, η διαταραγμένη εσωτερική δυναμική των πλάνων, η μνήμη ως παρούσα πραγματικότητα), που αποδεσμεύει την κινηματογραφική αφήγηση από θεατρικά και λογοτεχνικά δεσμά.

Αυτή η γεωμετρική σκηνοθεσία, από την οποία αναδύεται μια ποίηση της μοναξιάς και μια πρωτόγνωρη ανθρωπογεωγραφία, φτάνει με την «Έκλειψη» στην απόλυτη εκφραστική ωριμότητά της. Η μινιμαλιστική πλοκή αφορά μια περιπλάνηση, αυτή της Βιτόρια, σε μια τσιμεντένια αδιάφορη και θορυβωδώς χαοτική Ρώμη. Η σχέση της με τον μεγαλύτερό της σε ηλικία Ρικάρντο δεν την ικανοποιεί πια και μετά από μια ταραγμένη νύχτα αναγκάζεται να τη διακόψει. Θα αναζητήσει τη μητέρα της στο χρηματιστήριο, μια μέρα γενικού ξεπουλήματος. Εκεί θα γνωρίσει τον γοητευτικό χρηματιστή Πιέρο, με τον οποίο θα ξεκινήσει ένα παγερό φλερτ, καθώς κανένας από τους δυο τους δεν μοιάζει ικανός να εκφράσει ζωντανούς πόθους και ειλικρινή συναισθήματα.

Μαθηματικός (εξωτερικός) και ψυχολογικός (εσωτερικός) χρόνος συμπλέκονται, δημιουργώντας ρωγμές στην αφηγηματική συνέχεια, η αποξενωμένη αστική καθημερινότητα μετατρέπεται σε υπαρξιακή αβεβαιότητα, οι θεμελιωμένες αξίες γύρω τους (το κυνήγι του χρήματος) δεν προσφέρουν καμία παρηγοριά ή ικανοποίηση. Στην τελευταία, μοναδικής σκηνοθετικής σύλληψης σκηνή, η Βιτόρια θα περιπλανηθεί ολομόναχη σε μια έρημη, μα τόσο πολύβουη, αγχωτική μεγαλούπολη, όπου η έκλειψη κάθε ανθρώπινης επαφής θα αποτυπωθεί σαν το ταξίδι του τελευταίου ανθρώπου στο αχανές, σκοτεινό και παγωμένο διάστημα.

Ιταλία, Γαλλία. Α/Μ. 1962. Διάρκεια: 126΄. Διανομή: BIBLIOTHEQUE.