Θέμα

«Η Δίκη των 7 του Σικάγου»: Ο Άαρον Σόρκιν και οι «γίπις» που έβαλαν φωτιά στην Αμερική

Από -

Οπως το 2020, έτσι και το 1968 ήταν χρονιά προεδρικών εκλογών για τις ΗΠΑ. Τότε μπορεί ασφαλώς να μη μαστίζονταν από μια αδιανόητη πανδημία, αλλά πλήρωναν υψηλό φόρο αίματος στα μέτωπα του Βιετνάμ. Στο εσωτερικό της χώρας η καλπάζουσα δυσφορία για τις δαπανηρές στρατιωτικές επιχειρήσεις σε συνδυασμό με τα σφοδρά κοινωνικά προβλήματα που βίωναν οι λαϊκές μάζες, έφεραν διαφορετικά κινήματα σε ρόλο ρυθμιστή του δημόσιου πολιτικού διαλόγου. Η διαμαρτυρία αναδείχθηκε σε κατεξοχήν μέσο πίεσης για αλλαγή, με αιτήματα επιτακτικά και εν πολλοίς ριζοσπαστικά, τουλάχιστον για την αμερικανική πραγματικότητα. Η κατάσταση έφτασε σε οριακό σημείο λίγους μήνες προτού στηθούν οι φθινοπωρινές κάλπες, όταν μια ειρηνική αντιπολεμική συγκέντρωση μετατράπηκε αιφνίδια σε φεστιβάλ αστυνομικής βίας με πρωταγωνιστές τις δυνάμεις καταστολής.

«Αναρχικό» flower power

Το 1968 ήταν μια εκρηκτική χρονιά για τον κόσμο, αλλά πρωτίστως για τις ΗΠΑ. Η δολοφονία του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ σε συνδυασμό με τις διαρκείς πανεπιστημιακές κινητοποιήσεις εναντίον του πολέμου στο Βιετνάμ είχαν βγάλει στο δρόμο χιλιάδες ανθρώπους, αποφασισμένους να πετύχουν πολιτικές αλλαγές άμεσα και με κάθε κόστος. Ανάμεσά τους ήταν και τα μέλη του Κόμματος της Νεανικής Διεθνούς, οι επονομαζόμενοι «γίπις» (yippies), μια αντι-ιεραρχική συλλογικότητα που πρέσβευε την ελευθεριακότητα και μεταξύ άλλων στόχευε στη ριζοσπαστικοποίηση των υπέρμετρα αφελών χίπις.

Η δράση τους αφορούσε κατά κύριο λόγο πολιτικά δρώμενα που προσέλκυαν το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης, καθώς συνήθιζαν να στήνουν φάρσες σε μηχανισμούς του συστήματος. Μια χαρακτηριστική περίπτωση ήταν όταν γίπις παρεισέφρησαν σε μια ξενάγηση στη Γουόλ Στριτ και πέταξαν από ένα μπαλκόνι εκατοντάδες κάλπικα δολάρια, σαμποτάροντας τη χρηματιστηριακή δραστηριότητα. Άλλοι ακτιβιστές κριτίκαραν τις ενέργειές τους ως εντυπωσιακές μεν, ανούσιες δε, με πολλούς να τους χαρακτηρίζουν ως «γκράουτσο μαρξιστές», παίζοντας με το όνομα του σαρδόνιου κωμικού σκηνοθέτη Γκράουτσο Μαρξ.

Όσο κι αν αυτό δεν απέχει πολύ από την πραγματικότητα, η αλήθεια είναι πως οι γίπις μέσα σε λίγους μήνες είχαν καταφέρει να εντάξουν εκατοντάδες κόσμου στις τάξεις τους. Σε αυτό βοήθησε η «πολύχρωμη» προσωπικότητα των επιφανέστερων μελών του κόμματος, συγκεκριμένα των Τζέρι Ρούμπιν και Άμπι Χόφμαν. Οι δυο τους συνδύαζαν την αφέλεια –έως και καφρίλα– της νεότητας με την πολιτική οξυδέρκεια, κάτι που ξεχώριζε στις δημόσιες ομιλίες τους. Όλα αυτά μέχρι το καλοκαίρι του ’68, όταν η δράση και η δημοτικότητά τους κορυφώθηκαν με εκκωφαντικό κρότο.

Ο κόκκινος Αύγουστος

Με τον πρόεδρο Λίντον Τζόνσον να έχει παραιτηθεί από την κούρσα της επανεκλογής, οι Δημοκρατικοί θα επέλεγαν τον υποψήφιο του κόμματος που θα κοντραριζόταν με τον ανερχόμενο συντηρητικό Ρίτσαρντ Νίξον στην εθνική συνδιάσκεψη της 26ης Αυγούστου 1968 στο Σικάγο. Σε σύντομο χρονικό διάστημα, η Πόλη των Ανέμων μετατράπηκε σε αστυνομοκρατούμενη ζώνη, με 12.000 αστυνομικούς, πάνω από 5.500 μέλη της Εθνοφυλακής και 5.000 στρατιώτες να περιπολούν τους δρόμους ώστε να προστατέψουν τη διεξαγωγή της συνδιάσκεψης. Η «απειλή» που προκάλεσε την οχύρωση του Σικάγου ήταν η άφιξη στην πόλη περίπου 15.000 γίπις, «αρματωμένων» με πανό, λουλούδια, κιθάρες και μαριχουάνα, για να συμμετάσχουν σε αντιπολεμική συγκέντρωση.

Η ένταση μεταξύ των δύο πλευρών ήταν χειροπιαστή, και η σύγκρουση ήρθε εντέλει όταν οι αρχές επιχείρησαν να απομακρύνουν τους διαδηλωτές από το πάρκο όπου είχαν κατασκηνώσει. Ακολούθησε ένα κρεσέντο βίας από τη μεριά των αστυνομικών, με τα δακρυγόνα να πέφτουν βροχή και τους αριθμούς των τραυματιών να φτάνουν τριψήφια νούμερα. Από την επίθεση δεν γλίτωσαν, φυσικά, ούτε οι δημοσιογράφοι που είχαν συνειδητοποιήσει πως οι ειδήσεις δεν βγαίνουν στη συνδιάσκεψη, αλλά στους δρόμους του Σικάγου, όπου λάμβανε χώρα μια αψυχολόγητη επίθεση ενάντια σε ειρηνικούς διαδηλωτές.

Η δίκη-παρωδία

Ένα χρόνο αργότερα, επί προεδρίας Νίξον πια, η αστυνομία προχώρησε στη σύλληψη επτά εκ των διοργανωτών της συγκέντρωσης. Ήταν, όπως ίσως φαντάζεστε, οι Χόφμαν και Ρούμπιν, το ιδρυτικό μέλος των Μαύρων Πανθήρων Μπόμπι Σιλ, οι ακτιβιστές Ρένι Ντέιβις, Ντέιβιντ Ντέλινγκερ, Τομ Χέιντεν και ο υπεύθυνος της περιφρούρησης Λι Βέινερ. Οι επτά άντρες, παρότι δεν υπήρχαν ουσιαστικές αποδείξεις για τη συμμετοχή τους στις ταραχές, ήταν οι πρώτοι στην αμερικανική δικαστική ιστορία που κατηγορήθηκαν για παραβίαση του νόμου ενάντια στις εξεγέρσεις που είχε ψηφιστεί το ’68.

Συγκεκριμένα, οι κατήγοροι επιδίωκαν να αποδείξουν ότι οι επτά συλληφθέντες είχαν συνωμοτήσει ενάντια στο κράτος ώστε να εμπεδωθεί στην κοινή γνώμη η εντύπωση πως τόσο το κίνημα των γίπις όσο και οι υπόλοιπες συναφείς ομάδες ήταν πολιτικά επικίνδυνες. Ο υπερσυντηρητικός δικαστής Τζούλιους Χόφμαν διεύθυνε αυτή την άκρως προκατειλημμένη ακροαματική διαδικασία η οποία σε κάθε της στιγμή αντανακλούσε την αντιπάθεια της έδρας τόσο προς την αντικουλτούρα που πρέσβευαν οι κατηγορούμενοι όσο και προς το εκκεντρικό προσωπικό τους ποιόν. Χαρακτηριστικό είναι, για παράδειγμα, το πώς χειρίστηκε ο Χόφμαν τον Μπόμπι Σιλ: Αφού του αρνήθηκε το δικαίωμα στην ατομική υπεράσπιση, έδωσε εντολή να αλυσοδεθεί στο εδώλιο και να φιμωθεί ώστε να συνεχιστεί η διαδικασία. Η εικόνα του καθηλωμένου Σιλ ήταν τόσο σοκαριστική, ώστε λίγα χρόνια αργότερα ο Πίτερ Γουότκινς την αναπαράστησε αφοπλιστικά στο αριστουργηματικό mockumentary «Punishment Park» (1971).

Ο παράγοντας Άαρον Σόρκιν

Σεναριογράφος του οσκαρικού «Social Network» και ιθύνων νους μιας φιλμογραφίας που έχει στον πυρήνα της τον καθημερινό άνθρωπο απέναντι στην εξουσία ή και το αμερικανικό όνειρο, ο Άαρον Σόρκιν καταπιάνεται ξανά με ένα έργο ακραιφνώς πολιτικό, δεκατέσσερα χρόνια μετά την εμβληματική σειρά «Δυτική πτέρυγα». Ωστόσο, ο 59χρονος Αμερικανός δεν είχε ιδέα για την ιστορία των επτά του Σικάγου, μέχρι τη στιγμή που τον κάλεσε στο σπίτι του ο Στίβεν Σπίλμπεργκ πριν από δεκατρία χρόνια για να του προτείνει να γυρίσουν μαζί μια σχετική ταινία. Ο Σόρκιν δέχτηκε επιτόπου, παρότι στη συνέχεια ζήτησε από τον πατέρα του να τον διαφωτίσει για ό,τι είχε συμβεί τότε. Δούλεψε ξανά και ξανά το σενάριο ώστε να μη μοιάζει «με δραματοποιημένη σελίδα της Wikipedia», αλλά η απεργία των σεναριογράφων το 2007 εμπόδισε την υλοποίηση του σχεδίου. Η ώρα για την πρεμιέρα της «Δίκης των 7 του Σικάγου» έφτασε, ωστόσο, συμπίπτοντας με μια εκ νέου πολιτικά τεταμένη στιγμή της αμερικανικής ιστορίας, η οποία αντιστοιχεί σε μεγάλο βαθμό στις συνθήκες που επικρατούσαν το ’68.

Η εκτεταμένη καταστολή είναι σχεδόν κανόνας πλέον, μετά και τα γεγονότα του περασμένου καλοκαιριού, όταν οι διαδοχικές δολοφονίες Αφροαμερικανών πολιτών από αστυνομικούς οδήγησαν στο μαχητικό ξέσπασμα των διαδηλώσεων του κινήματος Black Lives Matter. Ακόμα μία σύνδεση με το παρελθόν είναι η διαρκής στοχοποίηση των διαδηλωτών και των μέσων που οικειοποιούνται για τη διαμαρτυρία τους, την ίδια στιγμή που το νομικό σύστημα δείχνει να έχει αργά αντανακλαστικά όταν η απόδοση δικαιοσύνης αφορά όργανα της τάξης.

Παρ’ όλα αυτά, ο Σόρκιν δεν επιδίωξε να εκμεταλλευτεί το κλίμα που επικρατεί προς όφελός του. «Δεν έγινε καμία αλλαγή στο σενάριο ώστε να καθρεφτίζεται η σύγχρονη πραγματικότητα. Αντιθέτως. Οι εποχές έχουν αλλάξει και μοιάζουν πολύ με τον κόσμο του σεναρίου» έχει δηλώσει χαρακτηριστικά. Από την άλλη, ο Σόρκιν επέλεξε για τον πρωταγωνιστικό ρόλο του Χόφμαν έναν ηθοποιό που έχει πολλά κοινά με τον φευγάτο ακτιβιστή. Ο λόγος για τον Σάσα Μπάρον Κοέν, ο οποίος με τις βιτριολικές φάρσες του σε πολιτικούς στη σειρά «Who Is America?», ξεμπροστιάζει με τον καλύτερο τρόπο τόσο την υποκρισία τους όσο και τα άκρα στα οποία μπορούν να φτάσουν λόγω των στενόμυαλων πεποιθήσεών τους. Απέναντι στον Κοέν, στο ρόλο του έτερου γίπι Χάιντεν, βρίσκεται ο οσκαρικός Έντι Ρεντμέιν.


Επανάσταση σε κινούμενα σχέδια

Την ίδια εποχή που ο Σόρκιν έγραφε το σενάριο της ταινίας για τα γεγονότα του Σικάγου, ο έμπειρος ντοκιμαντερίστας Μπρετ Μόργκεν («Cobain: Montage of Heck») κυκλοφορούσε την πρωτότυπη animation ταινία τεκμηρίωσης «Chicago 10». Ένας συνδυασμός αρχειακού υλικού, αναπαραστάσεων με τη χρήση κινουμένων σχεδίων και νευρώδους αφήγησης, το ντοκιμαντέρ του Μόργκαν σκιαγραφεί γλαφυρά το χάος που προέκυψε στην προσπάθεια των κατηγόρων να στήσουν τη σκευωρία ενάντια στους γίπις, προτού αυτή σκάσει πανηγυρικά στον αέρα. Το «Chicago 10» είναι ένα εξαίσιο και αιχμηρό πολιτικά φιλμ που αξίζει να δείτε μαζί με την ταινία του Σόρκιν.

Σχετικά Θέματα