Συνέντευξη

Η Αγγελική Αντωνίου μας συστήνει στους «Άγνωστους Αθηναίους»

Από -

Η βραβευμένη σκηνοθέτιδα Αγγελική Αντωνίου («Eduart») αυτήν τη φορά βάζει την υπογραφή της σε μια ταινία τεκμηρίωσης που μας συστήνει σε έναν αφανή κόσμο της πρωτεύουσας. Στο ντοκιμαντέρ «Οι Άγνωστοι Αθηναίοι», η Αντωνίου συνθέτει το πορτραίτο των ανθρώπων που φροντίζουν τα αδέσποτα ζώα του κέντρου, με αυταπάρνηση και χαρακτηριστική ταπεινότητα. Μιλήσαμε τηλεφωνικά μαζί της εν μέσω καραντίνας, όταν την περασμένη άνοιξη το ντοκιμαντέρ έκανε ψηφιακή πρεμιέρα στο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης.

Οι πρωταγωνιστές του ντοκιμαντέρ σας μιλάνε με πηγαία ειλικρίνεια. Πόσο καιρό χρειαστήκατε για να προετοιμαστείτε και να γυρίσετε την ταινία;
Αρχικά η ιδέα για να γυρίσω αυτό το ντοκιμαντέρ κυριολεκτικά με «συνάντησε» στο δρόμο. Βρισκόμουν στο κέντρο μια μέρα και έγινα μάρτυς μιας σκηνής που με συγκίνησε πάρα πολύ. Στη μέση του δρόμου, είδα έναν άνθρωπο πάνω σε μηχανάκι να σταματάει και πολλά σκυλιά να ορμούν πάνω του. Ήθελε να τα ταΐσει, ήταν πραγματικά ένα σουρεαλιστικό γεγονός. Αυτός ήταν ο πρώτος που συνάντησα και ήθελα να κινηματογραφήσω. Έπειτα μέσω εκείνου συνειδητοποίησα πόσοι άνθρωποι υπάρχουν και φροντίζουν τα αδέσποτα. Ξέρετε όμως, δεν ήταν καθόλου εύκολο να τους προσεγγίσω. Χρειάστηκαν σχεδόν δέκα μήνες ώστε να νιώσουν άνετα και να μου ανοιχτούν. Ταυτόχρονα, απαιτητική ήταν και η παρατήρηση των σκυλιών, αφού όπως φαντάζεστε συμπεριφέρονται με το δικό τους ωράριο κι ακολουθούν ένα ιδιόμορφο πρόγραμμα. Υπήρχαν κάποια που ξεκινούσαν τη μέρα από το στέκι τους στην οδό Αμαλίας, όπου και παρέμεναν μέχρι το βράδυ για να πάνε ως το μπαράκι που βρίσκουν τροφή. Συνολικά, πάντως, για να ολοκληρωθεί η ταινία χρειάστηκαν επτά χρόνια.

Γίνεται αντιληπτό βέβαια πως μιλάτε σε ανθρώπους οι οποίοι επιθυμούν να παραμείνουν αφανείς.
Έχετε δίκιο, για αυτό κι εγώ προσπάθησα να είμαι εξαιρετικά διακριτική όταν τους κινηματογραφούσα. Με βοήθησε τρομερά ότι δεν είχα ένα πολυμελές συνεργείο και ουσιαστικά τους ακολουθούσα παντού, σαν άλλη «αδέσποτη κινηματογραφίστρια». Ένιωσα συχνά έτσι, γιατί βρισκόμουν πολλές ώρες στο δρόμο, φαινομενικά χωρίς να έχω κάποιο προορισμό. Έπρεπε να είμαι σε επιφυλακή για τη στιγμή που θα εμφανιζόταν κάποιο από τα σκυλιά ή θα συνέβαινε κάτι απρόοπτο.

Τα προφίλ των ατόμων στα οποία επικεντρώνεστε καλύπτουν μια ιδιαίτερη γκάμα χαρακτηριστικών που εκπλήσσουν. Εσείς τι κρατάτε από τη συναναστροφή μαζί τους;
Μου έκανε απίστευτη εντύπωση αυτό που αναφέρατε προηγουμένως, πως δεν ένιωθαν καμία απολύτως ανάγκη να προβληθούν. Μιλάμε για βαθιά ταπεινούς ανθρώπους, για τους οποίους δεν είχε διαφορά εάν κάποιος κάνει μια ταινία γύρω τους ή όχι. Έχουν μια ανεπιτήδευτη αγάπη για τα ζώα. Επιπλέον κρύβουν έναν ενδιαφέροντα κόσμο μέσα τους, μοιάζουν με φιλοσόφους ή αριστοφανικούς ήρωες.

Εν τω μεταξύ, παρότι η ταινία διαδραματίζεται στο ιστορικό κέντρο, υπαινίσσεται την ύπαρξη πολλών αντίστοιχων περιπτώσεων ανθρώπων σε όλη την πόλη.
Έτσι είναι, θέλησα με το ντοκιμαντέρ να ρίξω φως σε μια Αθήνα που αγνοούμε. Η ύπαρξη των αδέσποτων χρησίμεψε και ως αφορμή για πολλά περισσότερα. Προσωπικά ακολουθώντας τα σκυλιά ανακάλυψα από την αρχή την πόλη, αγάπησα τη μουσική των δρόμων της, για παράδειγμα. Παράλληλα όμως βίωσα τις αλλαγές της, είδα μαγαζιά να κλείνουν, άλλα να γίνονται μπαρ, περίπτερα να εξαφανίζονται. Φυσικά δεν έλειψαν και κάποιες σκληρές εικόνες, οι οποίες ωστόσο αποτελούν κομμάτι του ιστού της Αθήνας.

Το ντοκιμαντέρ καταφέρνει τελικά να παιχτεί στους κινηματογράφους, ενώ μόλις λίγους μήνες νωρίτερα έκανε διαδικτυακή πρεμιέρα στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Πώς βιώσατε την εμπειρία της πανδημίας σε σχέση με την πορεία της ταινίας;
Φυσικά ήταν κάτι πρωτόγνωρο. Έχω μάθει να παρακολουθώ ταινίες στο σινεμά και ειδικά στην περίπτωση του φεστιβάλ να διατηρώ επαφή με τους υπόλοιπους σκηνοθέτες, τους θεατές, τους κριτικούς... Για να καταλάβετε δεν περίμενα ποτέ ότι θα παρουσιάσω την ταινία μέσω διαδικτύου από την κουζίνα μου! Ωστόσο είναι παρηγορητικό ότι έγινε το φεστιβάλ. Προσωπικά ένιωσα την ανάγκη και να το στηρίξω γιατί πρόκειται έναν θεσμό ύψιστης σημασίας ο οποίος πρέπει να συνεχίσει να υπάρχει. Έπειτα είναι ενθαρρυντικό πως ήρθαν έτσι τα πράγματα ώστε το ντοκιμαντέρ να μπορεί να συναντήσει τους θεατές στις αίθουσες.