Review

H γκροτέσκα «Πλατφόρμα» του Netflix σοκάρει χωρίς να εκπλήσσει

Την ώρα που η τέταρτη σεζόν του «Casa de Papel» σκαρφάλωνε στην πρώτη θέση των προτιμήσεων των χρηστών του Netflix, ήρθε μια άλλη ισπανική παραγωγή, κινηματογραφική αυτήν τη φορά, να πάρει μέρος του viral μεριδίου και να συζητηθεί όσο λίγες στα social media.

Ο λόγος για την «Πλατφόρμα», το ντεμπούτο του Γκάλντερ Γκαζτέλου-Ουρουτία, το οποίο κέρδισε το μεγάλο βραβείο του τμήματος «Midnight Madness» στο φεστιβάλ του Τορόντο, από όπου και αγοράστηκε για ψηφιακή διανομή στο Netflix - μια κίνηση διόλου παράλογη. Η ταινία, ένα sci-fi horror που διαδραματίζεται σε ακαθόριστο χρονικό πλαίσιο, αφορά έναν άντρα ο οποίος ξυπνά σε μια πυργοειδή φυλακή όπου βρίσκεται για άγνωστο λόγο. Μαζί του ένας συγκρατούμενος και στη μέση μια τρύπα. Εκεί, μια φορά τη μέρα εμφανίζεται από τους αποπάνω ορόφους μια πλατφόρμα γεμάτη φαγητό, υπάρχει όμως ένα πρόβλημα. Πάνω της έχουν απομείνει μονάχα τα αποφάγια των προηγούμενων κρατουμένων από τα οποία έχουν ελάχιστο χρόνο να φάνε ό,τι προλάβουν. Η ιντριγκαδόρικη πλοκή σε συνδυασμό με την ανανεωμένη δημοφιλία των ισπανόφωνων παραγωγών, το «Casa de Papel» που λέγαμε, και τη διαχρονική έλξη των ταινιών τρόμου από την Ιβηρική έκαναν την «Πλατφόρμα» ένα σίγουρο στοίχημα για το Netflix. Είναι όμως πετυχημένο;

Ας κάνουμε πρώτα ένα σύντομο flashback. Το 2008, ο Ντενί Βιλνέβ («Blade Runner 2049») κυκλοφορεί τη μικρού μήκους «Next Floor» με πρωταγωνιστές μερικούς εμφανώς εύπορους ήρωες, οι οποίοι καταβροχθίζουν λαίμαργα ένα δείπνο αμέτρητων πιάτων. Ξαφνικά, το πάτωμα τρίζει, ανοίγει μια τρύπα κι οι ηθοποιοί πέφτουν, όμως συνεχίζουν ατάραχοι το γεύμα τους. Μετά από λίγο πέφτουν ξανά, για να ακολουθήσουν αρκετοί ακόμα όροφοι σε μια κάθοδο και ένα δείπνο δίχως τέλος. Κρατήστε λοιπόν την παραπάνω κεντρική ιδέα, προσθέστε στη μίξη το σεναριακό πλαίσιο του «Πειράματος» (2001, Όλιβερ Χέρσμπιγκελ), του «Cube» (1997, Βιτσέντζο Νατάλι) και του «Snowpiercer» (2014, Μπονγκ Τζουν-χο), με μια δυστοπική εσάνς οργουελικού «1984», και έχετε τα βασικά συστατικά της «Πλατφόρμας».

Βέβαια το πρόβλημα με την ταινία του Γκαζτέλου-Ουρουτία δεν είναι η έλλειψη πρωτοτυπίας, αλλά ότι ποντάρει στο ανερμάτιστο shock value για να πλασαριστεί ως μια ανήσυχη πολιτική παραβολή, η οποία με τη σειρά της αποδεικνύεται αποπροσανατολισμένη και επιφανειακή. Όλα ξεκινούν όταν, εύλογα, ο ήρωας της ταινίας Γκόρενγκ (Ιβάν Μασαγκουέ) προσπαθεί να βγάλει ένα νόημα από όσα συμβαίνουν με μοναδικό αντικείμενο στα χέρια του ένα αντίτυπο του «Δον Κιχώτη». Καθώς οι συνθήκες διαβίωσης επιδεινώνονται και η διαύγειά του κλονίζεται, κορυφώνονται ραγδαία οι σεναριακές ευκολίες σε συνδυασμό με τις σκηνές βίας και γκροτέσκας βρώσης, που ζορίζουν όποιον δεν έχει γερό στομάχι μιας και επαναλαμβάνονται σχεδόν αυτούσια σε όλη την ταινία.

Τις στιγμές που ηρεμούν τα πνεύματα, εκδηλώνεται το μετέωρο νόημα που διατρέχει την «Πλατφόρμα». Μια βασική αιτία για αυτό είναι η πληθώρα τετριμμένων συμβολισμών στους οποίους βασίζεται η αφήγηση. Για παράδειγμα, οι όροφοι του πύργου - φυλακή, ο οποίος ονομάζεται «Κάθετο Κέντρο Αυτοδιαχείρισης» (sic), λειτουργούν ως μια προφανή μεταφορά των οικονομικών τάξεων, με τους αποπάνω να απολαμβάνουν αμέριστη αφθονία ενώ οι αποκάτω υποφέρουν. Το ποιοι και γιατί έχουν τον έλεγχο φυσικά δεν το μαθαίνουμε, καθώς η λειτουργία της φυλακής είναι αυτοματοποιημένη ή εάν προτιμάτε, τη χειρίζεται ένα αόρατο χέρι...

Δεν μπαίνει όμως μόνο... η ελεύθερη αγορά στη σφαίρα της «κριτικής» της ταινίας, αλλά και οι άβουλοι άνθρωποι οι οποίοι καταλαμβάνονται από πρωτόγονα ένστικτα και δε ξεσπούν σε «αυθόρμητη αλληλεγγύη», όπως ακούγεται στην ταινία. Ένας ακόμα απλοϊκός ισχυρισμός ο οποίος αφήνεται στην αοριστία, προτού αναλάβει δράση ο μόνος απείθαρχος Γκόρενγκ για να ηγηθεί της «επανάστασης». Σε ένα χρονικό σημείο που πια όλες οι εναλλακτικές έχουν αποτύχει και εκείνος αποκτά μεσσιανικές διαστάσεις.

Μέχρις εδώ η «Πλατφόρμα» έχει καταφέρει εντυπωσιακά να σχολιάσει τα πάντα χωρίς να πει τίποτα ουσιαστικό, αφήνοντας απλώς υπονοούμενα για την ανάγκη μιας δικαιότερης κατανομής του πλούτου που πρέπει να επιδιωχθεί τόσο εντός όσο και εκτός της ταινίας. Τη στιγμή δε που η διαδικτυακή πρεμιέρα της γίνεται εν μέσω πανδημίας και μαζικού εγκλεισμού, οι ταξικές ανισότητες που απεικονίζει γίνονται αναπόφευκτα ακόμα εντονότερες. Στην πράξη όμως η ταινία του Γκαζτέλου-Ουρουτία δίνει ρηχές απαντήσεις σε προβληματικές που τον ξεπερνούν, με πενιχρό το αντάλλαγμα σε δράση και σασπένς.

Για να οδηγηθούμε έτσι στην τελευταία πράξη της ταινίας όπου υπάρχουν στιγμές οι οποίες φλερτάρουν με την ανοησία (μονόλογος σοφού στο αμαξίδιο και η... πανακότα), λίγο πριν στην παντελώς προβλέψιμη κατακλείδα. Η οποία αφήνει ακόμα περισσότερα αναπάντητα ερωτήματα, με τον Γκαζτέλου-Ουρουτία βολικά να πετάει την μπάλα στην κερκίδα. Ήταν άραγε όλα αυτά τη φαντασία του πρωταγωνιστή, ενός άλλου «Δον Κιχώτη» παγιδευμένου στο δικό του ανεμόμυλο; Ποιος ξέρει; Μήπως άλλωστε δεν έχει καμία σημασία;

Σχετικά Θέματα